Ετυμολογία

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ: Η Αλήθεια των Λέξεων

Το έτυμον (αρχ. ἔτυμον, ουδ. του ἔτυμος = αληθινός) σημαίνει την αληθινή, αρχική σημασία μιας λέξης, καθώς και την ρίζα ή την προέλευσή της. Πρόκειται για τον πυρήνα της ετυμολογίας, δηλαδή την “αλήθεια των λέξεων”

Το ετυμολογικό λεξικό δεν είναι ένα απλό βοήθημα για λέξεις.
Είναι ένας χάρτης μνήμης.

Κάθε λέξη που χρησιμοποιούμε σήμερα κουβαλά ένα παρελθόν — άλλοτε φανερό, άλλοτε κρυμμένο. Η ετυμολογία δεν την «εξηγεί» απλώς· την αποκαλύπτει. Δείχνει από πού ξεκίνησε, πώς μεταμορφώθηκε, τι κράτησε και τι άφησε πίσω της.

Μέσα από αυτόν τον δρόμο, η γλώσσα παύει να είναι σύνολο από τυχαίους ήχους και γίνεται συνεχές νόημα. Οι λέξεις αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους, να σχηματίζουν οικογένειες, να θυμίζουν ότι τίποτε δεν γεννιέται αποκομμένο.

Για τον μαθητή — μικρό ή μεγάλο — το ετυμολογικό λεξικό ανοίγει μια νέα εμπειρία:
δεν μαθαίνει απλώς λέξεις· μαθαίνει να τις βλέπει.

Και τότε συμβαίνει κάτι απλό και βαθύ μαζί:
η μνήμη δυναμώνει, η κατανόηση βαθαίνει, και η γλώσσα γίνεται ξανά ζωντανή.

Οι λέξεις δεν είναι τυχαίες.
Θυμούνται.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ

Α

Αάατος = άθικτος
  • < α (στερητικόν) + άτις.
  • ἀάατος < ἀ- (στερητικό) και ἀάω.
  • Σημασία: ακατανίκητος, που δεν μπορεί να τον βλάψει κανείς.
  • ΟΡΑ: {Ύβρις (=αλαζονεία) – Άτις (=τύφλωσις του νου) – Νέμεσις (=εκδίκησις των Θεών) – Τίσις (=τιμωρία, συντριβή, καταστροφή)}.
Άγαν = λίαν, πολύ, υπερμέτρως.
  • αγαθός < άγαν + θέω ή άγαν + θοόν (= πολύ ταχύ).
  • αγαλλίασις < αγάλλομαι < άγαν (= πάρα πολύ) + άλλομαι (= αναπηδώ, σκιρτώ, δονείται η ψυχή μου) + ίασις (= γιατρειά).
  • αγάλλομαι < άγαν (= πάρα πολύ) + άλλομαι-σαλ+jομαι (= αναπηδώ, σκιρτώ).
  • άγαλμα < αγάλλομαι (= χαίρομαι) // παν εφ’ ω τις αγάλλεται (Θεοί-Ήρωες υπό την επιστασίαν του αντιστοίχου ιερέως). Για τους θνητούς είναι οι ανδριάντες.
άγκυρα < αγκών

Δ

δαίμων* < δαίω = διαιρώ
  • ρ. δαίω: μοιράζω στον καθένα την τύχη του ή φαγητό (συνδαιτημόνες). Μοίρα, την Ειμαρμένη.
  • αστραποβολώ < δαήμων = σοφός < δάω = μαθαίνω > διδάσκω = γνώστης που έρχεται σε επαφή με την φύση του που είναι ενάρετη.
  • Υπάρχει μέσα μας κάτι που μπορεί να κατακτήσει την σοφία και το ίδιο πράγμα μπορεί να κατακτήσει την ηθικότητα και την αρετή και αυτό ονομάζεται ψυχή. Είμαστε κομμάτι του θείου γι’ αυτό έχουμε ευθύνη των πράξεών μας.
  • *καμία σχέση με την σημερινή της σημασία.

Η

ήπειρος < α + περάω (= περνώ) < άπειρος (δωρικά)
  • Οι Κερκυραίοι την ονόμασαν έτσι: χωρίς πέρας.
  • Σημειωτέον: Ένα από τα ιερά σημεία όλων των Ελλήνων είναι το μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο. Τους ιερείς του, τους Σελλούς, τους ονόμαζαν χαμαιεύνες και ανιπτόποδες, γιατί κοιμόντουσαν χάμω στη Γη για να αντλούν, μέσω της επαφής με το χώμα, τη δύναμη της Γαίας και να ερμηνεύουν τους χρησμούς (από το θρόισμα των φύλλων της ιερής βαλανιδιάς, το πέταγμα των περιστεριών ή τον ήχο των χάλκινων λεβήτων). Από αυτούς τους Σελλούς προέρχεται και το όνομα Έλληνες.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ: ΓΡΑΜΜΑ Α

