🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME: Η Εισαγωγή / The Introduction
Από την Άγνοια στην Αποκάλυψη
Ελληνικά: Λένε πως όταν κάτι είναι ακατανόητο, «είναι κινέζικα» ή, στα αγγλικά, “It’s all Greek to me”. Όμως, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίθετη. Σε αυτό το βιβλίο, αναποδογυρίζουμε την παροιμία και αποδεικνύουμε πως όταν μιλάς, σκέφτεσαι ή δημιουργείς, «μιλάς ελληνικά» χωρίς καν να το γνωρίζεις. Από την τεχνολογία και την ιατρική μέχρι τον αθλητισμό και την καθημερινή κουβέντα, οι ελληνικές ρίζες είναι οι σιωπηλοί αρχιτέκτονες της παγκόσμιας επικοινωνίας. Αυτό το λεξικό δεν είναι μια στείρα καταγραφή λέξεων, αλλά ένα ταξίδι επανασύνδεσης με την πηγή. Σας προσκαλούμε να ανακαλύψετε τον «κρυμμένο θησαυρό» πίσω από τις λέξεις που χρησιμοποιείτε κάθε μέρα και να δείτε τον κόσμο μέσα από τον φακό μιας γλώσσας που δεν έπαψε ποτέ να είναι ζωντανή.
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER A (Part 1: A – AG)
- ab- (Prefix): Πρόσφυμα < από (δηλώνει στέρηση ή προέλευση).
- abeille / bee / apis: < εμπίς = μέλισσα.
- abime / abyss / abyssus: < άβυσσος.
- ablution: < από + λούω.
- abside / apse: < αψίς.
- absinthe: < άψινθος.
ABYSS — ΑΒΥΣΣΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- (στερητικό) + βύσσα (βάθος/βυθός).
- Meaning / Σημασία: Ο τόπος που είναι τόσο βαθύς που δεν έχει πάτο. A place so deep it has no floor.
- Note: Το απόλυτο κενό, εκεί που η μέτρηση σταματά.
- acacia: < ακακία.
ACADEMY — ΑΚΑΔΗΜΙΑ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τον ήρωα Ακάδημο.
- Meaning / Σημασία: Ο κήπος όπου δίδασκε ο Πλάτων. The grove where Plato taught his students.
- Acanthe: < άκανθος.
- Accabler: = καταβάλλω.
ACCELERATE — ΚΕΛΛΩ / ΟΚΕΛΛΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το κέλλω (ξεκινώ, κινώ προς τα εμπρός). Σχετίζεται με το κέλης (ο ταχύς ίππος).
- Meaning / Σημασία: To accelerate is to put the speed of the ancient Greek racing horse (kelis) into your motion.
- Note: Όταν επιταχύνεις, «καλπάζεις» νοητά με έναν αρχαίο ίππο.
- Accorder: < χορδή.
- acephalus: < ακέφαλος.
ACME — ΑΚΜΗ
- Meaning / Σημασία: Το ανώτατο σημείο, η κορύφωση (ενός άνθους, μιας καριέρας ή μιας κρίσης). The highest point, the peak of a flower, a career, or a crisis.
ACOLYTE — ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- (αθροιστικό) + κέλευθος (δρόμος).
- Meaning / Σημασία: Αυτός που βαδίζει στον ίδιο δρόμο με κάποιον άλλον. One who follows the same path as another.
ACOUSTIC — ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ρήμα ἀκούω.
- Meaning / Σημασία: Η επιστήμη του ήχου. The science of sound.
ACRO- (Prefix) — ΑΚΡΟΝ
- Meaning / Σημασία: Το άκρο, το ακρότατο σημείο. The tip, the extremity.
- Example: Acrobat = αυτός που βαδίζει στις μύτες των ποδιών (one who walks on the tips of their toes).
- Acrobat < Ακροβάτης.
ACTION / -ATION (Suffixes) — ΑΓΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ρήμα ἄγω (άγω, οδηγώ, πράττω).
- Meaning / Σημασία: Οι καταλήξεις αυτές στα αγγλικά δηλώνουν την ενέργεια ή το αποτέλεσμα μιας πράξης. These suffixes denote the act or the result of an action.
- Note: Όταν λένε “action”, εννοούν την «αγωγή» μιας πράξης. Κάθε φορά που ένας Άγγλος κάνει μια “Action”, στην πραγματικότητα “άγει” μια κατάσταση.
ACTOR — ΑΚΤΩΡ / ΑΓΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ρήμα ἄγω (οδηγώ, κατευθύνω).
- Meaning / Σημασία: Ο ἄκτωρ είναι ο οδηγός, ο αρχηγός της δράσης. An actor is the leader or driver of the action.
ACUTE — ΑΚΙΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀκίς (αιχμή).
- Meaning / Σημασία: Οξύς, αιχμηρός. From akis (point/needle). Sharp, intense.
AD- (Prefix) — ΕΝΤΕ / ΕΝΤΟΣ
- Meaning / Σημασία: Πρόσφυμα που δηλώνει προσέγγιση (προς). A prefix denoting direction or approach.
- Adage: < Αείδω / Άδω (τραγουδώ/λέω). Μια ρήση που λέγεται συχνά.
ADAPTER — ΑΠΤΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἅπτω (συνδέω, αγγίζω, στερεώνω).
- Meaning / Σημασία: Μια συσκευή που «δένει» δύο διαφορετικά πράγματα. A device that fastens two different things together.
ADENITIS / ADENOID — ΑΔΗΝ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀδήν (αδένας).
- Meaning / Σημασία: Η φλεγμονή των αδένων. Inflammation of the glands.
ADULT / ADOLESCENT — ΑΛΔΑΙΝΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἄλω / ἀλδαίνω (τρέφω, αυξάνω).
- Meaning / Σημασία: Ο έφηβος είναι αυτός που τρέφεται για να μεγαλώσει, ο ενήλικας αυτός που έχει ήδη μεγαλώσει. An adolescent is one still growing; an adult is one who has finished growing.
ADULTERY — ΕΝΤΕ + ΕΤΕΡΟΣ (ΜΟΙΧΕΙΑ)
- Etymology / Ετυμολογία: Από το έντε (προς) + έτερος (άλλος).
- Meaning / Σημασία: Το να πηγαίνεις προς τον «άλλον», εκτός της νόμιμης σχέσης. Moving towards “the other” person.
- Note: Μια καταπληκτική διαδρομή: Η μοιχεία στην καρδιά της λέξης της είναι η στροφή προς τον «έτερο».
AE — ΑΙ
- Note: Ο δίφθογγος που μεταφέρθηκε αυτούσιος στη Λατινική και από εκεί στις δυτικές γλώσσες (π.χ. Aesthetic < Αισθητική).
AETHERIAL — ΑΙΘΗΡ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το αἴθω (φλέγομαι, λάμπω).
- Meaning / Σημασία: Το ανώτατο στρώμα του ουρανού. The upper, purest layer of the air.
- Aevus: < αιών < αFών (Βοιωτικόν) / αε (Αττικόν).
- After: < Αυτάρ (έπειτα).
AGACEMENT (FR) — ΑΚΙΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από την ἀκίδα (αιχμή).
- Meaning / Σημασία: Ενόχληση. Κάτι που σε «τσιμπάει» σαν βελόνα και σε ενοχλεί. From akis (point/needle). An annoyance that “pricks” you like a needle.
AGE — ΑΙΩΝ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τον αἰώνα.
- Note: Όπως λέει και ο Αριστοτέλης: «τὸν τῆς ἑκάστου ζωῆς χρόνον… αἰὼν ἑκάστου κέκληται». Ο χρόνος της ζωής του καθενός.
AGGLUTINER (FR) — ΓΛΟΙΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τον γλοιό (κολλώδης ουσία).
- Meaning / Σημασία: Συγκολλώ. Η δράση του να ενώνεις κάτι χρησιμοποιώντας «κόλλα». To stick together.
AGILE / AGENT / AGENCY / AGENDA / AGIR — ΑΓΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Όλα από το ἄγω (οδηγώ, διευθύνω, ενεργώ).
- Meaning / Σημασία: Ο agent είναι αυτός που «άγει» μια υπόθεση, η agenda είναι τα πράγματα που πρέπει να «αχθούν» (να γίνουν).
- EN: From “ago” (to lead/to drive). An agent is the one who “drives” an affair; an agenda consists of things to be “driven” or done.
AGNEAU (FR) — ΑΜΝΟΣ / ΑΒΝΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Το αρνί. Η ελληνική λέξη ἀμνός (με την αιολική τροπή σε β) ταξίδεψε στη Γαλλία.
- EN: From “amnos” (lamb). The Greek word traveled through Latin to become the French “agneau”.
AGONY — ΑΓΩΝ / ΑΓΩΝΙΑ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τον ἀγῶνα. < Αγωνία (από τον αγώνα).
- Meaning / Σημασία: Αρχικά σήμαινε τη γυμναστική άσκηση, μετά τη σωματική και ψυχική προσπάθεια, και τέλος την αγωνία για το αποτέλεσμα.
- EN: From “agon” (contest/struggle). Originally the physical exertion in a contest, then the mental stress for the outcome.
AIMER (FR) — ΑΜΜΑΣ / ΜΑΙΟΜΑΙ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀμμάς (τροφός, μητέρα) και το μαίομαι (λαχταρώ, ποθώ, επιδιώκω με ζήλο).
- Meaning / Σημασία: Αγαπώ. Η ρίζα που μας έδωσε το «μαμά» και το «μάτερ».
- EN: To love. From “ammas” (nurse/mother) and “maiomai” (to long for/seek zealously). The root of “mama” and “mother”.
AIR <FαFήρ>ΑΗΡ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το αρχαϊκό FαFήρ.
- Meaning / Σημασία: Ο αέρας που αναπνέουμε.
- EN: From “aer” (air). The substance we breathe.
AJOUTER (FR) — ΕΝΤΕ + ΖΕΥΓΝΥΜΙ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ad (έντε/προς) + jungo (ζεύγνυμι/ενώνω).
- Meaning / Σημασία: Προσθέτω. Η πράξη του να «ζευγρώνεις» κάτι με κάτι άλλο.
- EN: From “ente” (towards) + “zeugnymi” (to yoke/join). To join one thing to another.
ALIBI — ΑΛΛΟΘΙ
- Meaning / Σημασία: Η νομική απόδειξη ότι κάποιος βρισκόταν «άλλοθι» (σε άλλο μέρος).
- EN: A legal term meaning “elsewhere”. Directly from the Greek “allothi”.
ALIMENTARY / ALIMONY — ΑΛΔΑΙΝΩ / ΑΛΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἄλω / ἀλδαίνω (τρέφω, αυξάνω).
- Meaning / Σημασία: Σχετίζεται με τη διατροφή και τη συντήρηση.
- EN: From “aldaino” (to nourish). Relating to food, nourishment, or support (alimony).
ALLEY / HALO — ΑΛΩΗ / ΑΛΩΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από την ἀλωή (κήπος, αλώνι). Η ἅλως (φωτοστέφανο) μας έδωσε το αγγλικό halo.
- Note: Σχετίζεται με το κήπος στον Όμηρο-ηλιόλουστος-αλώνι- η άλως = το φωτοστέφανο >halo ΑΛΩΑΔΕΣ fαλ-σαλ-/(δ)αλ ηλιόλουστο μέρος και την περιδίνηση.
- EN: From “aloe” (orchard/threshing floor) and “halos” (disk/halo).
ALLIUM — ΑΛΛΑΣ / ΑΛΛΑΝΤΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀλλᾶς (λουκάνικο).
- Meaning / Σημασία: Το σκόρδο. Λόγω του σχήματος ή της χρήσης του στα αλλαντικά.
- EN: Garlic. From “allas” (sausage), likely due to its shape or use in curing meats.
ALMS — ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ
- Meaning / Σημασία: Μια λέξη που «συρρικνώθηκε» ταξιδεύοντας: Ελεημοσύνη > Alms. Η πράξη του ελέους.
- EN: A linguistic contraction of “eleemosyne”. The act of mercy or charity.
ALTAR — ΟΡΤΟΣ / ΒΩΜΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ὀρθός (με τροπή ρ/λ).
- Meaning / Σημασία: Ο βωμός. Το υπερυψωμένο σημείο για προσφορές.
- EN: From “orthos” (upright/straight). A raised structure for worship.
- AM: < Εἰμί (Είμαι).
AMAZON — Α- + ΜΑΖΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το στερητικό α- + μαζός (μαστός).
- Meaning / Σημασία: Κατά τον μύθο, οι πολεμίστριες που έκοβαν τον δεξιό μαστό για να χειρίζονται καλύτερα το τόξο.
- EN: From “a-” (without) + “mazos” (breast). The legendary female warriors.
- AMASS: < Μάζα < Μάσσω (ζυμώνω). Η συσσώρευση μιας «μάζας».
AMBIGUOUS — ΑΜΦΙ + ΑΓΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀμφί + ἄγω.
- Meaning / Σημασία: Αυτό που «άγεται» προς δύο πλευρές, το διφορούμενο.
- EN: That which is “driven” towards two sides, the ambiguous.
AMBROSIA — Α- + ΒΡΟΤΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- + βροτός (θνητός).
- Meaning / Σημασία: Η τροφή που σε κάνει «μη θνητό», δηλαδή αθάνατο.
- EN: From “a-” + “brotos” (mortal). The food of the gods that grants immortality.
- AMBULANCE: < Αμπολώ (περιφέρομαι). Το όχημα που κινείται τριγύρω.
AMEN — ΗΜΕΝ / ΑΜΕ
- Etymology / Ετυμολογία: Συνδέεται με το αρχαιοελληνικό ἦ μέν (αληθώς).
- Note: Εδώ κρύβεται μια αποκάλυψη! Το «Αμήν» δεν είναι απλώς μια εβραϊκή κατάληξη. Το «Αμήν λέγω υμίν» σημαίνει «Αληθώς σας λέγω». Η εξέλιξή του είναι το σημερινό μας… «Αμέ!».
- EN: Often considered Hebrew, but linked to the Greek “e men” (truly). In modern Greek, it survived as “Ame!” (Sure/Of course!).
- AMER (FR): < Αμαυρός. Ο πικρός, ο σκοτεινός στη γεύση.
AMETHYST — Α- + ΜΕΘΥΣΚΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- + μεθύσκω.
- Meaning / Σημασία: Η πέτρα που πιστευόταν ότι προστατεύει από τη μέθη.
- EN: From “a-” + “methysko” (to get drunk). The stone that prevents intoxication.
- AMI (FR): < Αμύκτας (γλυκύς). Ο φίλος είναι ο «γλυκός» άνθρωπος στη ζωή μας.
- Ammonia < Άμμων: Από την άμμο της Λιβύης (Δίας Άμμων).
AMNA / AMNESIA — Α- + ΜΝΑΣΘΑΙ / ΜΝΗΜΗ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το στερητικό α- + μνήμη.
- Meaning / Σημασία: Η απώλεια της θύμησης.
- EN: From “a-” (without) + “mneme” (memory). The loss of memory.
AMNESTY — Α- + ΜΝΑΣΘΑΙ / ΜΝΗΜΗ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- + μνήμη.
- Meaning / Σημασία: Η «αμνησία» του κράτους για τα αδικήματα του παρελθόντος. Η παύση της μνήμης της ποινής.
- EN: From “a-” + “mneme” (memory). A political “forgetting”.
AMOR (LATIN) — ΑΜΜΑΣ / ΜΑΙΟΜΑΙ
- Etymology / Ετυμολογία: Η λατινική λέξη για τον έρωτα έχει ρίζα το ἀμμάς (μητέρα/τροφός).
- Note: Η αγάπη ξεκινά από την τροφό.
- EN: The Latin word for love stems from “ammas” (mother/nurse). Love begins with the one who nourishes.
- AMORAL: < Α- (στερητικό) + Moral.
AMPHI- (Prefix) — ΑΜΦΙ
- Meaning / Σημασία: Πρόσφυμα που δηλώνει «και από τις δύο πλευρές» ή «γύρω-γύρω».
- Example: Amphibian = αυτός που ζει σε δύο περιβάλλοντα.
- EN: A prefix meaning “on both sides” or “around”.
AMPHORE / AMPHORA — ΑΜΦΙ + ΦΕΡΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀμφί + φέρω.
- Meaning / Σημασία: Ο αμφορέας. Αυτός που έχει δύο λαβές για να φέρεται (να κρατιέται) και από τις δύο πλευρές (αμφί).
- EN: A vessel with two handles, designed to be carried (phero) from both sides (amphi).
- AMPLE: < Άπλετος < Α- + Πίμπλημι (γεμίζω). Ο γεμάτος, ο ατελείωτος.
AMULET — ΑΜΥΝΩ / ΑΜΥΝΤΗΡΙΟ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀμύνω (απωθώ, διώχνω το κακό, προστατεύω).
- Meaning / Σημασία: Το φυλαχτό.
- EN: A charm that “defends” or “protects” the wearer. From “amyno” (to ward off/defend).
ANA- (Prefix) — ΑΝΑ
- Meaning / Σημασία: Πρόσφυμα που δηλώνει κίνηση προς τα πάνω, επανάληψη ή ανάστροφη κίνηση.
- EN: A prefix denoting upward motion, repetition, or backward movement.
ANALOGY — ΑΝΑ + ΛΟΓΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀνά + λόγος.
- Meaning / Σημασία: Η σχέση που βασίζεται στη λογική ομοιότητα ή την αναλογία.
- EN: A comparison based on logic and ratio.
ANALYSE / ANALYSIS — ΑΝΑ + ΛΥΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀνά + λύω.
- Meaning / Σημασία: Το να λύνεις/ξεδιαλύνεις κάτι στα εξ ων συνετέθη για να το καταλάβεις.
- EN: From “ana” + “lyo” (to loosen/undo). Breaking something down into its components.
ANARCHY — Α- + ΑΡΧΗ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- + ἀρχή.
- Meaning / Σημασία: Η κατάσταση χωρίς αρχηγό, χωρίς εξουσία.
- EN: From “a-” + “arche” (rule/authority). A state without a ruler.
ANATHEMA — ΑΝΑ + ΤΙΘΗΜΙ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀνά + θέμα (από το τίθημι).
- Meaning / Σημασία: Αρχικά σήμαινε το αφιέρωμα που «τίθεται ψηλά» στον ναό, αργότερα κατέληξε να σημαίνει την κατάρα.
- EN: Originally an offering “placed up” in a temple; later it evolved to mean a formal curse.
ANATOMY — ΑΝΑ + ΤΕΜΝΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀνά + τομή (από το τέμνω = κόβω).
- Meaning / Σημασία: Η επιστήμη που «κόβει» και αναλύει τη δομή των σωμάτων.
- EN: From “ana” + “temno” (to cut). The study of body structures through cutting.
- and – et=και<έτι = ακόμη
- angle= γωνία<αγκών
- ANGEL: < Άγγελος (ο φέρων την είδηση).
ANIMA (LATIN) / ANIMAL / ANIMATION — ΑΝΕΜΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τον άνεμο.
- Meaning / Σημασία: Η ψυχή (anima) είναι ο «άνεμος», η πνοή που δίνει ζωή στο σώμα. Το ζώο (animal) είναι το ον που έχει πνοή.
- Note: Όταν βλέπεις ένα “Animation”, βλέπεις την «πνοή» του ανέμου να δίνει κίνηση στην εικόνα. Unanimous < ένας+άνεμος = μια ψυχή = ομόφωνος.
- EN: From “anemos” (wind/breath). The soul is the breath of life. An animal is a being that breathes.
ANNUS — ΕΝΙΑΥΤΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τον ἐνιαυτό.
- Meaning / Σημασία: Το έτος. Ο κύκλος του χρόνου που ολοκληρώνεται.
- EN: Year. From “eniautos”, the completed cycle of time.
ANTE- (Prefix) / ANTIQUE — ΑΝΤΑ / ΑΝΤΙ
- Meaning / Σημασία: Πρόσφυμα που δηλώνει το «πέραν», το «απέναντι» ή το «πριν».
- Note: Το Antique είναι αυτό που έρχεται από πολύ παλιά, από το «πέραν» του χρόνου.
- EN: A prefix meaning “before” or “opposite”. “Antique” refers to something from a time far beyond the present.
- ANTHEM: < Αντίφωνον (φωνή που απαντά σε άλλη).
- ANTHOLOGY: < Ανθολογία (άνθος + λέγω/συλλέγω).
ANXIOUS / ANXIETY / ANGUISH — ΑΓΧΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ρήμα ἄγχω (σφίγγω, πνίγω).
- Meaning / Σημασία: Η αγωνία είναι το συναίσθημα που σε «πνίγει» στον λαιμό. (Εξ ου και η λέξη αγχόνη).
- Note: Η αγωνία δεν είναι μόνο στο μυαλό, είναι το σφίξιμο που νιώθεις στο λαιμό.
- EN: From “ancho” (to squeeze/strangle). Anxiety is the feeling of being “strangled” by worry.
- APATHY: < Απάθεια (στερητικό α- + πάθος).
APT — ΑΠΤΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἅπτω (συνάπτω, συνδέω).
- Meaning / Σημασία: Επιτήδειος. Αυτός που έχει την ικανότητα να «συνδέει» σωστά τα πράγματα.
- EN: Suitable or skillful. From “apto” (to fasten/join), describing one who connects ideas or actions effectively.
AQUA — ΑΓΑ / ΑΚΑ / ΑΧΑ / ΑΠΑ / ΑΑ (ΝΕΡΟ)
- Note: Εδώ έχουμε μια αποκάλυψη! Η ρίζα αχα- (υδάτινο στοιχείο) βρίσκεται στον Αχελώο, στον Αχέροντα, στην Αχαΐα αλλά και στον Αχιλλέα.
- The Story of Achilles: Από το άχα + ίλλω (συνελαύνω/στριμώχνω). Ο γιος της Θέτιδος που μέσα από τη συναισθηματική περιδίνηση (ίλλω) βγάζει τον καλύτερο εαυτό του (το ευ), την αρετή.