  • Αάατος = άθικτος.   
    • < α (στερητικόν) + άτις.   
    • ἀάατος < ἀ- (στερητικό) και ἀάω.   
    • Σημασία: ακατανίκητος, που δεν μπορεί να τον βλάψει κανείς.   
    • ΟΡΑ: {Ύβρις (=αλαζονεία) – Άτις (=τύφλωσις του νου) – Νέμεσις (=εκδίκησις των Θεών) – Τίσις (=τιμωρία, συντριβή, καταστροφή)}.   
  • Άβυσσος < α (στερητικόν) + βήσσα (= βάθος, βυθός).   
  • Άγαν = λίαν, πολύ, υπερμέτρως.   
    • αγαθός < άγαν + θέω ή άγαν + θοόν (= πολύ ταχύ).   
    • αγαλλίασις < αγάλλομαι < άγαν (= πάρα πολύ) + άλλομαι (= αναπηδώ, σκιρτώ, δονείται η ψυχή μου) + ίασις (= γιατρειά).   
    • αγάλλομαι < άγαν (= πάρα πολύ) + άλλομαι-σαλ+jομαι (= αναπηδώ, σκιρτώ).   
    • άγαλμα < αγάλλομαι (= χαίρομαι) // παν εφ’ ω τις αγάλλεται (Θεοί-Ήρωες υπό την επιστασίαν του αντιστοίχου ιερέως). Για τους θνητούς είναι οι ανδριάντες.   
  • Άγαμαι = θαυμάζω.   
    • Σύνδεση με το Άγαν: πολύ, λίαν, πάρα πολύ, υπέρ το δέον, πιο πολύ από το κανονικό.   
    • Γνωμικό: μηδέν ἄγαν (σε τίποτα μην ξεπερνάς το μέτρο).   
    • Παραδείγματα: ἄγαν βαρύς, πιθανὸς ἄγαν, ἡ ἄγαν ἐλευθερία, εἰς ἄγαν δουλεία.   
    • Σωκράτης: αγαστόν θοού = το αξιοθαύμαστον του ταχέως, δηλαδή ο κοσμικός νους.   
    • Αγαμέμνων < αγαστός (θαυμαστός) ως μέμνων (ο διαθέτων μεγάλη υπομονή).   
    • αγαστός < άγαμαι (= θαυμάζω).   
    • Αγάπη: Στα αρχαία ελληνικά, εκ του «άγαμαι» και του ποιητικού τύπου του «αγάζομαι» (θαυμάζω, παραξενεύομαι) // άγει το παν (Ο βασικός νόμος του σύμπαντος).   
  • αγανακτώ < άγαν (= πάρα πολύ) + άχθ(-ομαι) (< άχθος = βάρος) + κατάλ. –έω.   
    • > αγαναχθέω > (με τροπή των δασέων στα αντίστοιχα ψιλά) αγανακτέω, -ώ.   
    • Σημασία: Φέρειν βαρέως.   
  • αγαπάω < άγαν + αφάω (= άπτομαι, αγγίζω) /// άγαν + πάω (= έχω στην κατοχή μου, αποκτώ).   
  • Άγειν και φέρειν: έχουν την ίδια έννοια, αλλά το άγειν χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα και το φέρειν για τα άψυχα.   
  • αγελαίος < αγέλη (= κοπάδι).   
  • Αγέλαος < άγω + λαός (= δημαγωγός).   
  • αγελάς < αγέλη (= κοπάδι) < άγω (= οδηγώ).   
  • άγημα < άγω (= οδηγώ).   
  • Αγήνωρ = ο άγων τους άνδρας.   
  • αγκάλη < άγκος (= κεκαμμένος βραχίων).   
  • άγκυρα < αγκών.   
  • Αγλαΐα < αγλαός (= λαμπρός).   
  • αγνοώ < α + γιγνώσκω (= γνωρίζω).   
  • αγορά < αγείρω (= συναθροίζω).   
  • αγριωπός < άγριος + ωψ (= όψη, πρόσωπο).   
  • αγχίαλος < άγχι (= εγγύς, πλησίον) + άλς (= θάλασσα).   
    • Άγχι: 1. (για τόπο και χρόνο) κοντά, πλησίον. 2. (για ομοιότητα) όπως, σαν.   
  • αγχόνη < άγχω (= στραγγαλίζω).   
    • Άγχω: πιέζω, αγκαλιάζω (στην πάλη), πνίγω, στραγγαλίζω.   
    • Παράδειγμα: τὸν Κέρβερον ἀπῇξας ἄγχων.   
    • Μεταφορικά: πιέζω.   
  • αδαής < α + δαήναι (= γιγνώσκειν, γιγνώσκω = γνωρίζω).   
  • αδάμας < α + δαμάω (= τιθασεύω).   
  • αδελφός < α (αθροιστικό) + δελφύς (= μήτρα) – ο εκ της αυτής μητρός.   
    • Δελφίνιος ονομαζόταν και ο θεός Απόλλωνας.   
    • Σύνδεση με τους Δελφούς: το ιερό του Απόλλωνα. Οι Δελφοί πήραν το όνομά τους από τη δελφῦν (μήτρα), γιατί η περιοχή έμοιαζε με μεγάλη κοιλιά.   
    • Εκεί λατρευόταν και η μητέρα θεά Γη, εξού και η ετυμολογική συγγένεια.   
  • Άδης < α + ιδείν (ορώ = βλέπω) = αυτός που δεν βλέπεται / Ο αόρατος ή η μήτρα.   
  • άδυτον < α + δύω.   
    • Δύω: (για ήλιο, αστέρια) βυθίζομαι στον ορίζοντα. Συνώνυμα: βασιλεύω. Αντώνυμα: ανατέλλω.   
    • Μεταφορικά: αφανίζομαι, παρακμάζω, ξεπέφτω (π.χ. έδυσε το μεγαλείο της Ρώμης).   
    • Παράγωγα: ενδύομαι, καταδύομαι, δύτης, κατάδυσις, αναδύομαι, δύσις.   
  • Άδωνις: ΑΔ – ΩΝ (ουσα, ον) – ΗΣ.   .   
  • Αετός < αΐσσω (= ορμώ) // αεί ετεός.   
  • Άζος, αζαλέος = ξηρός.   
    • Ηράκλειτος: «αύη ψυχή σοφωτάτη και αρίστη» = το φως και το πυρ του νοός εξατμίζει την μικρότητα του συναισθήματος.   
  • Αίμα (Η ΖΩΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΚΟΣΜΟΥ).   
    • < αίθω > αίσμα > αίμα = αστραποβολώ, λάμπω, καίω.   
    • αίθω > αιθήρ.   
    • Το αίμα (με δασεία) είναι φορέας του αιθέρος· όταν ποτιστεί το χώμα, τον παραλαμβάνουν οι δαιμονικές οντότητες (βλ. θυσίες).   
  • Αίνος = ύμνος των αγγέλων προς τον Θεό.   
  • αήρ < άημι (= φυσώ).   
    • Σύνδεση με την ΗΡΑ: Με την πρώτη ανάσα δίνει το συνοδευτικό πνεύμα που μας ακολουθεί μέχρι να παραδώσουμε το πνεύμα (Ορφικός Ύμνος 16).   
  • Αθηνά = Ἀθεονόα.   
    • < α (υπερθετικό) + θεός + νους = η προερχόμενη από τον υπέρτατο νου (ξεπήδησε από το κεφάλι του Διός).   
    • Αρχικό όνομα: Αθήνη (Πελασγικής προελεύσεως).   
    • Παλλάς < πάλλεσθαι (όπως τα «οπαλλάκια», το μωρό στην ποδιά μας/lap) διότι πάλλει το δόρυ.   
    • Το 7 (σεπτά) ονομάζεται Αθηνά/Ειμαρμένη, Αμήτωρ και Παρθένος. Κατά τον Πρόκλο, η Αθηνά είναι η κοσμική Σοφία και αυτή αποφασίζει.   
  • άθικτος < α + θιγγάνω (= εγγίζω).   
    • Θιγγάνω: αγγίζω, πασπατεύω. Συνεκδοχικά: βάζω χέρι, θίγω, προσβάλλω (ηθικά/στρατιωτικά), πειράζω, πληγώνω, αγκαλιάζω, παίρνω μέρος, αναφέρω.   
  • Αθώος < α (στερητικόν) + θωή (= ποινή).   
  • Αιγιαλός < αΐσσω (= ορμώ δια ταχείας κινήσεως) + άλς (= θάλασσα) // εν αιγί αλός.   
    • αίξ-αιγός = κατσίκα / ορμητικά κύματα.   
    • αιγίς < αίξ < μέλλων του αίσσω = γίδα.   
  • Αίγλη < αγλαός=λαμπρός
  • Αιθήρ < Αίμα < αίθω (= καίω και λάμπω) > αίσμα > αίμα > αιθήρ.>αίθουσα   
  • Αικατερίνη < αεί + καθαιρή = πάντοτε καθαρή (αιέν καθαρινά, η πάντοτε αγνή).   
  • Αισχρόν = αεί ίσχε = συγκρατεί, αναχαιτίζει τον ρουν (εμποδίζει τη ροή ενέργειας που τρέφει την ψυχή μας).   
  • αιχμάλωτος < αιχμή + αλωτός < αλίσκομαι (= κυριεύομαι, συλλαμβάνομαι) > άλωσις.   
  • αιών < αιεί, αεί (= πάντοτε). αfών (βοιωτικό αε / αττικό αι).   
  • Αιώνιος < αεί νάει= ρέω , κυλάω, τρέχω.   
  • Ακάματος < α (στερητικόν) + κάμνω (= κουράζομαι).
  • ακέραιος < α + κεράννυμι (= ανακατεύω) ή < κεραίζω (= διαρπάσσω, λεηλατώ, φονεύω). Σημασία: αμιγής, σώος, καθαρός.   
  • ακραιφνής < ακέραιος + φαίνομαι.  = ανόθευτος, καθαρός, γνήσιος ή αμιγής
  • ακριβής < άκρος + κρίνω.  
  • Ακταιωρός<ακτή+ούρος=φύλαξ (όπως θυρωρός)  
  • ακτίς < άγω (= οδηγώ).   
  • αλαζών < άλη (= περιπλάνηση). Αυτός που περιπλανιέται λέγοντας ψέματα για να εντυπωσιάσει.= Υπερόπτης, φαντασμένος, ψηλομύτης, κομπορρήμων, καυχησιάρης, υπερφίαλος, οιηματίας.
  • Αλάνι<αλάομαι=περιπλανώμαι>αλήτης
  • Άλας<αλς=θάλασσα
  • Αλγεινός<άλγος=πόνος
  • Αλέκτωρ<αλέξω=απομακρυνω Αλ=η εκδηλωμένη δύναμις  του Θείου στην Φύσιν+έκτωρ = ο έχων και κατέχων δλδ ο κάτοχος της ηλιακής δύναμης  Όλοι οι ενσαρκωμένοι είμεθα καθεύδοντες και το αφυπνιστικό κάλεσμα του θείου Λόγου , της φιλοσοφίας μπορεί να μας σηκώσει από το λέκτρον , ο αλέκτωρ του Απόλλωνος, ο αφυπνιστικός λόγος
  • Αλέξανδρος<αλέξω+ανήρ “Αυτός που προστατεύει, υπερασπίζεται τους άνδρες”. Προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις ἀλέξω+ἀνδρ – (ανήρ), που σημαίνουν “υπερασπίζομαι, προστατεύω και άνδρας”.
  • Αλέξω=διώχνω μακριά για να προστατεύσω
  • άλευρον<αλέω=αλέθω
  • αλήθεια < α (στερητικό) + λήθη. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχαστεί.
  • αλήτης<αλάομαι=περιπλανώμαι
    αλίμονο<αλί +εμένα
       WOE ALAS
  • αλκή (= ισχύς, ανδρεία).
  • Αλκίνοος<αλκή του νοός
  • Αλληγορία<άλλως αγορεύειν
  • Αλλοδαπός<άλλη +δα=γη
  • άλμα<άλλομαι=αναπηδώ
  • άλοχος (= σύζυγος) < α (αθροιστικό) + λέχος (= κρεβάτι).
  • ΑΛΠΕΙΣ<ΑΛΦΟΣ=ΛΕΥΚΟΣ
  • Άλτις<αλ=το φύτρωμα/κίνησις προς τα επάνω Ομηρικο άλδω-αλθαίνω- άλθομαι=τρέφω-ανατρέφομαι>alo=τρέφω, αυξάνω /παθ. Μτχ =altus άλλομαι= εκτινάσσομαι, πηδώ, σκιρτώ>άλμα, σάλτο αντιδάνειον
  • Αλώπηξ (αλεπού)< α στερητικό το καλοκαίρι και επιτατικό τον χειμώνα +λώπη= τα ρούχα
    αμαζών<α+μαζός=μαστός
    άμαξα<άμα+άγω
  • αμαρτία < α (στερητικό) + μείρομαι (= λαμβάνω το μέρος μου, πετυχαίνω τον σκοπό).
  • Αμαρτάνω = αποτυγχάνω του σκοπού (αστοχία).
  • αμβροσία < α (στερητικό) + βροτός (= θνητός). Η τροφή των αθανάτων.
  • αμείλικτος<α+μειλίσσω=χαροποιώ
  • ΑΜΕΛΓΟΜΑΙ/ρωτακισμός/ΑΡΜΕΓΩ>MILK
  • αμελής<α+μέλω = (φροντίζω, ενδιαφέρομαι)
  • άμεμπτος<α+ μέμφομαι= κατακρίνω
  • μάζα > μαζτός – μαστός, αμαζόνα (χωρίς μαστό),
  • Αμέριμνος< δεν παραχωρώ μερίδα εις την μναν( χρήμα) ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
  • Διαβάζουμε στο Ομηρικό λεξικό:

ημέν σημαίνει αληθώς και χρησιμοποιείται στους όρκους.

Άρα το “αμήν λέγω υμίν” δεν σημαίνει “σας διαβεβαιώνω”, αλλά “Αληθώς σας λέγω”.

Η εξέλιξη του ημέν είναι το σημερινό ….. αμέ!

  • άμιλλα < άμα (η ταυτόχρονη προσπάθεια για υπεροχή).
  • ΑΜΜΟΣ<ΨΑΜΑΘΟΣ/ΣΑΜΑΘΟΣ
  • ΑΜΜΩΝ<ΑFΜΩΝ<FΑΣ-FΑΡ-FΑΝ=ΑΝΑΞ ΣΤΑ Μυκηναϊκά FΑΝΑΞ-ΑΝΑΞ=ΒΑΣΙΛΕΥΣ
  • αμνηστία < α (στερητικό) + μνήμη. Η επίσημη λήθη.
  • αμοίβω< αμόFjω
  • άμπωτΙς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄμπωτις < ἀνάπωτις < ἀναπίνομαι < ἀνά + πίνω (ἄμπωτις θάλασσα: η θάλασσα που πίνει/ρουφάει το νερό)ΔΛΔ ΑΝΑΡΡΟΦΗΣΙΣ
  • άμυνα < αμύνω (= αποκρούω).
  • αμφί (= και από τις δύο πλευρές).
  • ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ<ΑΜΦΙ+ΤΡΙΤΩΝ(ΠΟΤΑΜΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΗΤΗΣ)
  • αμφορεύς<αμφί-φέρω
  • Αναγιγνώσκω < ανά + γιγνώσκω =γνωρίζω . Σωκράτης :η γνώσις είναι ανάμνησις
  • ανάγκη < άγχω (το σφίξιμο που δεν αφήνει περιθώριο επιλογής).
  • Αναζωπυρώ< ανά+ζωπυρώ= βάζω φωτιά>ζώπυρο= αναμμένο καρβουνάκι διατηρημένο σε στάχτη, που χρησιμεύει για την αναζωπύρωση της φωτιάς; (μεταφορικά) οτιδήποτε
  • ανάθεμα<ανατίθημι=αναθέτω
  • αναίσχυντος < α (στερητικό) + αισχύνη= ντροπή, ατίμωση.
  • Ανακουφίζω <ανά +κουφίζω = ελαφρύνω, προερχόμενο από το επίθετο κούφος = ο ελαφρύς.