- EN: Water. Linked to the Greek roots for water bodies (Achelous, Acheron).
ARABLE — ΑΡΩ / ΑΡΟΤΡΙΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ρήμα ἀρῶ (οργώνω τη γη).
- Meaning / Σημασία: Ο αρόσιμος, ο καλλιεργήσιμος.
- EN: Land fit for plowing. From “aro” (to plow).
- ARCADE / ARK: < Άρκα (κιβωτός) < Άσπρις (είδος δρυός). Η κιβωτός που προστατεύει.
- ARCADIA: < Αργ/κ + Δία. Ο τόπος του φωτός και του Δία.
- Architecture: < Αρχιτεκτονική (< αρχή + τέκτων, ο πρώτος των μαστόρων).
- ARCHIVES: < Αρχεία.
- argent: < άργυρος.
- ARM: < Άρμος (ο ώμος, η σύνδεση).
- ARMISTICE (Ανακωχή): < Arm + Στάσις (η παύση των όπλων/χεριών).
- ARMOIRE: < Ερμάριον, συρτάρι.
- ART: < Αραρίσκω (προσαρμόζω, κοσμώ). Η τέχνη είναι η σωστή προσαρμογή των μερών.
- ARSE (Bottom): Από το Αργειακό άρση (η πύελος/λεκάνη).
- ARTICLE: < Άρθρον (μικρό μέλος που συνδέει).
- ASEM: < Ασήμιον (ασήμι).
- ASS (Donkey): < Όσνος / Όνος.
ASSEZ (FR) — ΑΣΑΩ -Ω / ΑΣΗ
- Etymology / Ετυμολογία: Προέρχεται από το λατινικό ad + satis.
- Meaning / Σημασία: Σημαίνει «φτάνει», «είναι αρκετό», δηλαδή έχω φτάσει στο σημείο του χορτασμού (άση).
- Note: Η άση στην αρχαιότητα σήμαινε τον κόρο, τη ναυτία ή την αηδία που νιώθει κανείς όταν παραφάει. Το ρήμα ασάω σημαίνει «νιώθω αποστροφή από τον υπερβολικό χορτασμό».
- Latin Link: Οι Λατίνοι πήραν τη ρίζα και την έκαναν Satis (αρκετά) και Satur (γεμάτος/χορτάτος). Το Σ στην αρχή είναι η εξέλιξη της αρχαίας δασείας ή του αρχικού συρίγματος.
ASSISTER — ΕΝΤΕ + ΙΣΤΗΜΙ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ad (έντε/προς) + ίστημι.
- Meaning / Σημασία: Παρευρίσκομαι. Στέκομαι δίπλα σε κάποιον.
- EN: To help or be present. From “ente” (towards) + “istemi” (to stand). To stand by someone.
- -ation (κατάληξις)< άγω
ATLAS — ΑΤΛΑΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το α- στερητικό + τλάω (υπομένω).
- Meaning / Σημασία: Ο υπομένων, αυτός που κρατά το βάρος.
ATOM < ΑΤΟΜΟ
- (EL): Από το άτομο (α- στερητικό + τομή). Αυτό που δεν μπορεί να τμηθεί ή να κοπεί άλλο.
- (EN): An Atom is something “uncuttable” (A- not + Tome cut).
- ATRIUM: < Αίθριον (ο ανοιχτός χώρος κάτω από τον αίθριο ουρανό).
- aube aurora<αυγή<αFώς= ηώς
- AUDIO: < Αυδή (φωνή). Εξ ου και ο άναυδος.
- AUDITION: < Αυς / Ους (το αυτί). Η ακοή.
AUGMENT / AUXILIARY — ΑΥΞΑΝΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το αfγ-σω > αὐξάνω (αυγατίζω).
- Meaning / Σημασία: Το Auxiliary είναι η δύναμη που αυξάνει τη βοήθεια.
- EN: To increase. From “auxano”. Auxiliary is the force that adds/increases support.
- AURORA / AUBE: < Αυγή (από το αιολικό αFώς / ηώς). Το πρώτο φως.
- Aura < Αύρα.
- AUSTERE: < Αυστηρός.
- AUTHENTIC: < Αυθεντικός (από τον αὐθέντη, αυτόν που ενεργεί με δική του εξουσία).
- AURA: < Αύρα (η πνοή).
AUTRE (FR) / OTHER — ΕΤΕΡΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το Fέτερος.
- Meaning / Σημασία: Ο άλλος, ο διαφορετικός.
- EN: From “heteros”. The other one.
AVEUGLE (FR) — ΑFΑΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἀFάω (βλάπτω την όραση/τυφλώνω).
- Meaning / Σημασία: Τυφλός.
- EN: Blind. From the root “a-ao” meaning to damage sight or deceive.
- AVIA (Grandmother): < Αία (η γη, η προμήτωρ).
- AVION: Από το ἄημι (πνέω) ή τον αίβετο/αἰετό (αετό). Αυτό που σκίζει τον αέρα.
AXIS — ΑΞΩΝ
- Meaning / Σημασία: Ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα.
- EN: The center line around which things rotate.
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER B
Bain / Bagno / Bath < Βαλανείον: Το αρχαίο δημόσιο λουτρό.
BALCONY — ΑΛΚΑΡ / ΑΛΚΗ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το ἄλκαρ (προπύργιο, έπαλξη). Η ἀλκή είναι η άμυνα.
- Meaning / Σημασία: Το μπαλκόνι στην καρδιά του είναι ένα σημείο προστασίας και άμυνας του σπιτιού.
- EN: From “alkar” (bulwark/stronghold). A balcony was originally a defensive part of a building.
BALD / CALVO / CHAUVE — ΒΑΛΑΚΡΟΣ / ΦΑΛΑΚΡΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τη δωρική λέξη βαλακρός (φαλακρός/καραφλός).
- Note: Δες πώς το β έγινε b (bald) και το φ έγινε c/ch (calvo).
- EN: From the Doric “balakros”. The “b” sound survived in English “bald”.
BALL / BALLOON — ΒΑΛΛΙΖΩ / ΠΑΛΛΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βαλλίζω (κινώ, γέρνω τα πόδια) και την πάλλα (σφαίρα) από το πάλλω.
- Meaning / Σημασία: Η μπάλα είναι κάτι που «πάλλεται» και κινείται.
- EN: From “ballizo” (to dance/jump) and “palla” (a ball/sphere).
- Balsam: Το θεραπευτικό βάλσαμον.
BANJO — ΠΑΝΔΟΥΡΑ
- Etymology / Ετυμολογία: Από την πανδούρα (αρχαιοελληνικό λαούτο με τρεις χορδές).
- EN: From “pandoura”, an ancient three-stringed lute.
- Barbarian: Από τον ήχο «βαρ-βαρ» που έκαναν όσοι δεν μιλούσαν ελληνικά.
- Baritone: Από το βαρύς + τόνος.
- BARON — ΒΑΡΥΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βαρύς.
- Meaning / Σημασία: Ο «έχων βάρος», ο ισχυρός, αυτός που η γνώμη του μετράει.
- EN: A person of great power/influence. From “barys” (heavy).
BARQUE / BARGE / BARICA — ΒΑΡΙΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τη βάριν (ποταμόπλοιο, βαρύ πλοίο με ευρύ πυθμένα).
- Meaning / Σημασία: Το πλοίο που αντέχει βάρος.
- EN: From “baris”, a flat-bottomed boat used for heavy loads.
- BASE / BASIS — ΒΑΣΙΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βαίνω (πατώ).
- Meaning / Σημασία: Εκεί που πατάει κανείς σταθερά.
- EN: From “basis” (a stepping), based on the verb “baino” (to walk).
- BASIL— ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ
- Basil: Ο βασιλικός (το φυτό των βασιλέων).
- BIBLE ΒΙΒΛΟΣ
- Bible: Από τη Βύβλο (τον πάπυρο από την πόλη Βύβλο).
BASQUES / VASCO — FΑΣΚΩΝΕΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από τους Fάσκωνες (Γάσκωνες/Ουάσκωνες).
- Meaning / Σημασία: Μια ολόκληρη εθνότητα που κουβαλά το αρχαίο δίγαμμα στο όνομά της.
- EN: The name of the Basque people stems from the ancient “Waskones” (with the Digamma “F”).
BATH / BAGNO / BAIN — ΒΑΛΑΝΕΙΟΝ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βαλανείον (το δημόσιο λουτρό).
- Note: Η λέξη ταξίδεψε από την Ελλάδα στη Ρώμη και έγινε “bagno” και “bath”.
- EN: From “balaneion” (bathhouse). The core of daily hygiene traveled from Greece to Rome.
BEAR / BIRTH — ΦΕΡΩ / ΒΑΡΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το φέρω (με τροπή φ/b).
- Meaning / Σημασία: Το να «φέρεις» ένα βάρος ή ένα παιδί (birth).
- EN: To “bear” a load or give “birth” comes from the Greek “phero” (to carry).
BEE / APIS — ΕΜΠΙΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από την ἐμπίδα (είδος κουνουπιού ή οίστρου).
- Meaning / Σημασία: Η μέλισσα ως το έντομο που κεντρίζει.
- EN: From “empis” (a stinging insect/gnat).
BEEF / BOEUF — ΒΟFΣ / ΒΟΥΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βοFς (βους).
- Note: Το δίγαμμα (F) έγινε ο ήχος “f” στο beef και “v” στο bos.
- EN: The ancient Digamma (F) is still audible in the English “beef” and French “boeuf”.
- belah(τουρκ.)< βέλιον = ατυχές ενόχληση
BEST — ΒΕΛΤΙΣΤΟΣ / FΕΡΙΣΤΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βέλτιστος (ο καλύτερος). Συνδέεται με τον ἄριστο. ἀγαθὸς ὁ, ἡ ἀμείνων τὸ ἄμεινον ἄριστος
- EN: From “beltistos” (the best/most excellent).
BI- / BICYCLE / BINOCULAR — ΔΙΣ / ΔFΙ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το δίς (δύο φορές). Στην αττική διάλεκτο υπήρχε το δFι.
- Note: Το δίγαμμα έδωσε το “bi-” στα λατινικά. bi(s)- < βι(ς) < δι(ς) < δFι/δFυ/δυF.
- Bicycle: < δι + κύκλος.
BINOCULAR — ΔΙΣ + ΟΚΚΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το δίς + ὄκκος (οφθαλμός).
- The Story: Η ρίζα ΟΚ- είναι μαγική: μας έδωσε το ὄσσαι (τα δύο μάτια στον Όμηρο), το λατινικό oculus, αλλά και τα «Όκια» στην Κέρκυρα (τα ανοίγματα/μάτια των πλοίων).
- Note: Οι αρχαίοι ονόμασαν τον Όσιρι «Πολυφθαλμο», συνδέοντας το φως με την όραση. Κάθε φορά που χρησιμοποιείς κιάλια (binoculars), χρησιμοποιείς τα «δύο μάτια» της αρχαίας ρίζας.
- Biology < Βιολογία: < βίος + λόγος.
- Blame- blastemare <βλασφημώ
- BIOLOGY / BIOGRAPHY — ΒΙΟΣ + ΛΟΓΟΣ / ΓΡΑΦΩ
- Meaning / Σημασία: Η μελέτη της ζωής (βίος) και η καταγραφή της (γράφω).
- EN: The study of life (“bios”) and the writing of a life story.
BLANC / BLANK — ΒΑΛΟΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το βαλός (λευκός, φωτεινός).
- Meaning / Σημασία: Το λευκό. Δες πώς το ελληνικό «β» ταξίδεψε για να περιγράψει το καθαρό φως.
- EN: White/Blank. From “balos” (white/bright).
BOIRE / BEVERAGE / BEER — ΠΙFΩ / ΠΙΝΩ
- Etymology / Ετυμολογία: Από το αρχαίο πίFω (πίνω).
- Note: Το δίγαμμα (F) μετατράπηκε σε “b” και “v”, δίνοντας το γαλλικό boire και το αγγλικό beverage.
- EN: From the ancient “pi-Wo”. The transition led to the Latin “bibere”.
- Bomb < Βόμβος: Ηχομιμητική λέξη για τον δυνατό θόρυβο.
BOSS — ΠΟΣΣΙΣ
- Etymology / Ετυμολογία: Συνδέεται με τον πόσσιν (τον αφέντη του σπιτιού, τον σύζυγο-δεσπότη).
- Note: Η έκπληξη είναι τεράστια! Ο “Boss” δεν είναι απλώς ένας διευθυντής, είναι ο κυρίαρχος του χώρου του.
- EN: Tracks back to “possis” (the master of the house).
- Botany < Βοτάνη: < βόσκω (το φαγητό των ζώων).
BOULEVARD — ΒΟΛΗ + VARDA
- Etymology / Ετυμολογία: Από τη βολή (το ρίξιμο) + varda (φυλάσσω).
- Meaning / Σημασία: Αρχικά σήμαινε το προπύργιο, το σημείο απ’ όπου «έβαλλαν» κατά του εχθρού για να «φυλάξουν» την πόλη.
- EN: A wide city street. Originally a bulwark from “bole” (to throw) and “varda” (to guard).
- Boutique < Αποθήκη: Η εξέλιξη από το apotheca.
(EN): From “Phryges” or “Bryges”, considered free people.
- FRENZY < ΦΡΕΝΙΤΗΣ
(EL): Παραλήρημα. Από τις φρένες (το μυαλό).
(EN): From “phrenitis” (inflammation of the brain/frenzy).
- FRIGID / FREEZE < ΡΙΓΟΣ (FΡΙΓΟΣ)
(EL): Από το ρίγος. Η αρχαία δασεία ήταν F, που έδωσε το F στο Frigid και το Freeze.
(EN): From “rhigos” (cold/shiver). The ancient Digamma (F) replaced the rough breathing mark.
- FROMAGE < ΦΟΡΜΟΣ
(EL): Το τυρί. Από τον φορμό (πλεκτό καλάθι) που χρησιμοποιούσε ο Πολύφημος για το τυρί του.
(EN): Cheese. From “phormos” (wicker basket used by the Cyclops Polyphemus).
- FRUIT / FRUGAL / FRY < ΦΡΥΓΩ
(EL): Ο καρπός / Το τηγάνισμα. Από το φρύγω (ψήνω, ωριμάζω στον ήλιο). Ο καρπός είναι αυτό που «ψήθηκε» από τον ήλιο.
(EN): From “phrygo” (to roast/parch/ripen in the sun).
- FUGITIVE / CENTRIFUGAL < ΦΥΓΗ
(EL): Φυγάς, φυγόκεντρος. Από τη φυγή.
(EN): From “phyge” (flight/escape).
- FUME / FUMÉE < ΘΥΜΟΣ
(EL): Καπνός, αναθυμίαση. Από τον θυμό (με την αρχαία έννοια της ορμητικής αναθυμίασης/θυμιάματος). Εδώ το Θ γίνεται F.
(EN): Smoke/vapor. From “thymos” (breath/spirit). The Theta (Th) shifts to F.
- FURTIVE / FURET < ΦΩΡ / ΦΩΡΑ
(EL): Κρυφός, κλέφτης. Από τον φώρα (κλέφτης, εξ ου και το «επ’ αυτοφώρω»).
(EN): From “phor” (thief).
- FUTURE < ΦΥΩ
(EL): Το μέλλον. Αυτό που πρόκειται να «φυτρώσει», να γεννηθεί, να υπάρξει (φύω).
(EN): From “phyo” (to bring forth/grow).
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER G
- GALAPAGOS < ΓΑΛΑ + ΠΑΓΟΣ
(EL): Σύνθετη λέξη από το γάλα και τον πάγο (λευκοί βράχοι).
(EN): From “gala” (milk) + “pagos” (rock/ice), meaning white rocks.
GALAXY < ΓΑΛΑΞΙΑΣ
(EL): Από το γάλα. Ο «κύκλος του γάλακτος» στον ουρανό.
(EN): From “gala” (milk). The milky path across the heavens.
- GAP < ΕΓΚΟΠΗ
(EL): Το κενό, η σχισμή. Από την εγκοπή.
(EN): A break or opening. From “egkope”.
- GAY < ΓΑΙΩ
(EL): Από το γαίω (λάμπω από ευτυχία, χαίρομαι).
(EN): From “gaio” (to rejoice/be glad).
- GENDER / GENERATION / GENETIC / GENIUS generous/genitive/ genocide /genοmics /gentility /gentleman < ΓΕΝΟΣ / ΓΕΝΕΣΙΣ
(EL): Μια τεράστια οικογένεια! Όλες από το γένος και το γίγνομαι. Η πηγή της ζωής.
(EN): A vast word family! All from “genos” (race/kind) and “gignomai” (to be born).
- GENOUX (FR) < γονf> ΓΟΝΥ
(EL): Το γόνατο. Από το γόνυ (αρχαίο γονF-) και το αιολικό γόννα.
(EN): Knee. From “gonu” (ancient “gonf-“) and Aeolic “gonna”.
- GEOGRAPHY / GEOLOGY / GEOMETRY < ΓΑΙΑ (ΓΗ)
(EL): Η περιγραφή (γράφω), η μελέτη (λόγος) και η μέτρηση (μετρώ) της Γης μας.
(EN): “Geography” (earth + write), “Geology” (earth + study), and “Geometry” (earth + measure).
- GIANT < ΓΙΓΑΣ / ΓΙΓΑΝΤΟΣ
(EL): Ο Γίγας, ο γιος της Γης.
(EN): From “Gigas”, the sons of Gaia.
- GLAMOUR < ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
(EL): Η «μαγεία» της γνώσης των γραμμάτων. Όποιος ήξερε γράμματα θεωρούνταν ότι κατέχει «γοητεία».
(EN): Surprisingly, from “Grammar”. Literacy was once associated with magical charm.
- GLANCE / GLARE / GLIMPSE < ΓΛΕΠΩ (ΔΩΡΙΚΑ)
(EL): Από το δωρικό γλέπω (αντί του αττικού βλέπω).
(EN): From the Doric “glepo” (to look/see).
Glava γκλάβα (Σερβικα)γαβαλά (μακ) γ/α/β γλάβα
- GLORY < ΚΛΕΟΣ
(EL): Η δόξα. Από το κλέος.
(EN): Fame or honor. From “kleos”.
- GLOSSARY < ΓΛΩΣΣΑ
(EL): Το λεξιλόγιο, η γλώσσα μας.
(EN): From “glossa” (language/tongue).
- GLUE <γλοιF> ΓΛΟΙΟΣ,ΓΡΟΙΟΣ
(EL): Η κόλλα. Από τον γλοιό.
(EN): From “gloios” (sticky substance/gum).
- GOLD < ΓΛΟΥΡΟΣ (ΔΩΡΙΚΑ)
(EL): Ο χρυσός. Από τον δωρικό τύπο γλουρός.
(EN): From “glouros”, a Doric word for gold.
Gnostic < Γνωστικός: < γιγνώσκω.
- GOMAR / GOMORRAH < ΟΝΟΣ (FΟΣΝΟΣ)
(EL): Ο γάιδαρος. Το αρχαίο δίγαμμα (F) έδωσε το G στην αρχή της λέξης (Fόσνος).
(EN): Donkey. From ancient “f-osnos”. The Digamma (F) evolved into the G sound.
- GONDOLA < ΚΟΝΔΥ
(EL): Από το κόνδυ (αρχαίο ποτήρι/σκεύος), λόγω του σχήματός της.
(EN): From “kondy” (ancient drinking vessel), reflecting the boat’s shape.
- GOVERN / GOVERNOR < ΚΥΒΕΡΝΩ
(EL): Από το κυβερνώ (πηδαλιουχώ το πλοίο). Το Κ τρέπεται σε G.
(EN): From “kyberno” (to steer a ship). Latin “gubernare” is the bridge.
- GRAD / GROUND < ΧΟΡΤΟΣ
(EL): Συνδέεται με τον περιφραγμένο τόπο (χόρτος). Εξ ου και η κατάληξη -grad (π.χ. Stalingrad).
(EN): Linked to “hortos” (enclosed plot). The root for ground and city-suffixes.
- GRAMMAR / GRAPHIC < ΓΡΑΜΜΑ / ΓΡΑΦΩ
(EL): Η τέχνη της γραφής και το γράμμα.
(EN): From “gramma” (letter) and “grapho” (to write).
- GRASS < ΓΡΑΣΤΙΣ
(EL): Το χορτάρι. Από τη γράστιν (χλόη).
(EN): From “grastis” (fodder/grass).
- GRAY < ΓΡΑΙΑ
(EL): Το γκρίζο. Από τη γραία (γριά), λόγω του χρώματος των μαλλιών.
(EN): From “graia” (old woman), referring to grey hair.
- GREGARIOUS < ΓΕΓΡΕΡΑ
(EL): Κοινωνικός. Από το γέγρερα (συναθροίζω στην αγέλη).
(EN): From “gegrera” (to gather/assemble).
- GRIP / GRIPHOS < ΓΡΙΠΟΣ / ΓΡΑΠΩΝΩ
(EL): Ο γρίφος. Από τον γρίπο (δίχτυ) και το γραπώνω. Κάτι περίπλοκο. το αλιευτικό δίχτυ που ήταν τόσο περίτεχνα και πολύπλοκα δεμένο, ώστε δεν μπορούσε εύκολα να ξεμπερδευτεί. Κάτι τέτοιο ισχύει και για τον γρίφο, το πρόβλημα που είναι δύσκολο να το «ξεμπερδέψεις», να το επιλύσεις.
(EN): From “gripos” (fishing net). Something hard to untangle.
GUA(κατάληξις)<-ΓΑΙΑ δα=γα e.g.Nicaragua=Η γη της Νίκης. γαία=δαία
- GUITAR < ΚΙΘΑΡΙΣ
(EL): Η κιθάρα. Από την αρχαία κίθαρι.
(EN): From “kitharis”.
- GYMNASTICS < ΓΥΜΝΟΣ
(EL): Από το γυμνός. Η άσκηση που γινόταν χωρίς ενδύματα.
(EN): From “gymnos” (naked), as athletes practiced without clothes.