Άρα η ανακούφιση ουσιαστικά είναι η ελάφρυνση κάποιου από το σωματικό ή ψυχικό βάρος που τον βασάνιζε.

  • άναξ < ανά + άγω (ο οδηγών προς τα άνω).
  • ανασκολοπίζω<ανά+σκόλοψ=πάσσαλος
  • Ανατέλλω<ανά+τέλλω=εγείρω, σηκώνω υψώνομαι και tell λεγω.>ΤΑΛΌς ΕΙΝΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ (ΗΣΥΧΙΟΣ) ΕΝ ΤΑΛΛΩ=ΝΤΑΛΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ανατολή και Δύση ανεξαρτήτως τόπου όπου αναφέρεται είναι σε σχέση με την Ελλάδα

  • Άναυδος= α+αυδή= φωνή< αείδω=άδω=τραγουδώ>άσμα
  • Ανδρείκελον<ανηρ+είκελον=equal
  • ανέκαθεν<άνω+εκάς =μακριά
  • ανεξίκακος<ανέχομαι+κακός
  • ανέφικτος<α+αφικνούμαι =φθάνω
  • Ανθος<άνω+θοός= ταχύτατα παω προς τα πάνω
  • άνθρωπος <“Ο ΑΝΑΘΡΩΝ Α ΟΠΩΠΕ” από τη ρήση του Σωκράτη και σημαίνει ότι «Άνθρωπος είναι αυτός που παρατηρεί, εξετάζει, αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει».

[Η λέξις ανήρ – άνδρας υπονοεί ολόκληρο το ανθρώπινο γένος].

  • άνοια < α (στερητικό) + νους.
  • αντί (= έναντι).
  • αντάμα<εν τω άμα
  • αντάρα<αναταράζω
  • ανταρσία<αντί+άρσις (αίρω=σηκώνω)
  • ‘αντε<άμετε,άμε ,άγωμεν<άγω
  • Αντίνοος<αντί+νους=αυτός που αντιτίθεται στην λογική
  • Το ΑΝΤΙΠΕΠΟΝΘΟΣ (αρχαία ελληνικά) = ΚΑΡΜΑ = Ανταποδοτική Δικαιοσύνη = Νόμος Αιτιατού = Νόμος της σχέσης Αιτίας και Αποτελέσματος = Ό,τι σπείρεις θα θερίσεις = Υφίσταμαι τις συνέπειες των πράξεων μου!
  • ΑΝΤΡΟΝ Ιερό μέρος σε φυσικον κοίλωμα της γης με τρυπα επάνω<ανω+ τιτρώσκω< τείρω =τρυπώ    Το σπήλαιον είναι τεχνητόν/χειροποίητον
  • άντρον < ανά + τρέω (= τρέμω, φοβάμαι). Τόπος που προκαλεί δέος
  • Αντώνιος: Στην αρχαιότητα, υπήρχε η αντίληψη (όπως την αναφέρει ο Πλούταρχος) ότι οι Αντώνιοι καταγόταν από τον γιο του Ηρακλή, τον Άντωνα. Αυτός ο ισχυρισμός συνδέει το όνομα με τον αρχαίο ελληνικό μύθο. Το όνομα Αντώνιος είναι λατινικής προέλευσης από το οικογενειακό όνομα Antonius. Η ετυμολογία του είναι άγνωστη, αλλά ο Μάρκος Αντώνιος ισχυριζόταν ότι η καταγωγή του ήταν από τον γιο του Ηρακλή, τον Άντωνα.
  • ανώγι<άνω+γαία
  • αξία < άγω (το βάρος που σύρει την πλάστιγγα)
  • . αξίνη<άγνυμι=θραύω
  • αοιδός < άδω (ο τραγουδιστής).
  • απαλός<άπτω, άπτομαι=αγγίζω
  • Απαρέμφατον < το στερητικό α + παρεμφαίνω (αποδεικνύω, ορίζω, φανερώνω, δηλώνω), επειδή είναι ο μόνος ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το πρόσωπο του υποκειμένου ή τον αριθμό των προσώπων.
  • απαρτία<από+άρτιος=πλήρης, τέλειος
  • άπας<α+πας=όλος
  • απάτη < α (στερητικό) + πάτος (= δρόμος, πάτημα). Η έλλειψη σταθερού εδάφους.
  • άπειρος<α+πέρας του περατος

  το άπειρον του Αναξιμάνδρου

  • Απέριττος<α+περιττός
  • Ο απηνής < από+ανίημι (=επιτρέπω, αφήνω, λύω, ανά+ίημι), και ειδικώς το τρίτο ενικό του παρατατικού, αν-ίη. Από+ανά+ιής >από-ενά-ιής > απ’+ενη-ής (α>ε και αι>η), απ’-εν’-ής >απηνής, με ε>η, που σημαίνει τον τραχύ, τον σκληρό, το ακριβώς αντίθετο του προσηνής, που σημαίνει τον γλυκό, τον ήρεμο, τον πράο, τον καταδεκτικό, με πρώτο συνθετικό του την πρόθεση, προς.
  • άπλετος<α+πίμπλημι =γεμίζω ample=more than enough
  • άπληστος<α+πίμπλημι=γεμίζω

 

  • απλούς < α (αθροιστικό) + πλέκω. Ο μη πεπλεγμένος.
  • από (= απομάκρυνση).
  • Απόλλων:
    • (ΤΟΞΕΥΤΙΚΗ-ΑΚΤΙΝΕΣ) < ΑΕΙ ΒΑΛΛΩΝ.
    • (ΜΑΝΤΙΚΗ) < ΑΠΛΟΥΝΑ < Ο ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΕ ΑΠΛΟ ΤΡΟΠΟ.
    • (ΙΑΤΡΙΚΗ) ΠΑΤΗΡ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ < ΑΠΟΛΟΎΩΝ (ΛΟΥΖΕΙ) ΑΠΟΛΎΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ.
    • (ΜΟΥΣΙΚΗ) Α = ΟΜΟΥ + ΠΌΛΟΣ = θόλος του ΟΥΡΑΝΟΎ, ΤΡΟΧΙΆ ΑΣΤΈΡΟς, ΑΞΩΝ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΣΦΑΙΡΑΣ. ΟΜΟΠΟΛΩΝ = ΑΥΤΟς ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΑΡΜΟΝΙΑ.
    • < α (υπερθετικό) + πόλος + λας (λάμπος – λάμψις) = εκείνος που λάμπει από παντού.
    • Κατ’ άλλους: α (στερητικό) + πολλοί = εκείνος που δεν ανήκει στους πολλούς, Ο ένας και μοναδικός.
    • Α(ΕΠΙΤΑΤΙΚΟΝ) + ΠΟΛ/ΠΑΛ/ΦΑΛ/ΒΑΛ -> ΒΑΛΙΌΣ, ΦΑΛΗΡΟΣ = ΛΑΜΠΡΟΣ.
    • απορία < α (στερητικό) + πόρος (= πέρασμα). Η έλλειψη διεξόδου.
    • αποστασία<αφίσταμαι<από+ίσταμαι=απομακρύνομαι
    • αποφράδα<από+φράζω
    • άποψη<από+όψομαι (ορώ=βλέπω)
  • αραρίσκω (= συναρμόζω, προσαρμόζω). Ρίζα της Αρμονίας και του Αριθμού. ἀραρίσκω
  • συνδέω, συνταιριάζω
  • συνάπτω
  • κατασκευάζω, παρασκευάζω
  • συγκεντρώνω
  • εφοδιάζω, εξοπλίζω
  • είμαι ευχάριστος, ευχαριστώ
  • αρμονία < αραρίσκω (η σωστή συναρμογή).
    •  Αρμός < άρσις εις την μονάδαν (αίρεσαι να βρεις την μία και μόνη ταυτότητά σου).
    • Άρης + Αφροδίτη = Αρμονία.
    • αργαλειός<εργαλείον
    • άργιλος< αργός=λευκός
    • Αργος= λαμπρή πόλις   Αρ-<Fαρ  Σαρ
    • άργυρος<αργός=λευκός
    • άρδην<αίρω =σηκώνω
  • Αρετή < α (στερητικό) + ρήσις= απαράμιλη, τέλεια, μοναδική ΚΡΑΤΥΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΤΗ(που θα την επιλέξεις)<αραρίσκω=θέτω σε τάξη τα πράγματα συναρμόζω//αεί+ρέει

αρετή < Άρης (ρώμη) ή < αρέσκω.

αρετή/αηρήτη που είναι η ροή της ψυχής  αρ<αραρίσκω=συγκεντρώνω μελετώ για να μπορέσω να ακολουθήσω αυτήν την αέναη ροή+έτη< ετάζω εξετάζω

    • Αρήτη<α+ρήσις
    • άρθρον<αραρίσκω=αρμόζω, ταιριάζω
    • Αριαδνη< αρι/Fερι-very=πολύ+αδνη=αγνη
    • Αριθμός<αραρίσκω=συνδέω, (συν)αρμόζω  Συνδυάζω +προστακτική του είμι (ἴθι)            συνδυάζω και προχωρώ κατά σταθερά βήματα
    • Αρίσταρχος < άριστος + άρχω= αυτός που άρχει (ηγείται)  των αρίστων
    • Αριστείδης < άριστος + ορώ (αόριστος: είδον)= ο άριστος στην όψη, ο πολύ εμφανίσιμος
    • Αριστερά=επί τα λαιά/λεfά>left
    • Αριστοτέλης < άριστος + τέλος (σκοπός)= ο τελειομανής, εκείνος που σκοπεύει στο άριστο
  • άριστος < Άρης (ο ικανότερος στον αγώνα).
  • Αριστοφάνης < άριστος + φημί (λέγω, διατυμπανίζω, διαδίδω λεκτικά)= εκείνος που μιλάει άριστα
  • Αρκαδία<αργ/κ+Δία πολλές άλλες ερμηνείες…Αργώ -Ark
  • ΑΡΚΤΙΚΗ/ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ < ΑΡΚΑΔΙΑ
  • Αρκτος<αρκώ, επαρκώ, το επαρκούν εαυτώ ζώον
  • άρμα<άρω (αίρω) ή αραρίσκω=αρμόζω, ταιριάζω
  • Αρμονία<ΑΡΜΌς< άρσις εις την μονάδαν αίρεσαι να βρεις την μία και μόνη ταυτότητά σου. Αρης+ Αφροδίτη= Αρμονία
  • αρουραίος<άρουρα=γη
  • αρραγής<α+ρήγνυμι =σπάζω
  • άρρητος<α+λέγω
  • άρρωστος<α+ρώννυμι=δυναμώνω
  • Αρσινόη< άρσις < αίρω +νους= υψηλόφρων
  • Άρτεμις < αήρ + τέμνω= εκείνη που κόβει – διασχίζει τον αέρα/Αρετής-ίστωρ Που ξερει που να στοχεύσει / βαθεια γνωστρια της Αρετης
  • αρτηρία<αίρω =σηκώνω την ροή; η αήρ + τηρώ
  • άρτος < αίρω (επειδή υψώνεται/φουσκώνει).
  • Αρχαίον<αρ(πάρα πολύ)+χαιον=(ευγενές)
  • αρχή < άρχω.
  • Αρχιμήδης < αρχή + μήδομαι (σκέπτομαι)= ο άρχων της σκέψεως
  • Άρχων<άρα=γη+έχων
  • αρωγή<αρήγω=βοηθώ
  • Ασέα=πολύ μεγάλη πεδιάδα
  • ασελγής<α+θέλγω=γοητεύω
  • άσθμα<άω=φυσάω
  • Ασκληποιός=«ότι τα ασκελή (σκληρά)νοσήματα ήπια ποιεί».
  • Ασπασία < ασπασμός= θηλυκό του αρχ. επιθέτου ασπάσιος= χαρούμενη, ευτυχισμένη (αρσ. Ασπάσιος)
  • ασπίς < α (στερητικό) + σπίζω (= σφυρίζω, κάνω θόρυβο). Η αθόρυβη προστασία.
  • αστείος<άστυ
  • Αστεροπη Ας(Δωρικα) η Ες (βοιωτικά)+τερ(δωρικο)/σερ>Σείριο τον λαμπρότατον των αστέρων/τέρας=σημείον ,φανερόν σε υψηλό σημείο τυρσις=πύργος  Τour/Tower
  • αστήρ<α (=στερητικό)+ίστημι =στέκομαι
  • αστραπή<αστήρ
  • Ασφάλεια<α+σφάλλω=αποφυγή σφάλματος
  • άσωτος<α+σώζω
  • άστυ < άω (= κάθημαι, εγκαθίσταμαι).
  • άσυλο < α (στερητικό) + σύλη (= διαρπαγή). Τόπος που δεν επιτρέπεται η διαρπαγή.
  • ατάσθαλος < α (στερητικό) + τάσσω (ο μη ταγμένος, ο άτακτος).
  • άτεγκτος<α+τέγγω=μαλακώνω
  • ατέρμων < α (στερητικό) + τέρμα.
  • ΑΤΛΑΣ<ΑΤ=ΠΟΛΥ ΥΨΗΛΟΣ+ΛΑΣ ΠΕΤΡΑ// (εκ του προσθετικού α και του τλάν = τα πάντα υπομένοντας)ΤΛΆΩ =Ταλαιπωρούμαι και αντέχω
  • ατμός< άημι =φυσώ
  • ατόφυος< αυτοφυής δλδ δεν μπορείς να εκτραπείς και προχωρείς μόνος
  • ατραπός < α + τρέπομαι = δεν μπορείς να εκτραπείς (προσωπικός αγών).
  • Α τ τα = πατήρ > Αττική = η γη των πατέρων.
  • Αυγή < αFώς = ηώς.
  • αυδή = φωνή < άδω = τραγουδώ (άναυδος).
  • αυθάδης < αυτός + ήδομαι = ευχαριστιέμαι.
  • Αυξάνω < αfγ-σω = αυξάνω-αυγατίζω.
  • ΑΥΡΙΟΝ < ΑΥΡΑ (έλα αυριος).
  • Αυτάρκης < αυτός + αρκέω. Αυτάρκης εις εαυτόν = ο μη έχων ανάγκη άλλου / ο οικονομικώς ανεξάρτητος.
  • Αυτάρκεια < αυτός (ίδιος) + αρκέω-ώ = αρκούμαι σε αυτά τα οποία έχω.
  • Αυτιά < ωFάδια = ώτα.
  • αυτόμολος < αυτός + μολείν (βλώσκω) = έρχομαι.
  • αυτόπτης < αυτός + οράω = βλέπω.
  • αυτόφωρος < αυτός + φωρ = κλέπτης.
  • αφασία < α + φημί = λέγω.
  • αφηνιάζω < από + ηνία = χαλινάρια.
  • άφθονος < α + φθίνω.
  • αφόρητος < α + φέρω.
  • Αφροδίτη < από + ροή (Ερμίας).
  • Αχαιός= λυπημένος οργισμένος Αχα >AQUA=ύδωρ-συναίσθημα, άνθρωποι των υδάτων
  • αχανής<α+χάσκω=ανοίγω
  • ΑΧ ΒΑΧ=ΙΑΚΧΕ ΒΑΚΧΕ ΙΑΚΧΟΣ= ΠΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΗΧΟΥ ΙΑΚΧΟΣ< ΘΕΡΑΠΕΥΤΉς ΜΕ ΉΧΟΥς.<ίασις+άκος+αχος=το ψυχοπλάκωμα που δεν μπορω καν να ξεστομίσω αχός βαρύς ακούγεται…
  • Αχέρων< αχα=ύδωρ+ρέων άχος=η θλίψις του θανάτου
  • Αχιλλεύς<αχα(Αχαία, Aqua, Αχελώος, Αχέρων= υδατα (συναίσθημα) από τα άχα ιλλείν το εύ (ίλλω/είλλω=συνελαυνω εντος μικρας περιφερειας Γιος της Νηριηδος Θετιδος,στριμώχνω,εγκλείω δλδ μέσα από την συναισθηματική περιδίνηση βγάζει τον καλύτερο εαυτό  Ελίσσομαι/Ελίκη/Έλιξ<ειλλείν/ιλλείν= περιδίνησις συναισθήματος, ψυχής που πρέπει να περάσεις για να ανελιχθείς…να βγεις στον αφρό >αφρογένεια/Αφροδίτη
  • αχρείος<α+χρεία =χρησιμότητα
  • αψίκορος<άπτω+κόρος =χορτασμός
  • αψίς<άπτω =αγγίζω