- NICARAGUA < ΝΙΚΗ + ΓΑΙΑ
(EL): Η Γη της Νίκης! Από τη Νίκη και τη Γαία (-gua).
(EN): Suffix “-gua” from “Gaia” (earth). Victory + Earth.
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER H
HAIR < ΧΑΙΤΗ
(EL): Η πλούσια κόμη. Από τη χαίτη.
(EN): From “chaite” (long, flowing hair).
- HALI (TR) < ΧΗΛΙΟΝ
(EL): Το χαλί. Από το χήλιον (το πλεκτό). Μια λέξη που ταξίδεψε στην Ανατολή και επέστρεψε.
(EN): From “chelion” (woven/knitted).
- HALLO / HELLO < ΟΥΛΕ ΤΕ (ΟΜΗΡΟΣ)
(EL): Συγκλονιστικό! Από το Ομηρικό οὖλέ τε καὶ μέγα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν. (Να είσαι καλά και να χαίρεσαι , οι δε θεοί να σου δίδουν ευτυχία) Ομήρου Οδύσσεια , ω -. Η λέξη οὖλος (υγιής/ολόκληρος) με τη δασεία έγινε Hello.
(EN): From the Homeric greeting “Oule te” (be healthy/whole).
- HALO < ΑΛΩΣ
(EL): Το φωτοστέφανο. Από την ἅλω (αλώνι, δίσκος, κύκλος). Ο κύκλος του φωτός που «αγκαλιάζει» το κεφάλι.
(EN): From “halos” (disk/threshing floor).
- HAND / HARI (JP) < ΧΕΙΡ
(EL): Το χέρι. Από την αρχαία χείρα. Η ρίζα αυτή «ακούμπησε» μέχρι την Ιαπωνία (hari).
(EN): From “cheir” (hand).
- HARMONY < ΑΡΜΟΝΙΑ
(EL): Από το fαρμονία (αρχαίο δίγαμμα) και τον αρμό (σύνδεσμος).
(EN): From “harmonia”, related to “armos” (joint).
- HARPOON < ΑΡΠΕΔΟΝΗ
(EL): Το καμάκι. Από την αρπεδόνη (το δίχτυ ή το σχοινί της παγίδας).
(EN): From “arpedone” (snare/cord).
- HAVE <fΕΧΩ
(EL): Κατέχω. Από το σέχω (απ’ όπου και το ίσχω). Η δασεία έγινε H.
(EN): From “echo” (originally “secho”), meaning to hold or possess.
- HE < ΚΕΙΝΟΣ (χfει)
(EL): Αυτός. Από το κείνος μέσω του τύπου χfει.
(EN): The third-person pronoun, linked to “keinos”.
- HEIGHT / HIGH < ΥΨΟΣ
(EL): Από το ὕψος (με αρχαίο δίγαμμα fυπ-).
(EN): From “hypsos” (height).
- HEIR / HERITAGE < ΧΗΡΩΣΤΗΣ
(EL): Ο κληρονόμος. Από τον χηρωστή, =μακρινός συγγενής που κληρονομούσε απρόσμενα περιουσία επειδή σκοτωνόταν στον πόλεμο ή πέθαινε από φυσικά αίτια ο άντρας μιας οικογένειας και δεν υπήρχε πλησιέστερος άνδρας συγγενής (συχνά αναλάμβανε και την κηδεμονία τυχόν ανήλικων παιδιών του θανόντα)
(EN): From “cherostis”. Heritage is the succession passing between generations.
- HELIX / HELICOPTER < ΕΛΙΞ / ΕΛΙΣΣΟΜΑΙ
(EL): Από το εἱλεῖν (περιδίνηση). Το ελικόπτερο έχει «ελικοειδή φτερά» (πτερόν).
(EN): From “helix” (spiral) + “pteron” (wing).
- Hemi-<(δασεία)ημί- Fεμι
- HERB < ΦΟΡΒΗ
(EL): Το βότανο. Από τη φορβή (τροφή/βοσκή). Το ελληνικό Φ τρέπεται σε H.
(EN): From “phorbe” (pasture/fodder).
- HERESY < ΑΙΡΕΣΙΣ
(EL): Από το αἱρέω-ῶ (λαμβάνω, εκλέγω). Η ελεύθερη επιλογή μιας σχολής σκέψης.
(EN): From “hairesis” (choice/election).
- HERMETIC < ΕΡΜΗΣ
(EL): Από τον Ερμή (τον Τρισμέγιστο). Το στεγανό αλλά και το απόκρυφο.
(EN): From “Hermes”. Refers to something airtight or occult wisdom.
- HERO < ΗΡΩΣ
(EL): Ο γενναίος. Αρχικά σήμαινε τον προστάτη, αυτόν που φυλάσσει.
(EN): From “heros” (hero/protector).
- HERON / HIRONDELLE < ΕΡΩΔΙΟΣ / ΧΕΛΙΔΟΝΙ
(EL): Τα πουλιά της άνοιξης. Συνδέονται με το fέαρ (άνοιξη).
(EN): Birds of spring, linked to “ear” (springtime).
- HERPES < ΕΡΠΩ
(EL): Ο έρπης. Από το ἕρπω (σέρνομαι), λόγω του τρόπου που εξαπλώνεται.
(EN): From “herpo” (to creep/crawl).
- HESITATE < ΙΣΧΩ
(EL): Διστάζω. Από το ἴσχω (κρατώ, σταματώ). Όταν διστάζεις, «κρατάς» τον εαυτό σου.
(EN): From “ischo” (to hold back/stop).
- HETERODOX < ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΣ
(EL): Από το ἕτερος + δόξα (άποψη). Η διαφορετική γνώμη.
(EN): From “heteros” (other) + “doxa” (opinion).
- HEXAGON < ΕΞΑΓΩΝΟ
(EL): Από το ἕξ + γωνία.
(EN): From “hex” (six) + “gonia” (angle).
- HILARIOUS < ΙΛΑΡΟΣ
(EL): Ο πολύ χαρούμενος. Το αρχικό Σ (σιλαρός) έγινε δασεία και μετά H.
(EN): From “hilaros” (cheerful/propitious).
- HISTORY < ΙΣΤΟΡΙΑ
(EL): Από τον ίστωρα (αυτόν που γνωρίζει/Fιδ-). Η έρευνα για την αλήθεια.
(EN): From “historia”, meaning inquiry/knowledge.
Hoden Αρμένικα= όζω μυρίζω<οσμή-οδμή
- HOLOCAUST < ΟΛΟΚΑΥΣΤΟΝ
(EL): Από το ὅλος + καίω. Η θυσία όπου το θύμα καιγόταν ολόκληρο.
(EN): From “holos” (whole) + “kaustos” (burnt).
- HOMAGE < ΟΜΑΛΟΣ
(EL): Ο φόρος τιμής. Από τον ομαλό (αυτόν που υποτάσσεται/εξομαλύνει τις διαφορές).
(EN): From “homalos” (even/smooth), indicating submission.
- HOMO / HUMUS / HUMBLE < ΧΑΜΑΙ / ΧΩΜΑ
(EL): Ο άνθρωπος και το χώμα. Από το χαμαί (κάτω στο έδαφος). Είμαστε πλασμένοι από χώμα.
(EN): From “chamai” (on the ground). Humans as beings of the earth.
- HORIZON < ΟΡΙΖΩΝ
(EL): Από τον ὁρίζοντα κύκλο (αυτόν που θέτει τα όρια της όρασης).
(EN): From “horizon” (bounding circle).
- HORMONE < ΟΡΜΗ
(EL): Η ουσία που δίνει το έναυσμα, το «σπρώξιμο» (ορμή).
(EN): From “orme” (impulse/onset).
- HORNUS / HOUR / HORA < ΩΡΑ
(EL): Ο εφετινός/ώριμος και η ώρα. Η ρίζα σορ- έδωσε τη δασεία και το H.
(EN): From “hora” (season/time).
- HOROSCOPE < ΩΡΑ + ΣΚΟΠΩ
(EL): Από το ὥρα + σκοπέω-ῶ (παρατηρώ).
(EN): From “hora” (time) + “skopeo” (to observe).
- HOSPITAL / HOST < ΕΣΤΙΑ
(EL): Από την Εστία (το κέντρο του σπιτιού). Ο host είναι ο εστιούχος, αυτός που προσφέρει τη θαλπωρή του.
(EN): From “hestia” (hearth/home).
Hour/hora (Ινδικά)<ώρα
- HOWL < ΟΛΟΛΥΖΩ
(EL): Ουρλιάζω. Από το αρχαίο ὀλολύζω.
(EN): From “ololizo” (to cry out).
- HUILE / OIL < ΕΛΑΙΟΝ
(EL): Το λάδι. Από το ἔλαιον (αρχαίο fέλαjον).
(EN): From “elaion” (olive oil).
- HUMID / HUMOUR < ΧΥΜΟΣ
(EL): Η υγρασία και η διάθεση. Όλα προέρχονται από τους χυμούς του σώματος.
(EN): From “chymos” (juice/fluid).
- HYACINTH < ΥΑΚΙΝΘΟΣ
(EL): Από τον μυθικό Υάκινθο, τον αγαπημένο του Απόλλωνα.
(EN): From the mythological youth “Hyacinthus”.
- HYDRA < ΥΔΡΑ
(EL): Από το ὕδωρ. Το μυθικό ον που ζούσε στα νερά.
(EN): From “hydor” (water). The multi-headed water serpent.
- HYGIENE < ΥΓΙΕΙΝΗ
(EL): Από την Υγεία, την κόρη του Ασκληπιού.
(EN): From “hygieia” (health).
- HYMN < ΥΜΝΟΣ
(EL): Η ιερή ωδή. Το H είναι το αποτύπωμα της αρχαίας δασείας.
(EN): From “hymnos” (song of praise).
- HYPNOSIS < ΥΠΝΟΣ
(EL): Από τον Ὕπνο, τον αδελφό του Θανάτου.
(EN): From “hypnos” (sleep).
- HYP- (Prefixes) < ΥΠΟ
(EL): Hypocrisy (υπό + κρίνω), Hypothesis (υπό + τίθημι).
(EN): Under/Below prefixes.
- HYSTERIA < ΥΣΤΕΡΑ
(EL): Από την υστέρα (μήτρα), την έδρα των συναισθημάτων κατά τους αρχαίους.
(EN): From “hystera” (uterus).
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER I
ICON < ΕΙΚΩΝ
(EL): Το ομοίωμα, η εικόνα.
(EN): An image or representation.
- IDEA / IDOL / IDYLL < ΙΔΕΑ / FΙΔ– (Βλέπω)
(EL): Η μορφή που βλέπουμε με τον νου (ιδέα), το ομοίωμα (είδωλον) ή μια μικρή, όμορφη εικόνα (ειδύλλιον). Όλα από το αρχαίο ρήμα για το «βλέπω».
(EN): From the root “f-id” (to see). The mind’s eye perceives an “idea” or an “idol” (form/image).
- IDIOT < ΙΔΙΩΤΗΣ
(EL): Αυτός που ιδιωτεύει, που αποσύρεται από τα κοινά και κοιτάζει μόνο το ίδιον (το δικό του συμφέρον).
(EN): Someone who didn’t participate in public life, caring only for private affairs (“idion”).
- IMPEDE < ΕΜ-ΠΕΔΩ
(EL): Εμποδίζω. Από το εν + πέδη (δεσμά για τα πόδια). Το να βάζεις εμπόδια στα πόδια κάποιου.
(EN): To shackle the feet (“pedes”).
- IMPETUOUS < ΕΝ + ΠΙΠΤΩ
(EL): Ο ορμητικός. Αυτός που «πέφτει μέσα» στα πράγματα με δύναμη.
(EN): From “en” + “pipto” (to fall into). One who rushes in headlong.
- IMPULSE < ΕΝ + ΠΑΛΛΩ
(EL): Η ενδόμυχη ώθηση. Από το εν + πάλλω (δονήθηκα). Η εσωτερική δόνηση που σπρώχνει σε δράση.
(EN): Inner vibration or shaking (“pallo”).
- IN- / EN- < ΕΝ / ΙΝ (Δωρικό)
(EL): Η πρόθεση εν (στα δωρικά ιν). Η βάση για χιλιάδες λέξεις που δηλώνουν το «μέσα».
(EN): The prefix “in-“, originating from the Greek “en”.
- INCLINE < ΕΝ + ΚΛΙΝΩ
(EL): Γέρνω προς μια πλευρά. Από το εν + κλίνω.
(EN): From “en” + “klino” (to lean).
- INDICATE < ΕΝ + ΔΕΙΚΝΥΩ
(EL): Δείχνω κάτι που βρίσκεται εντός ή επισημαίνω την κατεύθυνση.
(EN): To point out (“deiknyo”) something within.
- INDIGENOUS < ΕΝΔΟΓΕΝΗΣ
(EL): Ο αυτόχθων. Αυτός που το γένος του ξεκινά από ένδον (μέσα από τη γη που πατάει).
(EN): Born from within (“endo” + “genos”).
- INFAMOUS < ΑΝΕΥ + ΦΗΜΗ
(EL): Ο κακόφημος. Αυτός που στερείται καλής φήμης.
(EN): Lacking a good reputation (“pheme”).
- INFANT < ΝΗΠΙΟΣ (Νη + Έπος)
(EL): Το βρέφος. Από το στερητικό νη- + έπος (λόγος). Αυτό που δεν έχει μιλήσει ακόμη.
(EN): From “ne” (not) + “epos” (speech). Literally, “one who cannot speak”.
- INFLAMMATION / INFLATE < ΦΛΕΓΜΟΝΗ / ΦΛΥΩ
(EL): Η φλεγμονή (φλέγω) και το φούσκωμα (εν + φλόω/φλύω).
(EN): Inner burning (“phlego”) or inner bubbling/overflowing (“phlyo”).
inflate<εν – φλόω, είμαι γεμάτος, φλύω = αναβρύω
- INNOCENT < ΑΝΕΥ + ΝΕΚΥΣ
(EL): Ο αθώος. Από το άνευ (χωρίς) + νέκυς (νεκρός/φόνος). Αυτός που δεν έχει προκαλέσει θάνατο.
(EN): Without (“aneu”) + death (“nekys”). Free from the guilt of killing.
- INSATIABLE < ΑΣΑΩ
(EL): Ο αχόρταγος. Από το ασάω-ώ (αισθάνομαι κόρο/χορταίνω). Με το στερητικό in-, αυτός που δεν χορταίνει.
(EN): One who cannot reach “asa” (satisfaction/fullness).
- INSIST < ΕΝ + ΙΣΤΗΜΙ
(EL): Επιμένω. Στέκομαι (ίστημι) γερά εντός της θέσης μου.
(EN): To stand (“histemi”) firm within.
- INSTILL < ΕΝΣΤΑΛΑΣΣΩ
(EL): Στάζω σιγά-σιγά μέσα. Όπως οι σταγόνες (stilla) της γνώσης στην ψυχή.
(EN): To drip (“stalasso”) into.
- INTEND < ΕΝ + ΤΕΙΝΩ
(EL): Σκοπεύω. Τείνω τον νου μου εντός μιας επιθυμίας.
(EN): To stretch (“teino”) the mind toward something.
- IODINE < ΙΩΔΕΣ
(EL): Από το χρώμα του ίου (μενεξέ).
(EN): Named after the violet color of the “ion” (violet flower).
- IRIS < ΙΡΙΣ
(EL): Η αγγελιοφόρος των θεών και το «ουράνιο τόξο» του ματιού μας.
(EN): The messenger of the gods and the colored part of the eye.
- IRONY < ΕΙΡΩΝΕΙΑ
(EL): Από τον είρωνα, αυτόν που προσποιείται άγνοια για να εκθέσει τον συνομιλητή του.
(EN): From “eiron”, one who feigns ignorance.
- ISOSCELES < ΙΣΟΣ + ΣΚΕΛΟΣ
(EL): Το τρίγωνο με τα ίσα σκέλη.
(EN): A triangle with equal legs/sides.
- IOTAS < ΙΩΤΑ
(EL): Το ελάχιστο, το πιο μικρό σημάδι.
(EN): The smallest amount or mark.
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER J
JANUARY / JANUS < ΙΑΝΟΣ < ΙΕΝΑΙ (ΕΊΜΙ)
(EL): Ο Ιανός, ο θεός με τα δύο πρόσωπα. Από το ρήμα ἵημι / εἶμι (πηγαίνω, πορεύομαι). Είναι ο θεός της «διάβασης» και της αρχής.
(EN): From “Janus”, the two-faced god of beginnings. Linked to the Greek “ienai” (to go/proceed).
- JEALOUS / JALOUSIE < ΖΗΛΟΣ
(EL): Ο ζήλος και η ζηλοτυπία. Η έντονη επιθυμία ή ο φθόνος. Το ελληνικό Ζ μετατράπηκε στο λατινογενές J (Zelos > Jealous).
(EN): From “zelos” (zeal/emulation).
- JEST / GESTURE < ΓΕΡΑΣ / ΧΕΙΡ
(EL): Η κίνηση, το κατόρθωμα. Συνδέεται με τη δράση και τη «χειρονομία» (χείρ).
(EN): Related to action and movement, linked back to manual or physical expression (“cheir”).
- JOGA / YOGA < ΖΥΓΟΣ
(EL): Η ένωση και η ισορροπία των δυνάμεων. Από τον ζυγό (αυτό που ενώνει τα δύο βόδια για να τραβήξουν μαζί).
(EN): From “zygos” (yoke). It represents the union and balance of forces.
- JOKE < ΙΩΚΗ
(EL): Η καταδίωξη ή ο θόρυβος της μάχης, που μεταφορικά πέρασε στην έννοια του παιχνιδιού και του αστείου.
(EN): Historically linked to “ioke” (pursuit/tumult), evolving into lighthearted banter.
- JOVIAL < ΔΙΟΣ (ΖΕΥΣ)
(EL): Ο χαρούμενος. Από τον Δία (γενική: Διός). Στη λατινική αστρολογία, όσοι γεννιούνταν υπό την επήρεια του Δία (Jupiter) ήταν καλόκαρδοι.
(EN): From “Jove” (Jupiter/Zeus). Refers to the cheerful nature of those born under the planet Jupiter.
- JOY < ΓΗΘΟΣΥΝΗ
(EL): Η χαρά. Από το γηθώ / γαίω (χαίρομαι). Η ρίζα έδωσε το γαλλικό joie και το αγγλικό joy.
(EN): From “gethosyne” / “gaio” (to rejoice).
- JUBILEE < ΙΩΒΗΛΑΙΟΣ < ΙΩ
(EL): Ο εορτασμός. Από το επιφώνημα χαράς ἰώ!.
(EN): A season of celebration. Linked to the joyous exclamation “io!”.
- JUDGE / JUSTICE / JURY < ΔΙΚΗ (DIKE > JUS)
(EL): Η Δικαιοσύνη. Το ελληνικό Δ τρέπεται συχνά στο λατινικό J (Dike > Jus > Justice).
(EN): From “dike” (justice/right). The Greek “D” often shifts to the Latin “J”.
- JUICE < ΖΩΜΟΣ
(EL): Ο ζωμός. Το υγρό των καρπών. Το ελληνικό Ζ πέρασε στο λατινικό J.
(EN): From “zomos” (broth/juice).
- JUNCTION / JOIN < ΖΥΓΟΣ
(EL): Η ένωση, ο κόμβος. Πάλι από τον ζυγό (τη ζεύξη).
(EN): Linked to “zygos” (yoke/joining).
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER K
KALEIDOSCOPE < ΚΑΛΟΣ + ΕΙΔΟΣ + ΣΚΟΠΩ
(EL): Το όργανο που μας επιτρέπει να «σκοπεύουμε» (βλέπουμε) «καλά είδη» (όμορφες μορφές).
(EN): From “kalos” (beautiful) + “eidos” (form) + “skopeo” (to look at).
- KERATIN / KERATOSIS < ΚΕΡΑΣ
(EL): Η κερατίνη. Από το κέρας (κέρατο), το σκληρό υλικό της φύσης.
(EN): From “keras” (horn). The protein found in hair, nails, and horns.
- KEY < ΚΛΕΪΣ (ΚΛΕΙΔΙ)
(EL): Από τον δωρικό τύπο κλαΐς. Αυτό που κλείνει και ανοίγει τις πόρτες.
(EN): From “kleis” (key/bolt). The tool that locks.
- KHAN / AGA KHAN < FΑΝΑΞ (ΑΝΑΞ)
(EL): Συγκλονιστικό! Ο Άναξ (βασιλιάς) με το αρχαίο δίγαμμα έγινε Fάναξ > Χάναξ > Khan. Ο ηγεμών της Ανατολής έχει ελληνική «κορώνα»!
(EN): From “anax” (king/leader), through the ancient “w-anax” form.
- KHALINA (INDIAN) < ΧΑΛΙΝΟΣ
(EL): Η σύνδεση με τα Ινδικά που δείχνει την εξάπλωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο χαλινός παρέμεινε Khalina.
(EN): The Greek word for “bridle” preserved in Indian languages.
- KILO- < ΧΙΛΙΟΙ
(EL): Το πρόθεμα για το χίλια. Κάθε Kilogram ή Kilometer κουβαλάει μια χιλιάδα ελληνικές μονάδες.
(EN): From “chilioi” (thousand).
- KILL < ΚΗΛΟΝ
(EL): Το βέλος, το βλήμα. Από το κήλον. Η πράξη του να «χτυπάς» με βέλος.
(EN): Linked to “kelon” (shaft/arrow).
- KINETIC / CINEMA < ΚΙΝΗΤΙΚΟΣ / ΚΙΝΩ
(EL): Από το κινώ. Ο κινηματογράφος (cinema) είναι η «γραφή της κίνησης». Η ρίζα βρίσκεται στο στιβαρό ελληνικό Κ.
(EN): From “kinetikos” (moving). Cinema is the “recording of movement”.
- KISS < ΚΥΝΩ (ΠΡΟΣΚΥΝΩ)
(EL): Από το κυνώ (φιλώ). Το προσκυνώ είναι ακριβώς αυτό: στέλνω φιλί προς κάτι ιερό. “κύσον με και την χείρα δός την δεξιάν” ( Αριστοφάνη Νεφ.81 )
(EN): From “kynein” (to kiss). “Proskynesis” is the act of kissing towards. “κύσον με και την χείρα δός την δεξιάν” ( Αριστοφάνη Νεφ.81 )
- KLAXON < ΚΛΑΓΓΗ
(EL): Ο οξύς ήχος. Από την ομηρική κλαγγή (ο ήχος των γερανών ή των τόξων).
(EN): From “klange” (sharp, ringing sound/clangor).
- KLEPTOMANIA < ΚΛΕΠΤΩ + ΜΑΝΙΑ
(EL): Η ακατανίκητη ώθηση προς το κλέπτειν.
(EN): From “klepto” (to steal) + “mania” (madness).
- KNOW < ΓΙΓΝΩΣΚΩ / ΚΟΝΕΩ-ΚΟΝΩ
(EL): Το βουβό Κ των Άγγλων είναι το δικό μας Γ. Από το γιγνώσκω και το κονώ (γνωρίζω καλά). connaitre cognosco Κνωσσός<γνω-κνω .Κογξ=γνώρισε ,
(EN): The silent “K” corresponds to the Greek “G”. From “gignosko”.
- KOSMOS < ΚΟΣΜΟΣ
(EL): Η τάξη, το στολίδι. Για τους Έλληνες, το σύμπαν είναι ένα «κόσμημα» γιατί έχει τάξη.
(EN): From “kosmos” (order/ornament/world).
- KRYPTON / CRYPT < ΚΡΥΠΤΟΣ
(EL): Το στοιχείο Κρυπτόν ή η κρύπτη. Από το κρύπτω. Κάτι κρυμμένο από τα μάτια.
(EN): From “kryptos” (hidden).
- KYRIE < ΚΥΡΙΕ
(EL): Από τον Κύριο (αυτόν που έχει το κύρος, την εξουσία).
(EN): From “Kyrios” (Lord/Master), the one with “kyros” (authority).
🔮 ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ (Ελευσίνια)
ΚΟΓΞ – ΟΜ – ΠΑΞ: Οι μυστηριώδεις λέξεις της μύησης.
- Κογξ < Γνώρισε (Γνω-).
- Ομ < Όμμα (Βλέπε).
Παξ < Πήγνυμι (Σιώπα/Πάγος). «Γνώρισε, Δες, Σιώπα»
IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER L
LABYRINTH < ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ
(EL): Από το λάβρυς (διπλούς πέλεκυς), το σύμβολο του παλατιού της Κνωσού.
(EN): From “labyrinthos”, linked to the “labrys” (double axe).
- LACRIMA / LARME < ΔΑΚΡΥ (Λάκρυμα,δάκρυ–μα)
(EL): Το δάκρυ. Εδώ το Δ τρέπεται σε L. Το αρχαίο λάκρυμα έδωσε το λατινικό lacrima και το γαλλικό larme.
(EN): From “dakry” (tear). A classic linguistic transition from D to L.
- LAINE / LANA < ΧΛΑΙΝΑ
(EL): Το μαλλί. Από την ομηρική χλαίνη (μάλλινο ιμάτιο). Οι Λατίνοι την είπαν laena.
(EN): From “chlaina” (woolen cloak).
- LAKE < ΛΑΚΚΟΣ / ΛΑΚΙΣ
(EL): Η λίμνη. Από τον λάκκο ή τη λακίδα (σχίσμα). Εκεί που το έδαφος σχίστηκε και κράτησε το νερό.
(EN): From “lakkos” (pit/hollow) or “lakis” (cleft/rent).
- LAMENT < ΛΑΙΕΙΝ
(EL): Ο θρήνος. Από το αρχαίο λαίειν (βγάζω κραυγή, φωνάζω δυνατά).
(EN): From “laiein” (to cry out/shout).
lamp< λαμπάς
- LANCE < ΛΟΓΧΗ
(EL): Το δόρυ, η λόγχη. Μια λέξη αυτούσια από την αρχαιότητα μέχρι τους ιππότες.
(EN): From “longche” (spearhead/lance).
- LAND / IRELAND < ΛΑΑΣ (ΛΑFΑΣ)
(EL): Η γη. Από το λάας (πέτρα/βράχος). Η Ireland είναι η «Χώρα των Βράχων»!
(EN): From “laas” (stone/rock).
- LANGUAGE / LICK < ΛΕΙΧΩ (ΛΕΙΓΩ)
(EL): Η γλώσσα. Από το λείχω (γλείφω). Το όργανο που γλείφει και μιλάει.
(EN): From “leicho” (to lick). The tongue as the organ of speech.
Lantern< λαμπτήρ
- LAP < ΠΑΛΛΑΣ ΑΘΗΝΑ (Πάλλεσθαι)
(EL): Η ποδιά/αγκαλιά. Από το πάλλω (κινώ με δύναμη). Τα μωρά που «πάλλονται» στην ποδιά μας. (οπαλλάκια το μωρό στην ποδιά μας>lap ) πάλλει το δόρυ
(EN): Linked to “Pallas“ and “pallo“ (to sway/quiver).
- LARD / LARDER < ΛΑΡΔΟΣ
(EL): Το λίπος του χοίρου (λάρδος) και το κελάρι.
(EN): From “lardos” (pig fat).
Lasagna<λάγγανον
- LAST < ΛΟΙΣΘΟΣ
(EL): Ο τελευταίος. Από το λοίσθιον (το ύστατο).
(EN): From “loisthos” (last/final).
Latent< λανθάνω
- LAURIER / LAUREL < ΔΑΦΝΗ (Δ > L)
(EL): Η δάφνη. Το αρχαιοελληνικό Δ τρέπεται σε L (Daphne > Laurel).
(EN): From “Daphne”. The initial “D” shifts to “L”.
laved – λέβης περσικα
lax< λαγαρός = υποχωρητικός
- LAY / LIE / LECTURE < ΛΕΓΩ / ΛΕΧΟΣ
(EL): Από το λέγω (βάζω σε τάξη/κατακλίνομαι). Το λέχος (κρεβάτι) έδωσε το Lie.
(EN): From “lego” (to arrange/lay down) and “lechos” (bed).
- LEAGUE < ΛΥΓΟΣ
(EL): Η συμμαχία. Από τη λυγαριά (λύγος), το κλαδί που χρησιμοποιούσαν για να δένουν πράγματα.
(EN): From “lygos” (pliant twig for binding). A league is a group “bound” together.
- LEARN < ΛΑΜΒΑΝΩ
(EL): Μαθαίνω. Από το λαμβάνω (γνώση). Η μάθηση είναι η διαδικασία του να «λαμβάνεις» πληροφορίες.
(EN): Related to “lambano” (to take/grasp knowledge).
-lect ως Β’ συνθετικό λόγος=σκέψη,λογική/γλώσσα/αιτία/αναλογία(μαθημ.)<λέγω<λεγ(-lect)=τακτοποιώ, διευθετώ, ομιλώ(lego/lire) =συλλέγω, διαβάζωCollect/select/elect
- LEFT < ΛΑΙΑ / ΛΕFΑ
(EL): Αριστερά. Επί τα λαιά (τα αριστερά μέρη).
(EN): From “laia” (left hand/side).
Legen,lay< Ερως< ερώτησις < λέγειν= γέρνω για ερωτική συνομιλία μέλλων ερώ ο λόγος στο μέλλον θα φέρει έρωτα
Legion< λογάς = εκλεκτή ομάς
- LESTO < ΛΗΣΤΗΣ (Περσικά)
(EL): Ο γρήγορος. Συνδέεται με τον ληστή (που πρέπει να είναι ταχύς).
(EN): Linked to “lestes” (robber/brigand), implying speed.
lick/lecher <γλείφω» προκύπτει από το αρχαίο ρήμα «ἐκλείχω» (< αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω, απ’ όπου και οι λέξεις λειχούδης, λειχουδιά, γλειφιτζούρι, γλείψιμο.
Lie< λέκτρον = συζ. κλίνη (ανάκλιντρο) λέχος
- LIGHT < ΕΛΑΧΥΣ
(EL): Το φως/ελαφρύ. Από το ελαχύς (μικρός, χωρίς βάρος). Το αρχικό Ε έπεσε και έμεινε το L.
(EN): From “elachys” (small/short/light).
- LILY < ΛΕΙΡΙΟΝ
(EL): Ο κρίνος. Από το αρχαίο λείριον (το λευκό, το καθαρό).
(EN): From “leirion” (lily).
- LIP < ΛΑΠΤΩ
(EL): Το χείλος. Από το λάπτω (ρουφώ, πίνω με τη γλώσσα/χείλη).
(EN): From “lapto” (to lap up/drink).
- LISBOA < ΟΔΥΣΣΕΥΣ (ULYSSES)
(EL): Η Λισαβόνα (Olissipo) φέρει το όνομα του Οδυσσέα, ο οποίος την ίδρυσε κατά το μύθο.
(EN): Legend says Lisbon was founded by Odysseus (Latin: Ulysses).
LIT(γαλλ.)κρεβάτι<λέχος (λεχώνα)λέκτρον>λεχώ>ΛΕΓΩ>λόγος.
Lobe< λοβός
Locust< ληκάω = πηδώ
- LOGOS / LECTURE / LEGAL < ΛΕΓΩ
(EL): Μια τεράστια οικογένεια! Από το λέγω (συλλέγω, ομιλώ). Περιλαμβάνει τη λογική (Logos), το διάβασμα (Lecture) και τον νόμο (Legal).
(EN): From “lego” (to gather/arrange/speak).
- LONG < ΔΟΛΙΧΟΣ (Δ > L)
(EL): Ο μακρύς. Από το δολιχός. Το Δ έγινε L.
(EN): From “dolichos” (long).
Longivious /Longevity < δολιχός βίος
- LORD < ΛΑΕΡΤΗΣ / ΛΑΡΣ
(EL): Λάρισα= Πελασγικές Ακροπόλεις< λάς+ αίρω= υψώνω πέτρινα τείχη. Ηγεμών των Πελασγών τειχοποιιών ο Λαέρτης> λαρς= ηγεμών, άρχων> Lord
(EN): Linked to “Larissa“ and “Laertes“, through the Etruscan “Lars“.
Lotion< λούω
- LOVE < ΛΑFΩ
(EL): Η αγάπη. Από το αρχαίο λάω (κοιτάζω, επιθυμώ). Ξεκινά από το βλέμμα που επιθυμεί.
(EN): From “lao” (to behold/wish/desire).
LOUSITANIA<ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΛΟΥΣΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΖΑΓΡΕΩΣ.
- Love<λάfω= κοιτάζω , θέλω, εύχομαι, επιθυμώ.
- LUCID / LUCIFER / LUPUS < ΛΥΚΗ (ΦΩΣ)
(EL): Από τη λύκη (το πρώτο φως της αυγής). Περιλαμβάνει τον διαυγή (Lucid), τον Εωσφόρο (Lucifer) και τον λύκο (Lupus).
(EN): From “lyke” (light/dawn). “Lucifer” = light-bringer.
- LUNAR / LUNATIC / MOON < ΣΕΛΑΣ / ΜΗΝΙΣ
(EL): Από το σέλας (λάμψη). Το Moon συνδέεται με τη μήνη (σελήνη) και τη μήνιν (οργή).
(EN): From “selas” (brightness). “Moon” relates to “mene” (moon/month).
- LUPUS / LOUP / WOLF < ΛΥΚΟΣ < ΛΥΚΗ (ΦΩΣ)
(EL): Ο λύκος. Από τη λύκη (φως). Το ζώο που εμφανίζεται στο λυκόφως.
(EN): From “lyke” (light/dawn). The wolf is the animal of the twilight.
- LUSH < ΛΑΣΙΟΣ / ΔΑΣΙΟΣ
(EL): Ο πλούσιος σε βλάστηση. Από το λάσιος/δάσιος.
(EN): From “lasios” (shaggy/thick/leafy).
- LYRIC < ΛΥΡΙΚΟΣ
(EL): Ο λυρικός. Αυτός που συνοδεύεται από τη λύρα.
(EN): From “lyra” (lyre).
- ηση!
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER M
MAC / MACEDONIA < ΜΑΚΕΔΩΝ (Μάκος/Μήκος)
(EL): Από το μάκος (μήκος). Μακεδόνες = οι ψηλοί, οι μακρόσωμοι.
(EN): From “makos” (length). Macedonians were the “tall ones”.
- MACHINE < ΜΑΧΑΝΑ (ΜΗΧΑΝΗ)
(EL): Από τη δωρική μαχανά. Το μέσο, το τέχνασμα για να πετύχεις κάτι.
(EN): From “machana” (device/contrivance).
- MADRID / MADRE < ΜΑΔΡΙΤΗ / ΜΗΤΗΡ (Κυβέλη)
(EL): Συγκλονιστικό! Η σύνδεση της Μαδρίτης με τη θεά Κυβέλη (Matar/Μήτηρ). ΚΥΒΕΛΗ Η μικρασιατική φρυγική θεότητα Κυβέλη, (Matar Kubileya/Kubeleya “Κυβέλεια Μήτηρ, πιθανώς “Μητέρα των Ορέων”) θεότητα δημιουργικών δυνάμεων της Γης και της γονιμότητας. Ο Πίνδαρος την προσφωνεί «Κυβέλα, μάτερ θεών». Στην πλατεία της Μαδρίτης με το άγαλμα της Cybella εορτάζει την νίκη η REAL (κασκόλ). (EN): Linked to “Matar/Meteira” (Mother), specifically the goddess Cybele.
- MAGIC < ΜΑΓΕΙΑ
(EL): Από τους Μάγους, τους σοφούς και ιερείς των Μήδων που κατείχαν μυστικές γνώσεις.
(EN): From “mageia”, the art of the “magoi” (the wise men).
- MAGNANIMOUS / MAGNUS < ΜΕΓΑΣ + ΑΝΕΜΟΣ (Anima)
(EL): Μέγας + άνεμος (ψυχή/πνοή). Ο μεγαλόψυχος.
(EN): From “megas” (great) + “anemos” (soul/spirit).
- MAIN / MANUS / MANAGE < ΜΑΡΗ (Χέρι – Δωρικά)
(EL): Από τη μάρη (παλάμη). Το χέρι που «δράττεται» (πιάvει). Η βάση για το λατινικό manus και το manage.
(EN): From the Doric “mare” (hand).
Majeur/major< μεγjον>μέδjον>μέδδον>μέττον>μείζον
- MAKE / MADE < ΜΑΣΣΩ / ΜΑΓΕΙΣ
(EL): Από το μάσσω (ζυμώνω, πλάθω). Το αγγλικό made είναι ο μαγείς (ο πλασμένος).
(EN): From “masso” (to knead/shape). “Made” reflects the Greek “mageis”.
- MALICE / MALIGNANT < ΜΕΛΕΟΣ
(EL): Από το μέλεος (άθλιος, ελεεινός). Η κακία είναι η κατάσταση του «άθλιου» πνεύματος.
(EN): From “meleos” (miserable/wretched).
- MARBLE / MARINE / MARY < ΜΑΙΡΩ (ΜΑΡΜΑΙΡΩ)
(EL): Από το μαίρω (λάμπω). Το μάρμαρο είναι η λαμπερή πέτρα και η Mary συνδέεται με τη λάμψη της θάλασσας.
(EN): From “mairo” (to sparkle/gleam). Marble is the “shining stone”.
- MARINE < ΑΛΣ (ΑΛΜΥΡΟΣ)
(EL): Με την απώλεια του αρχικού «Α», το αλμυρός συνδέεται με το marine.
(EN): Linked to “hals” (salt/sea) and “almyros” (salty).
Marvelous/merveilleux<μαρ(μάριον)- μερ-=λευκόν, λαμπρόν
Mass,massive,massage< Μάζα <μασσω=ζυμώνω
- MASTER / MEDICINE / MIND < ΜΗΔΟΜΑΙ / ΜΗΣΤΩΡ
(EL): Από το μήδομαι (σκέφτομαι, φροντίζω). Η ιατρική (medicine) είναι η στοχαστική φροντίδα.
(EN): From “medomai” (to think/care for) and “mestor” (adviser).
maternal maternity< μήτηρ/δωρικά μάτηρ-μάταρ-μάτερ
- MATHEMATIC < ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
(EL): Από το μανθάνω. Η επιστήμη της μάθησης.
(EN): From “manthano” (to learn).
- MEASURE / METRE < ΜΕΤΡΟΝ
(EL): Η μονάδα μέτρησης, η τάξη.
(EN): From “metron” (measure).
- MELODY < ΜΕΛΩΔΙΑ
(EL): Μέλος (τραγούδι) + ωδή.
(EN): From “melos” (song/limb) + “ode” (song).
Medicine< Μήτις<μέδομαι σκέπτομαι φροντίζω μέδω= κυβερνώ.MEDICI ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΝΗ.
Melon< μηλοπέπων
Mellow <μειλίχιος
-ment <κατάληξη μενος = ψυχή, ορμή
merit<μέρομαι = αξιούμαι
- METAPHOR < ΜΕΤΑΦΟΡΑ
(EL): Μετά + φέρω. Η μεταφορά κουβαλάει το νόημα.
(EN): From “meta” (beyond) + “phero” (to carry).
- MILD / MELLOW < ΜΑΛΘΑΚΟΣ / ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ
(EL): Ο πράος, ο ήρεμος. Η γλυκύτητα του χαρακτήρα.
(EN): From “malthakos” (soft) and “meilichios” (gentle/sweet).
- MILITARY < ΟΜΙΛΟΣ / ΟΜΟΥ + ΙΛΗ
(EL): Από το ομού (μαζί) και την ίλη (στρατιωτική μονάδα). Ο όμιλος που κινείται μαζί.
(EN): From “homilos” (crowd) or “homou” + “ile” (troop).
- MILK < ΑΜΕΛΓΟΜΑΙ / ΑΡΜΕΓΩ
(EL): Με απώλεια του αρχικού «Α», το αμέλγω έγινε Milk.
(EN): From “amelgo” (to milk/squeeze).
Mind<μέδω= σκέφτομαι, φροντίζω
- MINE < ΜΙΝΥΕΣ
(EL): Το ορυχείο. Σύνδεση με τους Μινύες, τους πρώτους μεγάλους μεταλλουργούς.
(EN): Linked to the ancient “Minyae” tribe, master miners.
- MINOR / MINUTE < ΜΙΝΥΣ
(EL): Από το μινύς (μικρός, ελάχιστος).
(EN): From “minys” (small/short).
- MISERY < ΜΙΣΟΣ
(EL): Η δυστυχία που πηγάζει από την έχθρα ή το μίσος.
(EN): From “misos” (hatred/sorrow).
- MIX < ΜΙΣΓΩ
(EL): Από το μίσγω / μείγνυμι (ανακατεύω).
(EN): From “misgo” (to mix).
Mob/mobile <Ομηρικόν μοχλεύω Ανασηκώνω ή μετακινώ κάτι με μοχλό (χρησιμοποιώ μοχλό για να μετακινήσω βάρος).Παραβιάζω θύρα/πόρτα χρησιμοποιώντας μοχλό, διαρρηγνύω, ανοίγω με βία (συχνά με την έννοια της διάρρηξης). το χλ έγινε b άρα mob,mobile/Όσο για το MOB, Το αγγλικό mob βγαίνει από το λατινικό mobile vulgus (ευκίνητος όχλος), αλλά η ρίζα του mobile συγγενεύει με το δικό μας ἀμείβω (αλλάζω/μετακινούμαι).
Mock< μυκαόμαι = μορφάζω, περιπαίζω
- MODE / MODEL / MODUS < ΜΗΔΟΜΑΙ / ΜΗΔΟΣ
(EL): Από το μήδος (σκέψη, σχέδιο). Ένας τρόπος να υπάρχεις (Modus Vivendi).
(EN): From “medomai” (to plan/care for).
- MONEY < ΜΟΝΙΑ (ΗΡΑ)
(EL): Από την επωνυμία της Ήρας (Μονία). Στο ναό της στη Ρώμη υπήρχε το πρώτο νομισματοκοπείο.
(EN): From “Moneta” (Juno), where the Roman mint was located.
- MONITOR < ΜΗΝΥΤΩΡ
(EL): Αυτός που παρακολουθεί. Από το μηνύω (δίνω πληροφορία).
(EN): From “menytor” (the one who provides information).
- MONTH / MOON < ΜΗΝΑΣ / ΜΗΝΗ
(EL): Από τη μήνη (σελήνη). Η μέτρηση του χρόνου με βάση το φεγγάρι.
(EN): From “mene” (moon/month).
- MORPHINE < ΜΟΡΦΕΥΣ
(EL): Από τον Μορφέα, τον θεό που δίνει «μορφή» στα όνειρά μας.
(EN): From “Morpheus”, the god of dreams (shapes).
- MORTAL / MURDER < ΜΟΡΤΟΣ / ΒΡΟΤΟΣ (Β > Μ)
(EL): Το Βροτός (θνητός) έγινε Μορτός (Mortal).
(EN): From “brotos” (mortal). The shift from B to M.
- MOTHER / MATERNITY < ΜΗΤΗΡ (ΜΑΤΗΡ)
(EL): Ένας αρχέγονος ήχος. Το ελληνικό Μήτηρ είναι η ρίζα του λατινικού Mater.
(EN): From the Greek “Meter”, root of the Latin “Mater”.
motion < The Latin derivative for the word emotion, ’emotere’, literally means energy in motion. … It is the feeling sensation and physiological reaction that makes a specific emotion positive or negative.
Mourn<πενθώ, μέρμερος = ο προξενών φροντίδα, ανησυχία, ολέθριος
Mouse< μύς, ποντίκι
Moustache< μύσταξ
Muscle<μύς
Muse<μούσα
Mussel<μυς=μύδι
- MUTE / MYSTERY < ΜΥΩ
(EL): Από το μύω (κλείνω τα μάτια/στόμα). Το μυστήριο απαιτεί να κλείσεις τα μάτια για να δεις την αλήθεια.