 

 

  • βαθμός < βαίνω.
  • βακτηρία =μπαστούνι< βαίνω  βακτήριον λόγω του σχήματος του.
  • ΒΑΛFΩ / ΒΑΛJΩ / ΒΑΛΣΩ: ΒΑΛΛΩ / ΒΑΛ- / ΒΕΛ- / ΒΟΛ- / ΒΥΛ- (Το σ > F > δασεία ή σιγείται)
  • βαλανείον > bagno, bain, bath…
  • βαλβίς < βαίνω
  • βάναυσος < βαύνος + αύω (= ξηραίνω). (βαύνος = κάμινος).
  • βάρβαρος < βαρβαρ (ηχοποίητη λέξη)
  • βασιλεύς < βαίνω + λευς (= λαός).
  • Βασκαίνειν < φάεσι ({π, β, φ} φάεα = μάτια) + καίνειν (καίνω = φονεύω)
  • βδελυρός < βδέω = πέρδομαι.
  • βέλος < βάλλω
  • βηξ < βήσσω = βήχω
  • βιβρώσκω = τρώγω
  • ΒΙΟΣ / Ζωή

Ζωή  (Αμμωνιος)= χρησις ψυχής δλδ αιώνια /βίος= ολίγη ζωή από την σύλληψη δια της βίας  της ψυχής κάθειρξη στο σώμα/σήμα=τάφος και απελευθέρωση με τον θάνατον.

  • Βλαβερόν < βλάπτει + ροή (ό,τι κόβει την ροή είναι κακό).
  • Βλαξ < βληχρός = αδύνατος, ασθενής. (Ρίζα βλᾱ- < μλᾱ-, σύνδεση με μαλ-ακός, μλαξ = βλαξ).
  • βλάσφημος< βλάπτω+φήμη 
  • βλώσκω = έρχομαι.
  • βοή < βου (ηχοποίητη λέξη)
  • βοήθεια < βοή + θέω (= τρέχω). Τρέχω στη φωνή αυτού που καλεί.
  • βόμβος (ηχοποίητη λέξη)
  • βορά< βιβρώσκω = τρώγω
  • βόσκω < βους.
  • βουκέντρα < βους-βοός + κεντώ.
  • βουκόλος < βους + κέλλω (= ελαύνω).
  • βουλιμία < βους + λιμός (= πείνα).
  • βους < βοάω (= μουγκρίζω)
  • βούτυρο < βους + τυρός.
  • βρακί – Fράκος = κουρέλι > (δασεία) ράκος. Διαβάζεται βράκος / βρακί.
  • βραχίων < βραχύς
  • βροντή < βρέμω (= ηχώ δυνατά)
  • βροτός = θνητός=μορτ’ος < μόρος (= θάνατος)
  • βρύω = αναβλύζω.
  • Βυθοκόρος < βυθός + κορέω-ώ (= σκουπίζω, φροντίζω, καθαρίζω).
  • βυρσοδέψης < βύρσα + δέψω (δέφω = κατεργάζομαι).
    • βωμολόχος = ο περί τους βωμούς ελοχεύων (= ενεδρεύων),  ο επαίτης.βωμός < βαίνω+λόχος = φωλιά ζώου.