(EN): From “myo” (to close).
Mutilate< μύτιλος = περικεκομμένος, κολοβός Μυτιλήνη
My< (ε) μου
🔮 ΟΙ «ΜΥΣΤΙΚΕΣ» ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ Μ
- Island of Man < Μινωίτες: Η σύνδεση με τους Μινωίτες που αναζητούσαν ασήμι μέχρι τη Βρετανία!
- Moai: Η τολμηρή σύνδεση των αγαλμάτων του Πάσχα με τα «Όμοια» του Πλάτωνα.
- -ment (Suffix) < ΜΕΝΟΣ: Η κατάληξη που δίνει «ψυχή» και «ορμή» (π.χ. Move-ment).
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER N
NAGER / SWIM < ΝΕFΩ / ΝΑFΩ
(EL): Η κολύμβηση. Από το νέfω (κολυμπώ) και το νάfω (ρέω). Στα Αιολικά έγινε ναύω.
(EN): From “nefo/nafo” (to flow/swim).
- NAIL < ΟΝΥΞ (ΝΥΧΙ)
(EL): Το νύχι. Με την πτώση του αρχικού Ο (όνυξ > nyx), έδωσε το λατινικό unguis και το αγγλικό nail.
(EN): From “onyx”. The initial “O” was lost.
- NAME / NOUN < ΟΝΟΜΑ
(EL): Από το όνομα. Στα λατινικά έγινε nomen (χάνοντας το Ο) και στα αγγλικά name.
(EN): Directly from “Onoma”.
- NAUSEA < ΝΑΥΤΙΑ
(EL): Από τη ναύς (πλοίο). Η ζάλη που νιώθει κανείς στο καράβι όταν «παλεύει» με τα κύματα.
(EN): From “naus” (ship). Literally, “sea-sickness”.
- NAUTICAL / NAVY / NAVIGATE < ΝΑΥΤΙΚΟΣ / ΝΑΥΣ + ΑΓΩ
(EL): Ναύς (πλοίο) + Άγω (οδηγώ). Το να πλοηγείς σημαίνει να οδηγείς το καράβι.
(EN): From “naus” (ship) + “ago” (to lead/steer).
- NE / NH- < ΝΗΝΕΜΙΑ / ΝΗΠΙΟΝ
(EL): Το στερητικό μόριο νη- ή νε-. Νηνεμία (χωρίς άνεμο) και Νήπιον (χωρίς έπος/λόγο).
(EN): From the Greek negative prefix “ne/ni-“, meaning “without”.
- NEBULOUS < ΝΕΦΕΛΗ
(EL): Ο ασαφής. Από τη νεφέλη (σύννεφο). Νη φως
(EN): From “nephele” (cloud).
- NECTAR < ΝΕΚΤΑΡ (ΝΕΚΥΣ + ΤΑΡ)
(EL): Νέκυς (νεκρός) + τάρ (ξεπερνώ). Το ποτό που σε κάνει να «ξεπερνάς τον θάνατο».
(EN): From “nekys” (corpse) + “tar” (to overcome).
- NEGRO < ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ (NIGROMANTIA)
(EL): Συγκλονιστική σύνδεση! Η ρίζα είναι η ελληνική Νεκρομαντεία, που πέρασε στα λατινικά ως nigromantia.
(EN): Linked to “Nekromanteia”, later associated with Latin niger (black).
- NEMESIS < ΝΕΜΕΣΙΣ
(EL): Από το νέμω (διανέμω/μοιράζω). Η θεία δίκη που μοιράζει στον καθένα αυτό που του αξίζει.
(EN): From “nemo” (to distribute).
- NEPHEW / NEPOTISM < ΝΕΠΟΥΣ
(EL): Από το νέπους (νεογνός, απόγονος). Ο ανεψιός και η ευνοιοκρατία (νεποτισμός).
(EN): From “nepous” (descendant/grandchild).
- NERVE / NERVOUS < ΝΕΥΡΟ (ΣΝΕF-)
(EL): Το νεύρο. Από τη ρίζα σνεf- σνευ-/νευ-που δηλώνει την ένταση και την κίνηση.
(EN): From “nevro”.
- neuf,nine,nove< έννεfο>εννfέα>εννέα>εννιά
- NEW / NEO- < ΝΕΟΣ
(EL): Από το νέος. Μια λέξη που δεν πάλιωσε ποτέ.
(EN): From “neos”.
- NICE < ΝΙΚΗ
(EL): Από το νίκα ή νίκη. Η επικράτηση του ωραίου και του ευχάριστου.
(EN): Connected to “Nike” (Victory/Success).
- NIDOR < ΚΝΙΣΑ / ΤΣΙΚΝΑ
(EL): Η μυρωδιά του ψημένου κρέατος. Από το αρχαιοελληνικό κνίση/κνίσα. κνίδσα>κνίδjα>κνίση/κνίσα
(EN): From “knisa” (the smell of roasting meat).
- NIGHT / NUIT / NOTTE < ΝΥΞ (ΝΥΚΤΟΣ)
(EL): Από τη νύκτα. Δες τη διαδρομή: Nyx > Nox > Night.
(EN): From “nyx”, the root of Western words for darkness.
- NINE / NEUF / NOVE < ΕΝΝΕFΑ (ΕΝΝΕΑ)
(EL): Ο αριθμός εννέα. Από το αρχαίο έννεfο.
(EN): From “ennea”.
- NO / NOT < ΝΗ- (Αρνητικό μόριο)
(EL): Από το αχώριστο μόριο νη- (όπως λέμε νηνεμία = χωρίς άνεμο).
(EN): From the Greek negative prefix.
- NOBLE < ΓΝΩΡΙΜΟΣ
(EL): Από το γιγνώσκω. Noble είναι ο γνώριμος, αυτός που όλοι ξέρουν λόγω των πράξεών του.
(EN): From “gignosko” (to know).
- NOCTURN < ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΣ
(EL): Ο νυχτερινός. Από τη Νύκτα, πέρασε αυτούσια στα λατινικά (nocturnus).
(EN): From “nykterinos” (nightly).
noir (γαλλ.)< niger = μαύρος
- NOMAD / NOMADE < ΝΟΜΑΣ < ΝΕΜΩ
(EL): Ο νομάς. Από το νέμω (βόσκω/μοιράζω). Αυτοί που μετακινούνται για να «νεμηθούν» τη γη.
(EN): From “nomadikos”, related to “nemo” (to pasture).
- NOON < ΕΝΝΕΑ (ΕΝΑΤΗ ΩΡΑ)
(EL): Το μεσημέρι. Η nona hora (9η ώρα) των Ρωμαίων. Η ρίζα είναι το ελληνικό Εννέα.
(EN): From “ennea” (nine).
- NORM < ΓΝΩΜΩΝ
(EL): Ο κανόνας. Από τον γνώμονα, το εργαλείο που δείχνει την ορθή γωνία ή τον χρόνο.
(EN): From “gnomon” (indicator/rule).
- NOSCO / COGNOSCO < ΓΙΓΝΩΣΚΩ / ΝΟΥΣ
(EL): Γνωρίζω. Από το γι-γνώσκω. Το λατινικό nosco έχασε το Γ, αλλά η ρίζα παραμένει ο Νους.
(EN): From “gignosko” (to know).
- NOSTALGIA < ΝΟΣΤΟΣ + ΑΛΓΟΣ
(EL): Ο πόνος (άλγος) για την επιστροφή στην πατρίδα (νόστος).
(EN): From “nostos” (homecoming) + “algos” (pain).
- NOTE / NOTICE < ΓΝΩ-
(EL): Η σημείωση. Από τη ρίζα γνω- (γιγνώσκω). Το να «προσέχεις» κάτι σημαίνει να το γνωρίζεις.
(EN): From the root “gno-“ (to know).
- NOURISH < ΝΑΙΩ (ΚΑΤΟΙΚΩ / ΤΡΕΦΩ)
(EL): Τρέφω. Συνδέεται με το ναίω (κατοικώ), εκεί όπου κανείς ριζώνει και τρέφεται.
(EN): Linked to “naio” (to dwell/thrive).
- NOUS < ΝΟΥΣ
(EL): Ο νους. Η λέξη πέρασε αυτούσια για να περιγράψει την ανώτερη νόηση.
(EN): Directly from “nous” (mind).
- NOVEMBER < ΕΝΝΕΑ
(EL): Ο Νοέμβριος. Ο ένατος μήνας του παλαιού ρωμαϊκού ημερολογίου (από το novem/ennea).
(EN): From “ennea” (nine).
- NOVIA / NUN / NYMPH < ΝΥΜΦΗ
(EL): Η νύφη. Από το νυfός > νυfαία. Η ισπανική novia και η nymph έχουν την ίδια ρίζα.
(EN): Related to “nymphe” (bride/nature spirit).
- NOW < ΝΥΝ
(EL): Τώρα. Από το αρχαίο νυν.
(EN): From “nyn” (now).
- NOXIOUS < ΝΕΚΥΣ (ΝΕΚΡΟΣ)
(EL): Ο δηλητηριώδης. Από τον νέκυ (νεκρός). Κάτι που προκαλεί θάνατο.
(EN): From “nekys” (corpse).
- NUDE < ΓΥΜΝΟΣ
(EL): Ο γυμνός. Με την πτώση του Γ, το γυμνός έδωσε το λατινικό nudus.
(EN): From “gymnos”.
- NUMBER / NOME < ΝΕΜΩ / ΝΟΜΟΣ
(EL): Νέμω σημαίνει μοιράζω. Ο Νόμος είναι το μερίδιο, και ο Number (αριθμός) το εργαλείο της μοιρασιάς.
(EN): From “nemo” (to distribute) and “nomos” (law/allotment).
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER O
Oar< ερετμόν= κουπί.
OCEAN < ΩΚΕΑΝΟΣ
- (EL): Ο γιγάντιος ποταμός που οι αρχαίοι πίστευαν ότι περιβάλλει τον κόσμο. < ὠκύς (= ταχύς) + νάω (= ρέω). Ο ταχύρροος ποταμός που περιβάλλει τη γη.
- < ὠκύς + νοῦς. Ο ταχύς παγκόσμιος νους.
(EN): Named after Oceanus, the giant river encircling the world.
- OCULUS / OCCHI < ΟΚΚΟΣ / ΟΣΣΕ (ΟΦΘΑΛΜΟΣ)
(EL): Από τη ρίζα ΟΚ (μάτι). Από εδώ και ο Oculist (οφθαλμίατρος). OCULUS < όκκος = οφθαλμός Οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τους πρώτους Θεούς τους τον Ηλιο και την Σελήνη.Τον Ηλιο ονόμασαν Οσίρη=πολύφθαλμος<Οσσαι =2 οφθαλμοί στον ΟΜΗΡΟ ΟΣΣΑ/ΟΚΚΟΣ =οφθαλμός από ρίζα ΟΚ • σοκ-/fοκ-/όκjε<όσσε > Occhi Oφθαλμοί FΕ/ΣΕ ΤΟ ΚΑΠΑ ΣΙΓΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ 2 ΣΙΓΜΑ Η 2 ΚΑΠΑ.OCULIST=οφθαλμίατρος ’ΟΚΙΑ ΜΟΥ ‘Στην Κέρκυρα
(EN): From the root “OK” (eye).
ODIOUS< ΟΔΥΣΣΟΜΑΙ
Odious: Ο μισητός, από το οδύσσομαι (είμαι οργισμένος, μισώ), όπως ο Οδυσσεύς.
- ODOUR < ΟΔΜΗ /
(EL): Odour: Από το όζω (μυρίζω). Στην ομηρική διάλεκτο ήταν οδμή. > το δς και σδ γίνεται και σσ και δδ ρήμα όζω θέμα οδ στην αττική διάλεκτο δ τρέπεται σε σ οδ+μη=οσμή στην Δωρική, Αιολική, Ιωνική διάλεκτο του Ομήρου είναι οδμή. Το ζήτα είναι 2 δέλτα/θήτα/ταυ δλδ διπλό οδοντικό. οδμή<όδδω>odour…οσμή <όζω-όδωδα οfω όδδω
(EN): From “odme” (smell) and “odyssasthei” (to be wroth/hate).
- oeuf, ovum,< • ωFίον>ώβεον • >ωόν
- OF / OP- / OB- < ΑΠΟ / ΕΠΙ
(EL): Το Of από την πρόθεση από (με απώλεια του ‘α’). Τα προθέματα op-/ob- από την πρόθεση επί.
(EN): From “apo” (from) and “epi” (upon).
- OIL / OLIVE < ΕΛΑΙΟΝ / ΕΛΑΙΑ
(EL): Από το αιολικό ολίfα. Ο «υγρός χρυσός» της Μεσογείου. • oliva,huile,oil< • ελαία έλαιον • ολιFFα έλαFjον>έλαιον
ελάFα>ελάα /αιολικο ολαFFα/βοιωτικο
(EN): From “elaion“ and the Aeolic “oliva“.
- OLIGARCHY < ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ
(EL): Ολίγοι + άρχω. Η εξουσία των λίγων.
(EN): From “oligoi” (few) + “arkhein” (to rule).
- OMEN / OPINION < ΟΙΜΑΙ
(EL): Από το οίμαι / οίομαι (νομίζω, πιστεύω). Η υποκειμενική πεποίθηση ή το προμήνυμα.
(EN): From “oimai” (to think/deem).
ombre <(γαλλ.) σκιά, όμβρος = βροχή συννεφιά
One< εν
- ONEROUS < ΟΝΙΑ / ΑΝΙΑ
(EL): Ο επίπονος. Από την ονία (αιολικός τύπος της ανίας), που σημαίνει στενοχώρια και βάρος.
(EN): From “onia” (distress/sorrow).
- ONOMATOPOEIA < ΟΝΟΜΑΤΟΠΟΙΙΑ
(EL): Όνομα + ποιέω. Η δημιουργία λέξεων που μιμούνται ήχους.
(EN): From “onoma” (name) + “poiein” (to make).
- OPEN < ΟΠΗ
(EL): Από την οπή (τρύπα, άνοιγμα). Για να είναι κάτι ανοιχτό, πρέπει να υπάρχει ένα άνοιγμα.
(EN): From “ope” (opening/hole).
- OPERATION / OPUS / OPERA < ΟΠΕΡ / ΕΡΓΟΝ
(EL): Από το όπερ (έργο). Συνδέεται με το έπω (ασχολούμαι, κατασκευάζω).
(EN): From “oper” and “ergon” (work).
- OPTIC / OPTICS < ΟΠΤΙΚΗ
(EL): Από τη ρίζα οπ- (όπως στον οφθαλμό). Η επιστήμη του φωτός και της όρασης.
(EN): From the root “op-“ (to see).
Or,gold< χρύσεα-(φρυγικά)γρούρεα,γλούρεα
Orca<όρυξ= είδος μεγάλου ιχθύος.
- ORCHARD < ΟΡΧΑΣ (ΟΠΩΡΩΝΑΣ)
(EL): Από το fεργ- > είργω (κλείνω, περικλείω). Ο περιφραγμένος κήπος με δέντρα.
(EN): From “orchas” (orchard/row of trees).
- ORCHESTRA < ΟΡΧΗΣΤΡΑ
(EL): Από το ορχέομαι (χορεύω). Ο χώρος όπου χόρευαν οι ηθοποιοί.
(EN): From “orcheomai” (to dance).
Orient<ορώ –εξεγείρω εξ ύπνου
- ORPHAN < ΟΡΦΑΝΟΣ
(EL): Από το ορφανός (αρχαία Fορφανός).
(EN): From “orphanos”.
Oser<τολμώ όρσω (αιολική)=τολμώ
- OSTRACISE / OYSTER < ΟΣΤΡΑΚΟΝ
(EL): Από το όστρακον. Η αποπομπή με ψηφοφορία πάνω σε θραύσματα αγγείων. Το Oyster από το όστρεον.
(EN): From “ostrakon” (shell/pottery shard).
- OVAL / OVUM < ΩΟΝ (fΩΟΝ)
(EL): Από το ώβεον ή ωόν (αυγό). Η ρίζα για το Ovary (ωοθήκη).
(EN): From “oon” (egg).
- OWN / ONE < ΟΙΟΣ / ΕΝ
(EL): Το One από το Εν ή το Οίον (μονάδα στους κύβους). Το Only από το Όλος.
(EN): “One” from “Hen” or “Oion”.
Oyster<όστρακον.
🌊 ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ
Ο Ωκεανός για τους αρχαίους δεν ήταν απλώς θάλασσα, αλλά ένας αψόρροος ποταμός (που παλινδρομεί ή έχει τυρβώδη ροή). Είναι βαθυδίνης (με δίνες σε βάθος) και βαθυρρείτης. Αυτή η αρχαία γνώση για τα θαλάσσια ρεύματα (όπως το Gulf Stream) είναι πραγματικά εντυπωσιακή!
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER P (The Great Chapter)
- PACIFIC / PEACE / PAX < ΠΗΓΝΥΜΙ>Πάγος=βράχοςόρα Αρειος Πάγος
(EL): Από το πήγνυμι. Η ειρήνη ως στερέωση (πακτῶσις) της ηρεμίας. Ο Ειρηνικός (Pacific) είναι ο «στερεωμένος» στην ηρεμία του.
(EN): From “pegnymi” (to fix/solidify). Peace as the solidification of calm.
Pack < φάκελος/ φακ- σφάκελος
- PAGE < ΠΗΓΝΥΜΙ / ΕΜΠΗΓΩ
(EL): Από το πήγνυμι (μπήγω/στερεώνω). Η σελίδα όπου «μπήγουμε» τα γράμματα.
(EN): From “pegnymi” (to fix/plant).
- PAIN < ΠΟΝΟΣ
(EL): Αυτούσιο! Ο πόνος που έγινε pain.
(EN): From “ponos” (pain/toil).
- PALACE < ΠΑΛΛΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΦΟΣ
(EL): Τον απεκάλεσε έτσι ο Αρκάς Εύανδρος (πρός τιμήν του ήρωος Πόλλακος(Πάλλας), όταν μαζί με άλλους Αρκάδες έκτισε οικισμό στον μεσαίο από τους 7 λόφους της Ρώμης)
(EN): Named after the hero Pallas.
Pale<πελιδνός.
- PALM < ΠΑΛΑΜΗ
(EL): Η παλάμη του χεριού.
(EN): Directly from “palame”.
Pan< πατάνη = τηγάνι
- PAPER < ΠΑΠΥΡΟΣ
(EL): Από τον πάπυρο, το πρώτο υλικό γραφής.
(EN): From “papyros”.
Parochial< παροικία
Parsley< πετροσέλινον
- PASSION < ΠΑΘΟΣ
(EL): Το πάθος. Η έντονη συναισθηματική κατάσταση.
(EN): From “pathos” (suffering/passion).
Paste<πατέομαι, γεύομαι, τρώω.
Pasture<πάσσομαι= τρώω.
- PATERNITY < ΠΑΤΗΡ
(EL): Από το πατήρ (πάταρ με ρωτακισμό).
(EN): From “pater” (father).
Patron< πάτρων = προστάτης
- PAUSE < ΠΑΥΣΙΣ
(EL): Η παύσις. Η διακοπή της κίνησης.
(EN): From “pausis” (stopping).
Pauvre/poor/pauper< παώρος = πτωχός
- Pavo< • ταf>ταfώς ταώς παγώνι
PAX< ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ<ΠΗΓΝΥΜΙ>ΠΑΚΤΩΣΙΣ ΠΑΓΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ>ΠΑΓΟΣ= Βράχος π.χ. Άρειος Πάγος
Pea< πίσος = μπιζέλι
Pecora< προβατοπέκω=κουρεύω πρόβατα>ποκά = κουρά
Pelt< πέλλα = δέρμα
Pelvis< πνελίτης πελf/πελλ-(λf->λλ πέλfjα>Πέλjα>Πέλλα πύελος λεκάνη •
- PENALTY / PUNISH < ΠΟΙΝΗ
(EL): Από την ποινή (τιμωρία/αντάλλαγμα).
(EN): From “poine” (retribution/penalty).
Pepper< πέπερις = πιπέρι
- PERFUME < ΠΡΟ + ΘΥΩ (ΘΥΣΙΑΖΩ/ΚΑΙΩ)
(EL): Από το θύω (καίω θυμίαμα). Το άρωμα που βγαίνει «μέσω του καπνού».
(EN): Linked to “thyo” (to sacrifice/smoke).
- PERMANENT < ΜΕΝΩ
(EL): Από το μένω. Αυτό που παραμένει σταθερό.
(EN): From “meno” (to stay/remain).
Pernicious< νέκυς = νεκρός
Perplexed< περι + πλέκω
Peru<αμερικανική ΄Ηπειροs (Περού).
Petrify< πέτρα
Pharao φαος +ρα • Φαραώ: < φάος + ρα (ΡΑ<ΣΑΡ<με αντιμετάθεση ΣΡΑ<FΡΑ<ΡΑ(άλφα δωρικό από την ρίζα του σέλαος>σαλ>ταλ=λαμπρός )+ ω (μέγα). Ο μέγας βασιλεύς του φωτός.100% Ελληνική λέξις
- PHARMACY < ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
(EL): Από το φάρμακον. Η τέχνη των ιαμάτων.
(EN): From “pharmakon” (remedy/drug).
- PHILOSOPHY < ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
(EL): Φίλος + Σοφία. Η αγάπη για τη γνώση.
(EN): From “philos” (loving) + “sophia” (wisdom).
- PHYSICS < ΦΥΣΙΚΗ
(EL): Από τη φύσιν. Η μελέτη του φυσικού κόσμου.
(EN): From “physis” (nature).
pied,pedestal,pedestrian <πόδι,πους πους>πεδ
Pigeon< πιππίζω = τερετίζω
Pine< πίτυς = πεύκο
Pitch< πίσσα
Placenta< πλακούς
Plage< πλαγιά
Plague< πληγή, δωρ. πλαγιά
Plaint< πλάζω (κύματι πλάζετο)complain < επλήττετο από τα κύματα(Οδυσσεύς πολυπλάζοντας)
plane-tree< πλάτανος
- PLANET < ΠΛΑΝΗΤΗΣ
(EL): Από το πλανώμαι. Τα σώματα που «περιπλανώνται» στον ουρανό.
(EN): From “planomai” (to wander).
plaque< πλάξ
Plaster<έμπλαστρον.
- PLEBS / PLUS / PLURAL < ΠΛΗΘΟΣ / ΠΛΕΟΝ
(EL): Από το πλέον (περισσότερο) και το πλήθος. Οι πολλοί (plebs).
(EN): From “pleon” (more) and “plethos” (multitude).
plus< πλέον
Ply< τυλίγω • fελ-/fλε-/fλι
- POET < ΠΟΙΗΤΗΣ
(EL): Ο ποιητής. Αυτός που «ποιεί» (φτιάχνει) τον λόγο.
(EN): From “poietes” (maker/creator).
Poison< πότος, ποτόν
Pole<πάσσαλος, παλούκι. πόλος
- POLICE / POLITICS < ΠΟΛΙΣ / ΠΟΛΙΤΕΙΑ
(EL): Από τον πολίτη, τον κάτοικο της πόλης.
(EN): From “polis” (city-state).
- POLLEN < ΠΑΛΗ (ΛΕΠΤΗ ΚΟΝΙΣ)
(EL): Παλύνω σημαίνει πασπαλίζω. Η επιστήμη της γύρεως είναι η παλυνολογία.
(EN): From “pale” (fine dust).
pompous < πομπώδης
Pope<πάπας.
Pore< πόρος
- PORT / PORTE / PORTER < ΠΕΙΡΩ (ΔΙΑΠΕΡΝΩ)
(EL): Όπως ο Πειραιάς και το Πέραμα. Το πέρασμα.
(EN): From “peiro” (to pierce/pass through).
post–posterus–pastor <ποιμήν<έπομαι (ευκτική. εποίμην)= αυτός που ακολουθεί.
Potable<πόσιμος.
POTENT<ΠΟΤΗΣ/ΠΟΤΝΙΑ ΑΘΗΝΑ/ΔΕΣΠΟΤΗΣ.
Powder< παιπάλη = λεπτότατο άλευρον
Prime< πρόμος = πρώτος
Prodigy<προ+άγω.
Professor< προ + φήμη
Prohibit< προ + άπτω = αγγίζω
Prostitute< προ + ίστημι = εκθέτω δημοσίως
Protect< προ + στέγω
Prune< προύνον = δαμάσκηνο
- PSYCHE < ΨΥΧΗ
(EL): Η ψυχή. Η πνοή της ζωής.
(EN): From “psyche” (soul/breath).
Pugilism< πυγμαχία
Pugnacious< πυγμή
Pulp< πολτός
Pulse< πάλλω
Punish< ποινή
Pure<Fαγ(ομόρριζη παρ-) Fαγνή παρθένος βριτεία>virgin Fαγνή>αγνή=αδνή (Δωρικη)<Fαγ-/(ομόρριζη )παρ->pure >παρθένος
- PURPLE < ΠΟΡΦΥΡΟΣ
(EL): Το πορφυρό χρώμα.
(EN): From “porphyros”.
Pus< πύον
🎨 ΤΟ «Π» ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ
- Peru < Ήπειρος: Μια συγκλονιστική σύνδεση της χώρας με την έννοια της Ηπείρου!
- Pigeon < Πιππίζω: Από τον ήχο των πουλιών (τερετίζω).
- Placenta < Πλακούς: Από το σχήμα της πλακούντας (σαν πίτα/πλακούς).
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER Q
QUALITY / QUALITÉ < ΠΟΙΟΤΗΣ (ΠΟΙΟΣ)
- (EL): Από το Ποῖος. Στην Αττική διάλεκτο έχουμε Π (ποίος), αλλά στην Αιολική έχουμε Κ (κοίος).
- (EL): Αυτό το Κ/Q επικράτησε στη Δύση. Η ποιότητα είναι το «ποιον» ενός πράγματος.
- (EN): From Poiotes (quality) / Poios (of what kind). The Greek P shifted to Q through the Aeolic dialect’s K (Koios).
- QUANTITY / QUANTUM < ΠΟΣΟΤΗΣ (ΠΟΣΟΝ)
- (EL): Από το Πόσον. Όπως και στο «ποιός», το αιολικό κόσον έδωσε το λατινικό quantum.
- (EL): Είναι η μέτρηση του «πόσου».
- (EN): From Posotes (quantity) / Poson (how much). The Aeolic koson led to the Latin quantum.
- QUATRE / QUART / QUARTER < ΤΕΤΤΑΡΑ (ΠΕΤΤΟΡΑ)
- (EL): Ο αριθμός 4. Η αρχέγονη ρίζα ήταν petur.
- (EL): Στα Αιολικά έγινε πίσσυρες ή πέττορα, στα Αττικά τέτταρα και στα Λατινικά quattuor. Δες τη διαδρομή: Π > Τ > Q.
- (EN): From Tettara (four). The original root petur evolved into quattuor in Latin and quatre in French.
- QUAND / QUANDO < ΠΟΤΕ / ΟΤΕ / ΟΚΑ
- (EL): Το χρονικό «πότε». Από το Πότε ή Ότε/Ότα.
- (EL): Στα Δωρικά συναντάμε τον τύπο όκα. Η εναλλαγή των οδοντικών (Τ) και ουρανικών (Κ/Q) μας έδωσε το quand.
- (EN): From Pote or Hote/Hoka (when).
- QUI / QUO < ΠΟΙΟΣ / ΚΟΙΟΣ
- (EL): Η ερωτηματική αντωνυμία. Το Αττικό Ποίος έγινε Αιολικό Κοίος, το οποίο «γέννησε» το λατινικό Qui.
- (EL): Συνδέεται επίσης με το αρχαίο τις/κις.
- (EN): From Poios (who/which). The P to Q shift is a classic linguistic bridge between Greek and Latin.
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – LETTER
RADIO < ΡΑΒΔΟΣ
(EL): Από τη ράβδο ή την ακτίνα. Η εκπομπή των κυμάτων που απλώνονται σαν φωτεινές ή ενέργειακές ράβδοι.
(EN): From “rabdos” (rod/beam).
- RAISIN < ΡΑΞ (ΡΩΓΑ)
(EL): Από τη ράγα (ρώγα) του σταφυλιού.
(EN): From “rax” (grape/berry).
- RARE < ΑΡΑΙΟΣ
(EL): Ο σπάνιος, αυτός που δεν είναι πυκνός, ο αραιός.
(EN): From “araios” (thin/porous/rare).
- RASSASIER (FR) / SATIS < ΑΣΗ / ΑΣΑΩ
(EL): Συγκλονιστικό! Η άση ήταν ο κόρος ή η αηδία από τον υπερβολικό χορτασμό. Το λατινικό Satis (αρκετά) είναι η εξέλιξη της αρχαίας δασείας σε Σ.
(EN): From “ase” (surfeit/nausea from overeating). Satis is the Latin evolution of the Greek root.
- RAT < ΑΡΟΥΡΑ
(EL): Από τον αρουραίο, τον κάτοικο της άρουρας (της γης/του αγρού).
(EN): From “aroura” (field/earth).
- RE- (PREFIX) < ΡΑ / ΑΡΩ
(EL): Πρόσφυμα που δηλώνει σύνδεση ή επανάληψη. Από το ἄρω (συναρμόζω).
(EN): From “aro” (to fit together/join).
- RED < ΕΡΥΘΡΟΣ
(EL): Από το ἐρυθρός. Μια απλοποιημένη μορφή της ελληνικής λέξης για το κόκκινο.
(EN): Directly from “erythros”.
- REPTILE < ΕΡΠΩ
(EL): Από το έρπω. Το ερπετό είναι αυτό που κινείται σύροντας το σώμα του.
(EN): From “erpo” (to creep/crawl).
- Rex < Αρήγω Ο βασιλιάς ως αυτός που βοηθά.
- Rhetoric < Ῥητορική.
- RHYTHM < ΡΥΘΜΟΣ
(EL): Από το ῥεῖν (ρέω). Ρυθμός είναι η «μετρημένη ροή». Το “h” είναι το αποτύπωμα της ελληνικής Δασείας (῞).
(EN): From “rhein” (to flow). The “h” is the ghost of the Greek “rough breathing”.
Rice< όρυζα
Ridiculous< κρίζω = κραυγάζω = γελώ rire
- RIVAL / RIVER < ΡΕΩ / ΡΥΑΞ
(EL): River: Από το ρέω. Rival: Αρχικά ήταν αυτοί που μοιράζονταν το ίδιο ποτάμι (ρύακα) και τσακώνονταν για το νερό.
(EN): From “sreo” (to flow) and “ryax” (stream).
- ROAM / ROUTE < ΔΡΟΜΟΣ / ΟΔΟΣ
(EL): Roam: Από τη ρίζα (δ)ρομ- (όπως ο δρόμος).
Roar< ρώχω = βρυχώμαι
Route: Η διαδρομή, η οδός (rhouta).
(EN): From “dromos” (path) and “hodos” (way).
- ROCK < ΡΩΞ
(EL): Από το ρήγμα, το σπασμένο κομμάτι βράχου (ρώξ).
(EN): From “rox” (cleft/fissure).
- ROOF < ΟΡΟΦΗ
(EL): Από το ερέφω/ερέπτω (στεγάζω). Η ρίζα δείχνει την εξέλιξη της στέγης.
(EN): From “erepho” (to cover with a roof).
- ROOT < (Δ)ΡΙΖΑ
(EL): Από το fιρίσδα που έγινε (δ)ρίζα.
(EN): From “rhiza”, which anciently carried the Digamma (F) sound.
- ROSE < ΡΟΔΟΝ
(EL): Από το ρόδον (fρόδον).
(EN): From “rhodon”.
Rotate<fρατανα>βρατάνα>(δ)ρατάνη/(δ)ροτάρια αιολική
Rower< ερέτης, κωπηλάτης
Royal< ορέγων = ο έχων την ευθύνη
Ruin< αρούω = κινούμαι βιαίως
- RULE < fΡΗΤΡΑ
(EL): Ο κανόνας, ο νόμος. Από τη ρήτρα.
(EN): From “rhetra” (enactment/law).
Rural< αρούς = λιβάδι
Rust< ερυσίβη = σκουριά
🌊 Η ΡΟΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Είναι μαγικό να βλέπεις πώς ο River (ποταμός) και ο Rival (αντίπαλος) έχουν την ίδια πηγή: το νερό που ρέει! Και η Root (ρίζα) μας θυμίζει ότι όλα ξεκίνησαν από εκείνη την αρχαία (δ)ρίζα που κρατάει το δέντρο της γλώσσας όρθιο.
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – THE MIGHTY S (SIGMA)
Sack<σάκκος
- Sacred<άκρος = ύψιστος,(δασεία)ιερός • σιαρός>fιαρός>(δασεία)ιαρός δωρική
- α βραχύ ιαρός,ε ιερός
- SALARY / SALT < ΑΛΑΣ (ΑΛΣ)
(EL): Από το ἅλας. Η δασεία έγινε S. Το Salarium ήταν η αμοιβή για την αγορά αλατιού, πολύτιμο σαν χρυσάφι.
(EN): From “halas” (salt). The Greek “h” (rough breathing) became the Latin S.
salto < πηδώ σαλ-, Fαλ-
salvage< σαόω = σώζω
sand<ψάμαθος, άμμος, Fάμος,σάμος, σάμαθος
Sandal < Σάνδαλον.
sanitary<σάος = σώος, υγιής
Sans< Ανευ sans<άνευ,fαν,ανεF
Sap< οπός = χυμός, ζωμός
Sarcasm< σαρκάζω<σαρξ Σαρκάζω:Εκ του “σαρξ”, κατασπαράσσω τη σάρκα όπως οι σκύλοι. Δεν είναι τυχαίο που ο σαρκασμός εκλαμβάνεται και ως ένα είδος επίθεσης, καθώς είναι δηκτικός και μπορεί να πληγώσει. Είναι άλλη μία λέξη που χρησιμοποιούμε συχνά χωρίς να εστιάσουμε στην ετυμολογία της και έχει περάσει επίσης στα αγγλικά.
s‘asseoir, sit σάσαι(Κύπριοι)=κάθισε, fεδ-/fεθ-/fεσ-
satan<σατάνιος σητάνιος ο εκκαθαρισμένος δια σήτας, ο απομακρυνθείς
saturable saturate,rassasier,satisfy< fαδ->σαδ->σατ
Satisfy<ασάω SATISFY (EN) / SATISFACTION: Satis (άση/κόρος) + facio (ποιώ). Φτιάχνω την κατάσταση του χορτασμού.
satyah< ινδικά =αληθής ετεFός ετεός=αληθής>ετυμολογία
saule=κίων <στύλος, σύλον>Fύλον>(δασεία)ύλη
Sauvage<Σαβάζιος< Διόνυσος Ζαγρεύς(ζαγάρι;)
Scene<σκηνή
Sceptic<σκεπτικός
Sceptre<σκήπτρο
Scheme<σχήμα
- SCHOLE-SCHOOL < Σχόλη–Σχολείο
(EL): Απίστευτο κι όμως ελληνικό: Αρχικά σήμαινε την αργία, τον ελεύθερο χρόνο που αφιέρωνε κανείς για να καλλιεργήσει το πνεύμα του.
(EN): From “schole”, which originally meant “leisure” or “free time”.
Sceptic<σκεπτικός
- SCEPTRE < ΣΚΗΠΤΡΟ
(EL): Από το σκήπτω (στηρίζομαι). Το σύμβολο εξουσίας που είναι και στήριγμα.
(EN): From “skeptron”, a staff used to lean upon.
Scheme<σχήμα
scissors<σχίζω
Scotland<σκότος+λας
scotoma <σκότος
sculptor<σκάλλω = σκάπτω
secure<από sine + cura άφροντις, άνευ + καρέω
sedeo,sedia<έδρα<έζομαι,ΈΔΟΜΑΙ=κάθομαι ΣΕΔΑΣ/ΚΑΘΕΔΡΑΣ/ ΚΑΤΩ+ΕΔΡΑΣ ΣΕΔ/FΕΔ/’ΕΔ
- σ/Fέδομαι (δασεία)έδρα σεδ>fεδ>(δασεια),σεδ,σιδ,σιτ,fεξ
- εδ/σεκ σικ,συκ
Seek<σεύω=(κατά)διώκω.
Seisme<σέfjω
Semi<ήμισυς
Semolina<σεμίδαλις = σιμιγδάλι
Senior=παλιότερος, περασμένος <σεν>Fεν>(δασεία)ένος.
Sentina=ο υδροσυλλέκτης του πλοίου (ακάθαρτα)<αμίς=δοχείον(Πυραμίς) σαμ-σεμ- εμ->-Fαμ>αμ
Sequor,sequence<ακολουθώ, έπομαι Fεπ-/fετ-Fεκ-
- SERENE / SOLAR / SUN < ΣΕΛΑΣ / ΗΛΙΟΣ
(EL): Όλα πηγάζουν από το σέλας (φως). Στα λατινικά έμεινε το S (Sol), ενώ στα ελληνικά η δασεία έδωσε τον Ἥλιο.
(EN): From “selas” (bright light). Latin kept the S (Sol), while Greek used the “h” sound (Helios).
Series<σειρά
Sermon< ειρμολόγιο = βιβλίο θρησκευτικών
- SERPENT < ΕΡΠΩ
(EL): Από το ἕρπω (σέρνομαι). Η δασεία τρέπεται σε S και το ερπετό γίνεται Serpent.
(EN): From “herpo” (to creep). Your S is our “rough breathing” mark.
Servare/save.sauver<(σ)ερυfομαι=ερύομαι-σώζω
Sesame<σήσαμον
seven,sept,sette<σεπτά * επτά ( το επτά ήτο για τους Ελληνες ιερός αριθμός )
severe<σοβαρός
sesame<σήσαμον
Sex<εξ έρπω
She,sio,seo<αυτή ?
Si< ει/ότε Λυκικό σεί
Sieur/Sior/Sir =Κύριε<σιορ Λάκωνες ρωτακισμός σ>θ και ι>ε άρα ΘΕΟΣ Sion=Σιών =Θεών.
Sieve<δια-τFάjω=διαιτάω σαFω=σάω/σήθω
Silent< σιγηλός = σιωπηρός
Silk<σήρικος ( σκώλιξ )
similar/simulate<σομ-/Fομ-/(δασεία)ομ. όμοιος
Simple<απλούς (δίγαμμα, δασεία, σίγμα).
Sinew<τένων<Fισν-(δασεία)ις-ινός
Sinister<σίνης<Κίνα
- SILENCE < ΣΙΓΗ
(EL): Από τη σιγή και τον σιγηλό.
Skeleton < Σκελετός: < σκελλώ (ξεραίνω).
Skin<σκύτος= κατεργασμένο δέρμα
Sleigh=έλκηθρον<σλ-/Fλ-/λ- ολισθαίνωN): Directly from “sige”.
- SMILE < ΜΕΙΔΙΩ
(EL): Από το μειδιώ (χαμογελώ). Η αρχαία ρίζα σμι- επιβίωσε στο αγγλικό smile.
(EN): Share the same root with Greek “meidio”.
Snow<νίφα,νιφάδα<σνιφ->νιφ-/σναφ<σν-
Soap/savon<σάπων=σαπουνι
- SOCIETY < ΣΩΚΟΣ
(EL): Από τον Σώκο (επίθετο του Ερμή ως φύλακα). Κοινωνία είναι αυτοί που φυλάσσουν ο ένας τον άλλον.
(EN): Linked to “sokos” (protector/guardian).
Socrus=πεθερά<FFεκυρέ>εκυρός=πενθερός
Soil<έδος
SOL…soleil/solar<ΣΑΛ-ΑΤΤΙΚΗ/ΣΕΛ-ΔΩΡΙΚΗ/ΣΟΛ-ΑΙΟΛΙΚΗ.(δασεία)ήλιος <αFέλιος, αβέλιος, αέλιος<F-βέλαν γέλαν, σέλας σελ(ας)-σολ κιλάριος<fαλ,Fιλ ταλώς(ντάλα<εν τάλω) δήλος,βαλιός, φαλιός/F-βέλαν,γέλαν,σέλας
Solium=κάθισμα,θρόνος, λουτήρ όρα «αναπαυσόλια» Κέρκυρα
Solstice<sol = ήλιος + στάση
Solution<λύω
Somnambulent<ύπνος + αμπλάω = περπατώ στον ύπνο μου
Somniferous<ύπνος + φέρω, υπνωτικός
Son<συν->Fυν->ύν=(δασεία)ύννις ύν >υιός
Sopio=κοιμίζω,sommeil,(δασεία)ύπνος συπν>Fυπν>Fυπν=(ν ευφωνικό)
Space<σπάδιον = στάδιον
Sphere < Σφαίρα.
Sponge < Σπόγγος.
sponsor<σπένδω, προσφέρω σπονδή.
Spouse<σπονδή
Sprinkle<σπείρω
Spur<σπιρούνι
- SQUIRREL < ΣΚΙΟΥΡΟΣ
(EL): Σκιά + Ουρά! Αυτός που κάθεται στη σκιά της ουράς του.
(EN): A literal translation: “skia” (shadow) + “oura” (tail).
Stable / State < Στα-: Ρίζα του ἵστημι.
- STADIUM < ΣΤΑΔΙΟΝ
(EL): Από τη ρίζα στα- (ἵστημι/στέκομαι).
(EN): From the root “sta-“ (to stand).
–STAN(κατάληξις) π.χ. Κουρδιστάν< στίον: ψηφὶς, λίθος Αν λάβουμε την ετυμολόγηση που βρίσκουμε στο λεξικό του George W. Lemon 1783, όπου ερμηνεύει την λέξη Stone ως Πέτρα με βάση την λέξη Στίον.
Star<άστρον
State<στάτος, εγκατεστημένος
Stay<στ/ίσταμαι
Sterile<στείρος
Stoma stomata<στόμα
Stomach < Στόμαχος.
Stone<στίον,ψηφίς, λίθος,
Stonehenge< stone+ henge=hang=άγχω stone/ Stonehenge< στίον: ψηφὶς, λίθος Αν λάβουμε την ετυμολόγηση που βρίσκουμε στο λεξικό του George W. Lemon 1783, όπου ερμηνεύει την λέξη Stone ως Πέτρα με βάση την λέξη Στίον. Το δε Henge, που στα Νορβηγικά σημαίνει κρεμώ και στα αγγλικά η λέξη Hang σημαίνει κρέμασμα, πιθανόν συνδέεται ετυμολογικά με την αρχαία ελληνική λέξη ῎Αγχω <Γ 371> πνίγω, παρὰ τὸ ἄγω οὐδὲν γάρ ἐστιν ἄλλο τὸ ἄγχω ἀλλ’ ἢ τὸ ἄγω καὶ συνάγω τὸν φάρυγγα. Δηλαδή κρεμώ και πνίγω όπου κλείνει ο φάρυγγας και δεν μπορώ να αναπνεύσω».
Stop<στυ(π)πείον/στύππη>στυπόχαρτο/στουμπώνω.
Stork<πελαργός, στοργή
Stratioti<στρατιώτης
Stratum<στρώμα
Stream<ρέω<FρέF>σρεF>τρέF>ες+τρέF>στρέF= εκρέει FραF/fροf>ρούς FρέFσομαι>Στρυμών
sravanti (Σανσκριτικη)= ποτάμι, ρυάκι S>F ρέει με δασεία,Fρέει
Stress<στραγγώ= σφίγγω, στραγγίζω (συνθλίβω)
Stress<στράγξ = πιέσις (στραγγίζω )
- STUDENT / STUDY < ΣΠΟΥΔΗ
(EL): Από τη σπουδή (ζήλος, προσπάθεια). Το Π τράπηκε σε Τ.