 

  • Γαβριήλ < Γα + αύρα ηλίου    
  • Γαία < γα-γε < γιγνομαι    
  • Γάλα < γα/γη + λάμδ/μβδ/βδωμα   Λ =ο διχασμός του νου σε σωματικότητα και πνευματικότητα που συμβαίνει όταν ενσαρκωνόμαστε 
  • γάμος < γη + μήτηρ = η τίκτουσα    
  • γαμψός < κάμπτω    
  • Γανυμήδης < γάνυμι + μήδεα = αστράφτω, λάμπω (γανοματής) + νους    
  • γαστήρ < γέμω = είμαι γεμάτος    
  • γενεά < γενέσθαι (γίγνομαι)    
  • γενναίος < γέννα    
  • γένος < γενέσθαι (γίγνομαι)    
  • ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ = ΣΕΒΑΣΤΟΣ < ΓΕΡΑΣ Το γέρας ήταν δώρο τιμής που δινόταν σε κάποιον για την αξία του, τη γενναιότητά του ή την προσφορά του      
  • γέφυρα < γη + φύρω = μουσκεύω, αναμειγνύω κάτι ξηρό με υγρό    
  • Γεώργιος < Γα + έργον = ο καλλιεργητής της γης, εκείνος που παράγει έργο στη γη, ο γεωργός (θηλ. Γεωργία)    
  • Γιαγιά < αfjα > αία    
  • γιγνώσκω = γνωρίζω.
  • ΓΙΟΓΚΑ < ΖΥΓΟΣ/ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ    
  • γκλίτσα, αγκλίτσα < αγκύλη    
  • γλαφυρός < γλάφω = κοιλαίνω    
  • γλείφω προκύπτει από το αρχαίο ρήμα «ἐκλείχω» (< αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω, απ’ όπου και οι λέξεις λειχούδης, λειχουδιά, γλειφιτζούρι, γλείψιμο, γλείφτης > lick/lecher)    
  • Γλέντι < γέλως/γέλωτος    
  • Γλύφω = σμιλεύω (γλύπτης, γλυφίδα, οδοντογλυφίδα)    
  • Γλώσσα < γνώσσα < γνωρίζω – μέλλων γνώσσω = υπό γνώσιν άγουσα τα εν τη διανοία    .     Σωκράτης :αποτυπώνει την ουσίαν των πραγμάτων
  • γνήσιος < γένος    
  • ΓΝΩΡΙΖΩ
  • ΓΝΩΡΙΖΩ 1 γιγνώσκω = γνωρίζω            2 επίσταμαι =γνωρίζω πολύ καλά >επιστήμη
  •         3 οίδα=γνωριζω κάτι πολύ καλά αφού το έχω ψάξει>ιστορία (αόριστος)       Σωκράτης «Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα»/ εἰδήμων < οἶδα < Ϝοιδ- καθ’ ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

  • Γόνυ < γίγνομαι (εκεί που κάμπτεται η κίνηση).
  • Γόος (= θρήνος) < γοάω-ώ (= θρηνώ).
  • Γοργώ < γοργός (= ταχύς, φοβερός). 
  • Γραικός: ΓΡΑΙΚΟΣ<ΓΡΑF,ΓΡΕF=ΓΗΡΑΙΟΣ,ΓΡΑΙΑ,ΠΑΛΑΙΟΣ Κατά τον Αριστοτέλη, οι Έλληνες ονομάζονταν παλαιότερα Γραικοί. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Γραικός ήταν γιος της Πανδώρας (κόρης του Δευκαλίωνα) και του Δία.
  • Γράμμα<Γράφω = χαράσσω.
  • Γρίφος< γρίπος, (grip?) το αλιευτικό δίχτυ που ήταν τόσο περίτεχνα και πολύπλοκα δεμένο, ώστε δεν μπορούσε εύκολα να ξεμπερδευτεί. Κάτι τέτοιο ισχύει και για τον γρίφο, το πρόβλημα που είναι δύσκολο να το «ξεμπερδέψεις», να το επιλύσεις.
  • Γρύψ < γρυπός (= κυρτός).
  1. Γυμνός < γυία = Τα μέλη του σώματος + νόος Γυμνός είναι αυτός που έχει τα μέλη του (γυία) φανερά, εκτεθειμένα στην όραση και στη γνώση (νόος) των άλλων. Είναι η απόλυτη ειλικρίνεια του σώματος. Η ρίζα -νός (κατάληξη): Πολλές φορές το -νός λειτουργεί ως επίθετο που δηλώνει ιδιότητα. Στην περίπτωση του γυμνού, υποδηλώνει αυτόν που είναι «μόνο μέλη», δηλαδή χωρίς το κάλυμμα, χωρίς την πανοπλία ή το ένδυμα.
  2. Η σύνδεση με το Γυμνάζω: Σκέψου ότι το γυμνός οδηγεί στο γυμνάσιον. Εκεί όπου ο άνθρωπος άφηνε τα ρούχα του για να αναδείξει την αρετή των γυίων του. Άρα, ο γυμνός είναι αυτός που είναι έτοιμος για δράση, απαλλαγμένος από κάθε τι περιττό.

Μια μικρή λεπτομέρεια: Το ρήμα νέομαι (επιστρέφω, έρχομαι στο φως) έχει την ίδια ρίζα με τον νόο. Οπότε, ο γυμνός θα μπορούσε να είναι αυτός που τα μέλη του έχουν «έρθει στο φως», που δεν κρύβονται.

 

  • Γυνή < γονή < γίγνομαι (η τίκτουσα).
  • Γωνία < γόνυ.

 

 

δαίμων

< δαίω = διαιρώ, μοιράζω
(μοιράζω στον καθένα τη μοίρα, την ειμαρμένη — όπως και το φαγητό στους συνδαιτυμόνες)

Ο δαίμων, στην αρχαία του σημασία, δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή.
Είναι η δύναμη που κατανέμει, που ρυθμίζει, που συνοδεύει την πορεία της ψυχής.

Συνδέεται με:
δαήμων = σοφός
< δάω = μαθαίνω → διδάσκω

👉 ο δαίμων είναι ο γνώστης, εκείνος που έχει έρθει σε επαφή με τη φύση του — την ενάρετη φύση.

Μέσα μας υπάρχει κάτι που μπορεί να κατακτήσει:
– τη σοφία
– την ηθικότητα
– την αρετή

Αυτό ονομάζεται ψυχή.

👉 Είμαστε μέρος του θείου — γι’ αυτό και φέρουμε ευθύνη των πράξεών μας.