(EN): From “spoude” (haste/zeal). The P turned into a T.
style<stylatus=σταλακτός<σταλάσσω Ομηρικό στάζω
Sucus,succulent χυμός<σαπ[Fύω>σύω>ύω συήσια>υήσια>τσίσα «Ύε,κύε» τελετουργική μυστική επίκλησις των Ελευσινίων μυστηρίων με σκοπόν την γονιμότητα. Το μεν «ύε» αναφέρεται στον Δία και σημαίνει «βρέχε», το δε ¨κύε¨αναφέρεται στην Γαία(Δήμητρα) και σημαίνει «τίκτε»
Suffer<υπό + φέρω
Sugar<σάκχαρον
Suicide<εός + καίνω = κτείνω, αυτοκτονώ
Sun<σέλας>σ>ν σελ-/συλ-/συν sun<σαν Δωρικά ΣΙΝ Βοιωτικά Σινική, Κίνα Βασίλειον Ηλίου Σελήνη< σέλας=φως Ηλίου
Sunti/sont=(αυτοί) είναι<εισίν/εντί Fεντί<σεντί
Super=(δασεία)υπέρ super – πρόσφυμα
Superfluous<υπέρ + φλέω
Surgery<χειρουργική
surunga(Ινδικά)= σύριγξ
Swarm=σμήνος μελισσών<συρF-/sfυρ-/σFαρ-
Sweat,sudor< σFιδ->ιδρόω
Sweet=ηδύς<σFαδ-
swell <σάλος=θαλασσοταραχή
Swer=πάσσαλος<σFερ-/σFυρ-/συρ-
Swine=χοίρος<σFυ-/ffυ-/fυ-/(δασεία)υ>ύς
- SYMPTOM < ΣΥΜΠΤΩΜΑ
(EL): Σύν + πίπτω. Κάτι που «πέφτει μαζί» με μια ασθένεια.
(EN): From “syn” (together) + “pipto” (to fall).
Synergy < Συνέργεια.
System < Σύστημα.
🎨 Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ
Το ήξερες ότι όταν λες Seven (εφτά), Six (έξι) ή Super (υπέρ), χρησιμοποιείς το αρχαίο ελληνικό Σίγμα που στα δικά μας αυτιά έγινε ένας απαλός ήχος «χ» (δασεία); Οι Λατίνοι και οι Άγγλοι κράτησαν το S ζωντανό, σαν απολίθωμα της αρχαίας μας προφοράς!
🏛️ IT’S ALL GREEK TO ME – ΤΟ ΤΑΥ (T)
- TALENT < ΤΑΛΑΝΤΟΝ
- (EL): Από το τάλαντον (ζυγαριά, βάρος, νόμισμα). Η ικανότητα που «ζυγίζει» πολύ.
- (EN): Your Talent was originally a Greek unit of weight and currency (Talanton).
- TALISMAN < ΤΕΛΕΣΜΑ
- (EL): Από το τέλεσμα (ιεροτελεστία, συμπλήρωση, φυλακτό). Το αντικείμενο που έχει καθαγιαστεί για να φέρει αποτέλεσμα.
- (EN): Your Talisman is the Greek Telesma, a consecrated object to bring about a specific magical result.
- TARSUS < ΤΑΡΣΟΣ
- (EL): Από το τέρσομαι (στεγνώνω). Ξεραίνομαι/στεγνώνω
- Ταρσός= το μέρος του ποδιού οπου εξεραίνετο το αίμα του τραύματος στη μάχη πριν χυθεί στη γη.
- Εξ ου και terra=γη Ταρσός είναι η πρώτη χώρα στην Μικρά Ασία η οποία εξηράνθη μετά τον κατακλυσμό (μάλλον του Δευκαλίωνος}.Ταρσός = καλαθάκι όπου στράγγιζε το τυρί.
- FΡέα>(δασεία)Ρέα (F=οδοντικόν Τ) Ταρσός<τέρσομαι=ξεραίνομαι>toast(στην πρόποση έβαζαν ένα κομμάτι ξερό ψωμί0
- (EN): The Tarsus bones in your foot share their name with the Greek word for a wicker basket used to dry cheese (Tarsos).
- TAUROMANIA / TAURUS < ΤΑΥΡΟΣ
- (EL): Αυτούσιο. Ο ταύρος, το σύμβολο της δύναμης.
- (EN): Taurus is simply the Greek Tauros.
- TAVERN < ΤΑΒΛΑ
- (EL): Από την ελληνική τάβλα (σανίδα/τραπέζι). Ο χώρος συγκέντρωσης γύρω από ένα τραπέζι.
- (EN): Your Tavern is the place where people gather around a Tavla (table/board) to share a meal.
- TEACHER / TUTOR/TITS < ΤΙΤΘΗ
- (EL): Από την τίτθη (τροφός-θηλή). Ο δάσκαλος είναι αυτός που «τρέφει» πνευματικά, όπως η τροφός το βρέφος. . Τιθορέα (σε τοίχο ναού αρχαιότατο σπάραγμα με 2 στήθη)
- (EN): A Teacher or Tutor “nourishes” the mind, just as the Greek Titthe (nurse) nourished the infant.
- TECHNOLOGY < ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
- (EL): Τέχνη + Λόγος. Η λογική επεξεργασία της τέχνης και της κατασκευής.
- (EN): Technology is the “reasoned account” (Logos) of “art or craft” (Techne).
- TELE- (Prefix) < ΤΗΛΕ
- (EL): Από το τηλε- (μακράν). Telephone, Television, Telescope.
- (EN): Every time you use Tele-, you are using the Greek word for “far away”.
- TEND / TENSION / TONE / TUNE < ΤΕΙΝΩ / ΤΑΣΙΣ / ΤΟΝΟΣ< τεν+jω
- (EL): Από το τείνω (τεντώνω). Η ρίζα έδωσε την τάση, τον τόνο και τη μελωδία (Tune).
- (EN): Tension, Tone, and Tune all come from the Greek Teino (to stretch).
- TERMINATE < ΤΕΡΜΑ
- (EL): Από το τέρμα (όριο, τέλος).
- (EN): To Terminate is to reach the Greek Terma (the finish line).
- TERRA / TERRITORY / TERRACE < ΤΕΡΣΟΜΑΙ
- (EL): Από το τέρσομαι (στεγνώνω). Η Terra (γη) είναι το στεγνό μέρος που αναδύθηκε. ΟΡΑ TARSUS η • F έ ρ j α>(δασεία)έρρα>t e r r a= γη //άρουρα
- (EN): Terra (Earth) comes from the Greek Tersomai (to dry up).
- TERROR < ΤΑΡΒΟΣ
- (EL): Από το τάρβος (φόβος, δέος). Το Β τρέπεται σε R.
- (EN): Terror is the ancient Greek Tarbos, the paralyzing fear.
- TEST < ΤΑΓΗΝΟΝ
- (EL): Από το λατινικό testum, που ανάγεται στο ελληνικό τάγηνον (τήγανον). Σκεύος δοκιμής μετάλλων.
- (EN): A Test was originally a vessel (Tagenon) used by alchemists to check the purity of metal.
- THAMES < ΘΥΑΜΙΣ
- (EL): Ο ποταμός Τάμεσης συνδέεται ετυμολογικά με τον ηπειρωτικό ποταμό Θύαμι.
- (EN): Even the name of the Thames echoes the Greek river Thyamis.
- THEATER / THEORY / THEME / THEOLOGY / THESIS < ΘΕΑΤΡΟΝ / ΘΕΩΡΙΑ / ΘΕΜΑ / ΘΕΟΛΟΓΙΑ / ΘΕΣΙΣ
- (EL): Λέξεις-πυλώνες. Η Θεωρία (ορώ τον Θεό), η Θέσις (από το τίθημι) και η Θεολογία.
- (EN): These core concepts—Theater, Theory, Theme, Theology, and Thesis—are all pure Greek.
- Therapy / Θεραπεία < Therapy: Η υπηρεσία προς τον άλλον
- . Thermal < Θερμός.
- THESAURUS / TREASURE < ΘΗΣΑΥΡΟΣ
- (EL): Από το τίθημι (τοποθετώ). Ο τόπος όπου φυλάσσονται πολύτιμα πράγματα.
- (EN): Your Thesaurus is a “treasure house” of words, from the Greek Thesauros.
- THREE / TRI / TROIS < ΤΡΕΙΣ
- (EL): Από το αρχαίο τρέfες (με Δίγαμμα f).
- (EN): The number Three preserves the sound of the Greek Treis and its hidden Digamma.
- THRONE < ΘΡΟΝΟΣ
- (EL): Αυτούσιο. Το κάθισμα της εξουσίας.
- (EN): Throne is the Greek Thronos.
- THYME < ΘΥΜΟΝ
- (EL): Από το θύω (θυσιάζω/καπνίζω), λόγω της έντονης μυρωδιάς του στις θυσίες.
- (EN): Thyme is the Greek Thymon, used for fragrance in ancient sacrifices.
- TIGNUM / TICKET < ΤΕΚΤΩΝ
- (EL): Από τον τέκτονα (χτίστης). Το λατινικό tignum (δοκάρι) προέρχεται από την ύλη που δουλεύει ο τέκτων.
- (EN): Tignum (timber) and the root of Ticket relate to the craftsmanship of the Greek Tekton.
- TIGER < ΤΙΓΡΙΣ
- (EL): Αυτούσιο. Συνδέεται με την ταχύτητα του βέλους (ρίζα τιγ-).
- (EN): Tiger is the Greek Tigris.
- TILE < ΤΕΛΟΣ
- (EL): Από το τέλος (με την έννοια της κάλυψης/στέγης, το «τελείωμα» του σπιτιού).
- (EN): A Tile on your roof is the “completion” (Telos) of the building’s top.
- TIT / TEAT < ΤΙΤΘΗ
- (EL): Από την τίτθη (τροφός), περιγράφει τη θηλή που προσφέρει τροφή. . Τιθορέα (σε τοίχο ναού αρχαιότατο σπάραγμα με 2 στήθη)
- (EN): Tit or Teat comes from the Greek Titthe, the word for a wet-nurse.
- TOAST < ΤΕΡΣΑΙΝΩ
- (EL): Από το τερσαίνω (ξεραίνομαι). Το Toast είναι το ξερό ψωμί. Toast<πρόποσις, τερσαίνω = ξηραίνω (Οι Αγγλοι βουτώντας ένα κομμάτι ψημένο ψωμί μέσα στο κύπελλο που ήγειραν είς υγείαν)
- (EN): Your breakfast Toast is the Greek Tersaino (to dry/parch).
- TOIT (FR) < ΤΕΓΟΣ
- (EL): Από το τέγος (στέγη). Με την απώλεια του αρχικού Σ (στέγος > τέγος).
- (EN): The French Toit (roof) is the Greek Tegos, the covering of a house.
- TOLERATE / TOLERO / ATLAS < ΤΛΑΩ / ΤΑΛΑΣ
- (EL): Από το τλάω (ανέχομαι). Ρίζα ταλ-. Εξ ου και ο Άτλας (αυτός που βαστάζει τον ουρανό). Τάλας =ταλαίπωρος <τλάω = το βαστάζειν, το υπομένειν (Πολύτλας Οδυσσεύς)<ταλ> τελάρο , τάλαρος, Ατλας, Αταλάντη, Τάνταλος, τελαμών, ταλανίζω= βασανίζω, τόλμη, ταλαίπωρος Ομηρική ταλαπείριος
- (EN): To Tolerate is to “bear a weight,” from the Greek Tlao. Found also in Atlas.
- TOMB < ΤΥΜΒΟΣ
- (EL): Από τον τύμβο (χώμα που συσσωρεύεται πάνω από τάφο).
- (EN): Your Tomb is the Greek Tymbos.
- TOPIC < ΤΟΠΙΚΟΣ
- (EL): Από τον τόπο. Το θέμα που αφορά έναν συγκεκριμένο νοητικό «τόπο».
- (EN): A Topic is a subject belonging to a specific “place” (Topos) in a discussion.
- TORQUE / TURBO / TURBID / TORCH < ΤΥΡΒΗ
- (EL): Από την τύρβη (ταραχή, κυκλική κίνηση). Ο στρόβιλος και η αταξία.
- (EN): Turbo and Torque relate to the Greek Tyrbe, meaning confusion or circular stir.
- TOTAL < ΤΟΣΟΣ
- (EL): Από το τόσος (ποσότητα). Εκφράζει το άθροισμα, το όλο.
- (EN): Your Total reflects the Greek Tosos (so much), representing the sum of all parts.
- tour (γαλλικά) < τόρνος
- tower /tour< τύρρις<τύρσις/τυρ/ταρ/Τάρας= πύργος
- TOXIC < ΤΟΞΙΚΟΝ
- (EL): Από το τόξον. Το δηλητήριο στο οποίο βουτούσαν τις αιχμές των βελών.
- (EN): Toxic comes from Toxikon, the poison used for arrows shot from a Toxon (bow).
- TRAGEDY < ΤΡΑΓΩΔΙΑ
- (EL): Τράγος + Ωδή. Το άσμα των τράγων στις διονυσιακές τελετές.
- (EN): Tragedy is the “goat song” (Tragos + Ode).
- TRAITOR / TRANS- < ΠΕΡΑΝ / ΤΕΡΑ-
- (EL): Από το λατινικό trans, που ανάγεται στο ελληνικό τερά- (πέρασμα). Ο προδότης είναι αυτός που «περνάει» στην άλλη πλευρά.
- (EN): A Traitor is someone who “hands over” or crosses the line, from the root Trans- (Greek Tera-, beyond).
- TRAVEL / TRAVAILLER < ΤΡΙΣ + ΠΑΣΣΑΛΟΣ
- (EL): Από το tripalium (τρεις πάσσαλοι). Ήταν όργανο βασανισμού. Το ταξίδι κάποτε ήταν μαρτύριο. το μαρτύριο των τριών πασσάλων(τρίς + πάσσαλος/PALE,PALO Travel, για τους Γάλλους, Αγγλουςς η εργασία παρομοιάζεται με μαρτύριο και όχι με παραγωγή έργου όπως στην ελληνική. , γιατί τον 14ο αιώνα το ταξίδι ήταν επίπονη περιπέτεια)
- (EN): Travel and the French Travailler come from Tris (three) + Pale (stake).
- Treasure< θησαυρός
- TREE < ΔΑΡΥΛΛΟΣ
- (EL): Από τη μακεδονική/δωρική λέξη δάρυλλος (δρυς). Το Δ τράπηκε σε Τ.
- (EN): Your Tree is the ancient Macedonian word for oak, Daryllos.
- TREMBLE < ΤΡΕΜΩ
- (EL): Αυτούσιο.
- (EN): To Tremble is to Tremo in Greek.
- TRIBE < ΤΡΙΦΥΛΟΣ
- (EL): Από το τρίφυλος (ο αποτελούμενος από τρεις φυλές).
- (EN): A Tribe reflects the ancient Greek division of people into three groups (Tri-phylos).
- TRIDENT / TRIPOD < ΤΡΙΣ + ΟΔΟΥΣ / ΠΟΥΣ
- (EL): Τρίαινα (τρία δόντια) και Τρίποδας (τρία πόδια).
- (EN): Trident (three teeth) and Tripod (three feet) are pure Greek constructions.
- TRIUMPH < ΘΡΙΑΜΒΟΣ
- (EL): Από τον θρίαμβο, τον ύμνο προς τον Διόνυσο.
- (EN): Every Triumph is a celebration born from the ancient Greek Thriambos.
- TROPIC < ΤΡΟΠΙΚΟΣ
- (EL): Από την τροπή του ηλίου (ηλιοστάσιο). Εκεί που ο ήλιος «στρίβει».
- (EN): The Tropics are named after the point where the sun “turns” (Trope) its path.
- TROUVER (FR) / TROUBADOUR < ΤΡΟΠΟΣ
- (EL): Από τον τρόπο. Το να «βρίσκεις» (trouver) τρόπους σύνθεσης μουσικής.
- (EN): The French Trouver (to find) traces back to the Greek Tropos (a musical “way”).
- TRUE < (F)ΕΤΕΟΣ
- (EL): Από το ετεός (αληθινός). Το αρχαίο Δίγαμμα (f) έγινε Tr.
- (EN): True comes from the Greek Eteos (real).
- TU / THOU / TY < ΤΟΥ / ΤΥ
- (EL): Στα Μυκηναϊκά/Δωρικά ήταν τύ ή τού. Έγινε Σύ στην Αττική, αλλά έμεινε Τ έξω.
- (EN): Thou and Tu preserve the original Greek Ty/Tou.
- Turbid/turbo<τύρβη ταρ-τερ-τορ-= στροβιλισμός, αταξία, θόρυβος
- Turn/tourner< τορνεύω
- TWO < δύFο,δFυ– F>W
- (EL): Από το δύο (αρχικά δύfο). Το W είναι η επιβίωση του Δίγαμματος (F).
- (EN): In the word Two, the W is the survival of the ancient Greek letter Digamma (F).
- TYMPANI / TYMPANO / TYPE < ΤΥΜΠΑΝΟΝ / ΤΥΠΟΣ
- (EL): Από το τύπτω (χτυπώ). Το όργανο που χτυπάμε και το αποτύπωμα (Type) ενός χτυπήματος.
- (EN): Tympani and Type both come from Typtomai (to be struck).
- TYRANT < ΤΥΡΑΝΝΟΣ
- (EL): Αυτούσιο. Ο απόλυτος άρχοντας.
- (EN): Tyrant is the Greek Tyrannos.
- TYRO < ΤΕΡΗΝ
- (EL): Από το τέρην (τρυφερός). Ο νέος που είναι ακόμα «τρυφερός» στη γνώση.
- (EN): A Tyro is a beginner, from the Greek Teren (young/tender).
🏛️ GREEK A BLESSING IN DISGUISE – ΤΟ ΥΨΙΛΟΝ (U)
- ULCER < ΕΛΚΟΣ
- (EL): Αυτούσιο από το αρχαίο ἕλκος (πληγή).
- (EN): Your medical term Ulcer is the Greek Helkos, a wound.
- ULYSSES < ΟΔΥΣΣΕΥΣ
- (EL): Η λατινική απόδοση του ονόματος του πολυμήχανου βασιλιά της Ιθάκης.
- (EN): Ulysses is the Latin name for the iconic Greek hero Odysseus.
- UMBILICAL < ΟΜΦΑΛΙΟΣ
(EL): Από τον ὀμφαλόν (το κέντρο, ο αφαλός).
- (EN): The Umbilical cord relates to the Greek Omphalos, the navel or the center of all things.
- UMBRELLA < ΟΜΒΡΟΣ
- (EL): Από τον ὄμβρον (ραγδαία βροχή).
- (EN): Your Umbrella is your shield against the Greek Ombros (rain).
- UNANIMOUS < ΜΙΑ + ΨΥΧΗ (ΑΝΕΜΟΣ)
- (EL): Από το λατινικό una (μία) + anima (ψυχή), η οποία προέρχεται από τον ελληνικό ἄνεμο. Σημαίνει αυτόν που έχει μία ψυχή, τον ομόφωνο.
- (EN): To be Unanimous means to be of “one soul” (Una + Anima). Anima (soul) comes from the Greek Anemos (wind/breath).
- UNION,UNITE < ΕΝΩΣΙΣ
- (EL): Από την ἕνωσιν. Η κατάσταση του να είσαι ενωμένος.
- (EN): A Union is the Greek Henosis, the act of becoming one.
- UNIQUE < ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ (ΕΝ / UNUS)
- (EL): Προέρχεται από το λατινικό unus (ένας), το οποίο ανάγεται στην ελληνική ρίζα του ἑνός (οινός).
- (EN): Something Unique is “one of a kind,” rooted in the Greek concept of Hen (one).
- UNITE < ΕΝΩ / ΕΝΟΩ
- (EL): Από το ἑνόω-ῶ (κάνω κάτι ένα, ενώνω). Η ρίζα είναι το εἷς, μία, ἕν.
- (EN): To Unite is to make things “one,” from the Greek verb Henoo (from hen = one).
- URANUS < ΟΥΡΑΝΟΣ
- (EL): Από το αρχαίο fορανός (με Δίγαμμα).
- (EN): The planet Uranus is the Greek Ouranos, the personification of the Sky.
- URGENT < ΟΡΓΗ / ΟΡΓΑΩ
- (EL): Από το ὀργάω-ῶ (ορμώ, σφύζω από ζωή) και την ὀργή.
- (EN): Something Urgent demands immediate action, from the Greek Orgao, meaning to surge or rush headlong.
- URINE < ΟΥΡΟΝ
- (EL): Από το αρχαίο fοῦρον (με Δίγαμμα).
- (EN): Urine is the direct Greek word Ouron.
- URN < ΥΔΡΙΑ
- (EL): Από την ὑδρίαν, το αγγείο για το ὕδωρ (νερό).
- (EN): An Urn traces back to the Greek Hydria, a water jar named after Hydor (water).
- URUGUAY < ΑΡΕΩΣ ΓΗ
- (EL): Συγκλονιστική προσέγγιση! Η «Γη του Άρεως» (Uru-guay). Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, δίνει το όνομά του σε μια χώρα.
- (EN): The name Uruguay can be traced back to the Greek Areos Ge (the Land of Ares, the God of War).
- UTOPIA < ΟΥ + ΤΟΠΟΣ
- (EL): Ο μη-τόπος, ο ιδανικός αλλά ανύπαρκτος χώρος.
- (EN): Utopia is literally “no place” from the Greek Ou (not) and Topos (place).
🏛️ GREEK A BLESSING IN DISGUISE – ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ V
Vaal< (Λιβύη+ Ποσειδών= Βήλος) Fήλιος ήλιος
VALIANT / VALOR < ΒΑΛΙΟΣ / ΦΑΛΙΟΣ
- (EL): Από το βαλιός (λαμπρός, ταχύς) και το βαλαών (πολύ, μέγα). Ο ανδρείος είναι αυτός που έχει εσωτερική λάμψη και δύναμη.
- (EN): Your Valiant hero is the Greek Valios—bright and powerful. βαλαών = πολύ, μέγα
- Vard=ρόδον ( Αρμένικα)< Fρόδον>βρόδον>(δασεία)ρόδον.
- VARIATE < ΒΑΡΙΟΣ
- (EL): Από το βαριός (με την έννοια του ποικίλου, του διαφορετικού).
- (EN): To Variate is to show the Greek Varios (diverse) nature of things.
- VECTOR / VEHICLE < FΟΧΕFΕΙΝ / FΟΧΟΣ
- (EL): Από το fόχος (όχημα, άμαξα). Το Δίγαμμα (F) έγινε V. Το Vector είναι το «διάνυσμα» που μεταφέρει.
- (EN): Your Vehicle is the Greek Ochos (chariot), carrying the ancient Digamma (F) which turned into your V.
- Vehere<μεταβαίνω<FοχέFειν
- VENDO / VENDRE < ΩΝΗ / FΩΝΗ
- (EL): Από την ὠνή (αγορά). Το αρχικό Δίγαμμα (F) έδωσε το V. <ώνια=ψώνια,Fων-/Fεν-/Fονή-/οfνή>ωνή=αγορά
- (EN): To Vend (sell) is to trade in the Greek One (marketplace).
- VENIR / GO < ΒΑΙΝΩ (FΑΝJΩ)
- (EL): Η ρίζα βανjω έδωσε το go (στις Αιολικές/Δωρικές) και το Β venir (στις Αρκαδικές).
- (EN): Both Go and the French Venir come from the same Greek root: Baino (to walk/go).
- Vepem=αφηγούμαι (Αρμενικά)<Fέπος > έπος
- Ver= άνοιξις primavera<Fέσαρ>έαρ(Δωρικά) Fηρ>ηρ (Ιωνικά)
- Ver,vermis,worm=σκώληξ<Fερμ/Fελμ>ρόμος/Fόρμος Fρόμος
- VERB < ΕΡΩ / ΕΙΡΩ
- (EL): Από το ρήμα εἴρω (ομιλώ). Το V είναι η επιβίωση του Διγάμματος.
- (EN): A Verb is simply the Greek Ero (I speak), rooted in the word for epic poetry, Epos.
- VERITY / VRAI < ΕΤΥΜΟΤΗΣ / FΕΡΟΣ
- (EL): Από το εταός / έτυμος (αληθινός). Το λατινικό verus και το γαλλικό vrai κρατούν το V από το αρχαίο f.
- (EN): Verity (truth) is linked to the Greek Etymos, the root of the word Etymology.
- VERY < FΕΡΙ- (ΕΡΙ- / ΑΡΙ-)
- (EL): Από το επιτατικό μόριο ερι- (πολύ), όπως στο Αριάδνη (πολύ αγνή). Very< Fερι =ερι-/αρι-(Δωρικά) (επιτατικό μόριο) ερίτιμος=αξιότιμη ΆΡΙΣΤΟς
- Εριφύλη (έρι:πολύ+φύλον) η έξοχη των γυναικών
- Αριάδνη< αρι+αδνή/αγνή πολύ αγνή
- (EN): When you say Very, you use the Greek prefix Eri-, meaning “highly” or “greatly”.
- VESPER < FΕΣΠΕΡΟΣ Hesperos
- (EL): Από τον ἕσπερο (απόγευμα) και την Εστία.
- (EN): Vesper (evening)
- VESTA< FΕΣΤΙΑ Vesta (hearth) are the Greek Hestia.
- VEST / VETEMENT < FΕΣΘΗΣ (ΕΣΘΗΣ)
- (EL): Από το fέσμα και την ἐσθῆτα (φόρεμα). Από το ρήμα fέννυμι (ντύνω).
- (EN): Your Vest is the Greek Esthes (garment).
- VETERAN < ΕΤΟΣ
- (EL): Από τη φράση «εκ των προτέρων ετών». Ο παλαιός, αυτός που έχει τα χρόνια (έτη).
- (EN): A Veteran is someone defined by their years of service (Etos).
- VIA / VOYAGE / WAY < FΟΔΟΣ
- (EL): Από την οδό (δρόμος). Το F έγινε V ή W.
- (EN): Whether you go Via or on a Voyage, you are traveling on a Greek Hodos (road).
- VICINITY<=γειτνίασις<Fεξέ= κοντά
- VICTORY < ΝΙΚΗ
- (EL): Το V εδώ λειτουργεί ως σύμβολο επικράτησης, αλλά η ρίζα είναι η ελληνική Νίκη.
- (EN): Every Victory is a tribute to the Greek Goddess Nike.
- VIDEO / VISION / VIEW < FΙΔ– (ΕΙΔΟΣ / ΟΙΔΑ)
- (EL): Η απόλυτη απόδειξη! Από τη ρίζα fιδ- (βλέπω, γνωρίζω). Το V είναι το Δίγαμμα που έμεινε ολοζώντανο στα αγγλικά. <Fοίδα>οίδα είδω (βλέπω, γνωρίζω)Fιδ-Fειδείν>ειδείν Fείδω = βλέπω, Fίδημα = όραμα
- (EN): Video and Vision come from the Greek root Id- (to see/to know). You use the “lost” Digamma every time you watch a video.
- VINE / WINE < FΟΙΝΟΣ
- (EL): Από τον οίνο. Το Δίγαμμα επιβιώνει στο V (Vin) και στο W (Wine).
- (EN): Wine is the Greek Oinos, with the ancient F sound still audible in the English W.
- vingt=είκοσι<ε-Fίκατι>Fείκατι>βείκατι
- VIOLATE / VIOLENCE < ΒΙΑ
- (EL): Η ρίζα είναι η Βία. Η ορμητική χρήση δύναμης.
- (EN): Violence is the direct descendant of the Greek Bia (force/might).
- VIPER < ΕΧΙΣ / ΕΡΠΩ
- (EL): Από τον Έχι (φίδι) και το ρήμα έρπω.
- (EN): A Viper is the Greek Echis, the one who crawls (Erpo).
- VIRGIN < FΑΓΝΗ (ΒΡΙΤΕΙΑ)
- (EL): Από την αγνή παρθένο (ρίζα fαγ-).
- (EN): Virgin relates to the Greek Hagne (pure).
- VIRILE / VIRILITY < FΙΣ (ΡΩΜΗ) / ΑΡΡΗΝ
- (EL): Από το fίς (ισχύς) και το άρρην (άνδρας).
- (EN): Virility is the ancient Greek Fis (strength) and Arren (masculine).
- VIRUS < ΙΟΣ
- (EL): Από τον ιόν (δηλητήριο).
- (EN): A Virus is simply the Greek Ios, meaning poison.
- VITAL / VITA < ΒΙFΟΣ (ΒΙΟΣ)
- (EL): Από τον βίο (ζωή).
- (EN): Anything Vital to your Vita (life) is the Greek Bios.
- VOICE / VOCAL vocal/voce/voix/vox/vowel<Fοκjα>Fοσσα βάξις= προφορικός λόγος
- < FΟΚJΑ (FΟΣΣΑ / ΒΑΞΙΣ)
- (EL): Από την όσσα (φωνή) ή τη βάξιη (προφορικός λόγος).
- (EN): Your Voice is the ancient Greek Ossa or Baxis.
- VOLCANO < ΦΛΕΓΩ (ΗΦΑΙΣΤΟΣ)
- (EL): Από το φλέγω (καίω). Συνδέεται με τον Vulcan (Ήφαιστο).
- (EN): A Volcano is the manifestation of the Greek verb Phlego (to burn/flame).
- voleur <αυτόφωρος<αυτός+φωρ/Fολ=κλέπτης .
- Volpes, fox<Fαλ-/Fιλ/Fολ Fαλώπηξ/αλώπηξ
- VOLUME / VOLVO < FΕΙΛΥΩ / FΟΛFΩ
- (EL): Από το εἰλύω (περιστρέφομαι). Η περιδίνηση που οδηγεί στην εξέλιξη.
- (EN): A Volume of a book or a Volvo car is something that “rolls,” from the Greek Eilyo.
- volvo/volvere Volumen( όγκος εκ περιστροφής)
- Fειλύω /fόλfω=περιστρέφομαι Ελίσσομαι/Ελίκη/Έλιξ<ειλλείν/ιλλείν= περιδίνησις συναισθήματος που πρέπει να περάσεις για να ανελιχθείς… να βγεις στον αφρό …. αφρογένεια/Αφροδίτη/ (ξεβίδωμα-Πλάτων Τιμαιος). Διόνυσος Ελευθερεύς…/την δίνη με την οποία κατεβαίνεις στην ενσάρκωση εκεί που η ψυχή είναι ελεύθερη στα αιθερικά πεδία. Σε αυτήν την κάθοδο (βίδωμα-στο σώμα Πλάτων)της ψυχής προς το σώμα εφορεύει ο Διόνυσος. Π.χ.Αχιλλεύς<αχα(Αχαία, Aqua, Αχελώος, Αχέρων= ύδατα (συναίσθημα) από τα άχα ιλλείν
- το εύ (ίλλω/είλλω=συνελαύνω εντός μικράς
- περιφερείας(βζννν) δηλαδή
- μέσα από την συναισθηματική περιδίνηση βγάζει τον καλύτερο εαυτό…
- VOMIT < ΕΜΕΩ / FΕΜΕΩ
- (EL): Από το αρχαίο ρήμα ἐμέω-ῶ = κάνω εμετό
- (EN): Even the word Vomit traces back to the Greek Emeo.
- VORACIOUS / -VORE < ΒΟΡΟΣ / ΒΙΒΡΩΣΚΩ
- (EL): Από το βορός (λαίμαργος) και το ρήμα βιβρώσκω (τρώγω).
- (EN): To be Voracious is to have the Greek Boros appetite—to devour.
- VOULOIR / VOLUNTEER < ΒΟΥΛΟΜΑΙ
- (EL): Από το fοφ- / fοβ- που έδωσε το <βολ-jομαι> βούλομαι (θέλω). Στην Κύπρο λένε «σι βόλε» (τι θέλεις;). )<Fοφ-/fοβ <βολ-jομαι> βώλομαι , βούλομαι.(δια αντεκτάσεως)βέλλομαι , βείλομαι δήλομαι ο+f=ου/ω, θ>β θέλω
- (EN): Your Voluntary action comes from the Greek Boulomai (to will/wish).
- Vras<(αλβανικά)=σκοτώνω Fραίω>(δασεία)ραίω=συντρίβω, καταστρέφω
- VULGAR < FΟΧΛΟΣ (ΟΧΛΟΣ)
- (EL): Από τον fόχλο (πλήθος). Αυτό που ανήκει στις μάζες.
- (EN): Vulgar behavior is that of the Ochlos (the crowd).
- VULNERABLE < FΟΛ- / Fοκλή /ΟΥΛΗ
- (EL): Από την ουλή (σημάδι πληγής). Ο ευάλωτος μπορεί να δεχθεί «ουλή».
- (EN): To be Vulnerable means you are susceptible to an Oule (a Greek scar).
Bonus Μεταμόρφωση: Το Spring (Άνοιξη) στα Λατινικά είναι Primavera, από το ελληνικό Fέσαρ (Έαρ).
🏛️ GREEK A BLESSING IN DISGUISE – ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΔΙΓΑΜΜΑ (W)
- WAGGON / WAGON < FΟΧΕΩ (ΟΧΟΥΜΑΙ)
- (EL): Από το Fοχέω (μεταφέρω με όχημα). Η ίδια ρίζα που έδωσε το Vehicle.
- (EN): A Waggon is a direct descendant of the Greek Ocheo (to carry/ride).
- WALK < FΑΛ- (ΑΛΑΟΜΑΙ)
- (EL): Από το ἀλάομαι (περιπλανώμαι).
- (EN): To Walk is to wander like the Greek Alaomai. Wander/went/wind,wound,wound<Fιν,Fαν
- WAR / WARDEN < FΑΡ- / FΕΡΥΩ
- (EL): Από τη ρίζα Fαρ- (προστασία/ορμή). Συνδέεται με το ἐρύω (φυλάσσω).
- (EN): War and Warden relate to the Greek root Eryo, meaning to guard or protect.
- WARM < FΕΡΜΟΣ (ΘΕΡΜΟΣ)
- (EL): σάρμοι (σ Δωρικόν),θερμοί (θ Ιωνικόν) Από το θερμός. Στα Αιολικά το «θ» γινόταν «φ» (φέρμος), και το F έδωσε το W.
- (EN): Warm is the Greek Thermos (hot), through the Aeolic variant Phermos.
- Wasu (Inkas)< Fάστυ>άστυ με τροπή στ/σς/σ
- WATER < ΥΔΩΡ (FΥΔΩΡ) Fέδυ, βέδυ, Fέδεσσα, Εδεσσα
- (EL): Από το ὕδωρ. Το αρχικό F- επιβιώνει στο αγγλικό W.
- (EN): Your Water is the Greek Hydor. The W sound is the ghost of the ancient Digamma.
- WE / WIR < ΗΜΕΙΣ (FΑΡ– / FΙΡ-)
- (EL): Από τις αρχαίες ρίζες που δήλωναν την ομάδα, το «εμείς».
- (EN): Even the pronoun We has Greek DNA.
- WEAVE < ΥΦΟF- (ΥΦΑΙΝΩ) υφόF, υφόFειν,υφόειν
- (EL): Από το ὑφαίνω. Το W προκύπτει από το εσωτερικό F (υφόFειν).
- (EN): To Weave is to follow the Greek Hyphaino.
- WEIGHT < FΑΧΘΟΣ (ΑΧΘΟΣ)
- (EL): Από το ἄχθος (βάρος, φορτίο).
- (EN): The Weight you carry is the Greek Achthos (burden).
- WEST < FΕΣΠΕΡΙΑ (ΕΣΠΕΡΟΣ)
- (EL): Από την Fεσπερία (τη χώρα του Εσπέρου, τη Δύση).
- (EN): West is the Greek Hesperia, the land where the sun sets.
- WET < ΥΕΤΟΣ (ΥΩ)
- (EL): Από το ὕω (βρέχω) και τον ὑετό (βροχή).
- (EN): Wet is what happens during the Greek Hyetos (rain).
- WHEEL < ΕΛΥΩ (ΚΥΛΙΩ)
- (EL): Από το ελύω (στρίβω, κυλίω). Η ρίζα της περιδίνησης.
- (EN): A Wheel turns because of the Greek Elyo (to roll).
- WIDOW < FΙΔΕΟΣ (ΗΙΘΕΟΣ)
- (EL): Από τον ήίθεο (άγαμος/χωρισμένος). Δηλώνει τον διαχωρισμό.
- (EN): Widow relates to the Greek Hitheos, someone who is “separate”.
- WIND < FΑΝΤΟΣ (ΑΝΕΜΟΣ) άFημι>άημι,άω=φυσάει
- (EL): Από το Fέντος (άνεμος) και το ρήμα ἄημι (φυσώ).
- (EN): The Wind is the Greek Anemos, carrying the breath of the ancient Digamma.
- WINE < FΟΙΝΟΣ
- (EL): Το Fοῖνος έδωσε το λατινικό vinum και το αγγλικό Wine.
- (EN): Your Wine is the Greek Oinos. You can still hear the ancient F in your W.
- WOE < ΟΥΕ / ΦΕΥ οF,εF=αλίμονο
- (EL): Το επιφώνημα του πόνου. Από το ουέ και το φεύ (αλίμονο).
- (EN): Your cry of Woe is the ancient Greek Oue.
- WOLF < FΛΥΚΟΣ (ΛΥΚΟΣ)
- (EL): Από τον λύκο. Το F στην αρχή έδωσε το W (Wolf) ή το V (Vulpis).
- (EN): The Wolf carries the ancient Greek F before the word Lykos.
- WOMAN < FΥΩ (ΦΥΩ / ΓΥΝΗ)
- (EL): Από το Fύω (βλαστάνω, γεννώ). Η γυναίκα ως πηγή της ζωής. βανά>γυνή
- (EN): Woman comes from the Greek root Phyo (to bring forth).
- WOOL < FΕΛFΟΣ (ΕΡΙΟΝ)
- (EL): Από το FέρFος (έριον).
- (EN): Wool is the Greek Erion.
- WORD < FΡΗΤΡΑ / ΡΗΜΑ
- (EL): Από το Fρήτρα (συμφωνία) και το ρήμα.
- (EN): Every Word is a Greek Rhema or Rhetra.
- WORK < FΕΡΓΟΝ Μυκηναική Fοργον
- (EL): Από το Fέργον. Η ενέργεια (en-ergy) που παράγει αποτέλεσμα.
- (EN): Work is the Greek Ergon. The energy you put into your work is Greek.
- WORM < FΕΡΜ / FΕΛΜ (ΡΟΜΟΣ)
- (EL): Από το Fερμ/Fελμ>ρόμος=σκώληξ/Fόρμος, Fρόμος
- (EN): A Worm is the Greek Romos.
- Συγκλονιστική Σημείωση: Το Wasu των Ίνκας (η πόλη) που προέρχεται από το ελληνικό Άστυ (Fάστυ), είναι η απόλυτη απόδειξη ότι το Δίγαμμα ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο!
🏛️ GREEK A BLESSING IN DISGUISE – ΤΟ Χ (ΞΙ)
- XENOPHOBIA < ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ
- (EL): Από το ξένος + φοβία. Ο φόβος προς το άγνωστο.
- (EN): Xenophobia is the fear of the stranger, from the Greek Xenos and Phobos.
- XENON < ΞΕΝΟΝ
- (EL): Το χημικό στοιχείο που βρέθηκε ως «ξένο» ανάμεσα σε άλλα αέρια.
- (EN): The noble gas Xenon gets its name from the Greek word for “stranger” (Xenos).
- XEROX / XEROGRAPHY < ΞΗΡΟΣ
- (EL): Από το ξηρός. Η τεχνολογία της «ξηρογραφίας» (στεγνή αντιγραφή).
- (EN): Xerox and Xerography refer to the Greek word Xeros (dry).
- XYLOPHONE < ΞΥΛΟΦΩΝΟΝ
- (EL): Από το ξύλον + φωνή.
- (EN): A Xylophone is literally “wooden sound,” from the Greek Xylon (wood) and Phone (sound).
🏛️ GREEK A BLESSING IN DISGUISE – ΤΟ Υ
“For those who think they don’t speak Greek”
- YACHT < ΑΚΑΤΟΣ
- (EL): Από την ἄκατο (μικρό, γρήγορο πλοίο).
- (EN): Your luxury Yacht is the ancient Greek Akatos.
- YEAR < ΕΤΟΣ / FΕΤΟΣ
- (EL): Με τροπή του αρχικού F (Δίγαμμα) και ρωτακισμό (Fέτορ), φτάσαμε στο Year.
- (EN): A Year is the Greek Etos, marking the circle of time.
- YELL / YO < ΙΑΧΗ / ΙΑΛΛΩ
- (EL): Από την Ιαχή (δυνατή κραυγή).
- (EN): To Yell is to let out a Greek Iache.
- YES / YEAH / YO < ΓΕ (ΒΕΒΑΙΩΤΙΚΟ ΜΟΡΙΟ)
- (EL): Από το βεβαιωτικό μόριο «γε» (ναί, γιά). Οι «γεγέδες» της δεκαετίας του ’60 επαναλάμβαναν μια πανάρχαιη ελληνική κατάφαση!
- (EN): Your Yes and the cool Yo are versions of the Greek affirmative particle Ge. Even the Beatles’ “Yeah, Yeah, Yeah” has an ancient Greek beat!
- YOGA / YOKE < ΖΥΓΟΣ
- (EL): Από τη ρίζα ζυγ- (ζεύξη/ζυγός). Η Yoga είναι το «ζύγιασμα», η ένωση σώματος και πνεύματος.
- (EN): Yoga and the word Yoke (to join) come from the Greek Zygos. It’s the art of balancing your existence.
- YOGURT < ΥΓΡΟΤΗΣ
- (EL): Συνδέεται με την Υγρότητα της υφής του.
- (EN): Yogurt reflects its Greek-rooted Hygrotes (moisture/fluidity).
- YOUNG / JUVENIS < ΗΒΗ
- (EL): Από την Ήβη (τη θεά της νεότητας). Μέσω του λατινικού juvenis, η ρίζα της νεανικής ορμής παραμένει ζωντανή.
- (EN): To be Young is to have the spirit of Hebe, the Greek goddess of youth.
🏛️ GREEK A BLESSING IN DISGUISE – ΤΟ Ζ ΤΗΣ ΖΩΗΣ & ΤΟΥ ΖΗΛΟΥ
“For those who think they don’t speak Greek”
- ZEAL / ZEST < ΖΗΛΟΣ / ΖΕΣΗ / ΖΕΩ
- (EL): Από το ζέω (βράζω).
- (EL): Ο Ζήλος είναι το πνευματικό «βράσιμο» της ψυχής, ο παθιασμένος αναβρασμός για δημιουργία.
- (EL): Η Zest (ενθουσιασμός) είναι η Ζέση που νιώθουμε για τη ζωή.
- (EN): Your Zeal and Zest for life are Greek! They come from Zeo, meaning “to boil”—it’s the spiritual boiling of the soul.
- ZONE < ΖΩΝΗ
- (EL): Από το ζώννυμι (ζώνω).
- (EL): Η Zone είναι κυριολεκτικά αυτό που σε «ζώνει», ο ζωτικός χώρος που περιβάλλει κάτι.
- (EN): A Zone is a belt, from the Greek Zonne, something that encircles a particular area.
- ZOO / ZODIAC < ΖΩΟΝ / ΖΑΩ / ΖΩΗ
- (EL): Από το ζῶον.
- (EL): Ο Ζωδιακός (Zodiac) είναι ο «κύκλος των ζώων» (ζωντανών υπάρξεων) στον ουρανό.
- (EL): Όπου υπάρχει ζωή (Zoo), υπάρχει η ελληνική ρίζα Ζάω.
- (EN): Zoo and Zodiac are about life. The Zodiac is the “circle of living beings” (Zoion) in the sky.
- ZYGOTE < ΖΥΓΩΤΟΝ / ΖΥΓΟΣ
- (EL): Από τον ζυγό.
- (EL): Το Ζυγωτό είναι το αποτέλεσμα της ένωσης (ζεύξης).
(EN): A Zygote is a “yoked” cell, from the Greek Zygos.