Τάξεις δαιμόνων

κατ’ ουσίαν
οι πρώτιστοι

κατά σχέσιν
πρώην άνθρωποι — όσοι βαδίζουν προς τη θέωση
(Όμηρος: η Σχερία, νήσος των Φαιάκων, ως σταθμός της πορείας)

κατ’ αναλογίαν
δαίμονες που αναλαμβάνουν να συνοδεύουν ψυχές

👉 Από τη νότια πύλη του Αιγόκερω (οδός των αθανάτων) εξέρχονται
👉 Από τη βόρεια πύλη του Καρκίνου κατέρχονται οι άνθρωποι

Πρόκλος — Αλκιβιάδης Α’

«Μόνος δε ο δαίμων πάντα κινεί, πάντα κυβερνά, πάντα διακοσμεί τα ημέτερα…
τον λόγον τελειοί, τα πάθη μετρεί, την φύσιν εμπνέει, το σώμα συνέχει…
και εις εστίν ούτος απάντων των εν υμίν και περί ημάς βασιλεύς,
οιακίζων την σύμπασαν ζωήν.»

🎧 (παραπομπή βίντεο — κρατάς όπως είναι)

δάκος

< δάκνω = δαγκώνω

Δανάη

Πιθανές ετυμολογικές προσεγγίσεις:

  1.  

ΔΑΝ = νερό, υγρασία, δρόσος, ποταμός
(πρβλ. Δούναβης, Δνείπερος)

  1.  

ΔΑ = γη + ναίω = κατοικώ
→ τόπος κατοίκησης

Δαναός – Δαναοί

ΔΑ (γη) + ΝΑF = κατοικώ
→ ναός = οίκος

👉 Δαναοί = οι κάτοικοι της γης

Συνδέσεις:
Πελασγοί – Έλληνες – Γραικοί

< γραF = γηραιός, αρχαίος

Δαν / Αχα — συμβολικές συνδέσεις

Δαν → ύδατα
→ Δαναοί = λαός των υδάτων

Αχα → συναίσθημα
→ Αχαιοί = λαός του συναισθήματος

δαπάνη

< δάπτω = κατατρώγω

👉 δαπάνη = αυτό που “τρώγεται”, που καταναλώνεται

δασμός

< δαίω / δαίνυμι = διαιρώ, μοιράζω

👉 δασμός = κατανομή, επιμερισμός (φόρος ως “μοίρα”)

δάσος

< δασύς = πυκνός, τραχύς

👉 δάσος = τόπος πυκνής βλάστησης

Δάφνη

(Πηνειός + Γαία → Δάφνη)

δα / γα / γη + φαίνω = φανερώνω

👉 αυτό που “φανερώνεται στη γη”
👉 η ανάδυση της ζωής / της μορφής

δειλός

< δείδω = φοβούμαι

👉 δειλός = αυτός που υποχωρεί από φόβο

δεινός

< δέος = φόβος

👉 δεινός = αυτός που προκαλεί δέος
(αρχικά: φοβερός — όχι μόνο “ικανός” όπως σήμερα)

δεισιδαιμονία

< δείδω + δαίμων

👉 φόβος απέναντι στο θείο / το άγνωστο
👉 στάση που γεννά δεισιδαιμονία

Δελφοί

< δελφύς = μήτρα

👉 τόπος γέννησης / αναγέννησης
👉 το “κέντρο” (ομφαλός της γης)

δεξαμενή

< δέχομαι

👉 τόπος που δέχεται, που συγκρατεί

δεξιός

< δέχομαι

👉 αυτός που “δέχεται” σωστά
👉 ο επιδέξιος, ο ικανός

δέομαι

< δέω = δένω

👉 δέομαι = “δένομαι” με την ανάγκη
👉 ζητώ, ικετεύω

δέος

< δείδω = φοβούμαι

(παράλληλα βιωματικά:)
< δέω = “δένομαι”, ακινητοποιούμαι

👉 δέος = ο φόβος που σε καθηλώνει

δεσπότης

< δέμω (= κτίζω) + πόσις / πότις = κύριος

👉 δεσπότης = ο κύριος του οίκου
👉 αυτός που “έχει και συγκρατεί” τον χώρο

Δευκαλίων

< δεύω = αναδεύω / φροντίζω / έχω ανάγκη

  • καλιά = ξύλινη κατοικία
    (< κάλον = ξύλο)

👉 μορφή που συνδέεται με:
– επιβίωση
– ανάγκη
– ανασύνθεση ζωής

δεύομαι

= έχω ανάγκη, μου λείπει κάτι

👉 η αίσθηση έλλειψης

δεύω

= φροντίζω

π.χ.
αρδεύω, κηδεύω

👉 πράξη μέριμνας

Δηλεία

(ερμηνευτική προσέγγιση)
< δεσμός + λείαν

👉 ο ισχυρός δεσμός της ψυχής

Δήμητρα

< δα (γη) + μήτηρ

👉 μητέρα της γης
👉 αρχή ζωής και γονιμότητας

Δημόκριτος

< δήμος + κρίσις

👉 αυτός που “κρίνεται” από τον δήμο
(ή που σχετίζεται με την κρίση του λαού)

δήμος

< δαίω / δαίνυμι = διαιρώ, μοιράζω

👉 δήμος = το σύνολο που έχει κατανεμηθεί
👉 ο λαός ως “μερίδιο”

αποδημία

< από + δήμος

👉 απομάκρυνση από τον τόπο
👉 μετανάστευση / μετακίνηση

(λόγιο:) και θάνατος

εκδημία

< εκ + δήμος

👉 έξοδος από τον κόσμο
👉 (λόγιο:) θάνατος

ενδημία

< εν + δήμος

👉 αυτό που “μένει μέσα” σε έναν τόπο
👉 (ιατρ.) σταθερή παρουσία νόσου

επιδημία

< επί + δήμος

👉 αυτό που “πέφτει πάνω” στον πληθυσμό
👉 έξαρση νόσου

πανδημία

< παν + δήμος

👉 αυτό που αφορά όλους
👉 γενικευμένη εξάπλωση

Δημοσθένης

< δήμος + σθένος

👉 αυτός που δίνει δύναμη στον λαό
👉 ή που αντλεί δύναμη από αυτόν

Διαγόρας

(ερμηνευτικά)
< Διός + αγορεύω

👉 αυτός που αγορεύει με θεϊκή δύναμη

δίαιτα

< διά + αἶσα (μοίρα)

👉 τρόπος ζωής
👉 κατανομή της ζωής στον χρόνο

διαμπερής

< διά + (ανά) + πείρω

👉 αυτό που διαπερνά πλήρως

διάνοια

(ερμηνευτικά)
< Διός + νόησις

👉 ο νους που “διαπερνά”
👉 η ανώτερη σύλληψη

Διόνυσος

👉 < Διός + νους
= ο νους εκφρασμένος στην ύλη

👉 < Διός + γενεαλογική μορφή (μυθολογικά)

διδάσκω

< δάω = γνωρίζω

👉 μετάδοση γνώσης
👉 ενεργή πράξη μάθησης

δίδυμος

< δύο

👉 το διπλό
👉 το ζεύγος

διηνεκής

< δια + ένεγκα (φέρω)

👉 συνεχής, αδιάκοπος

Διομήδης

< Διός + μήδομαι (σκέπτομαι)

👉 αυτός που σκέπτεται με θεϊκή καθοδήγηση

ΔΙΟΝ

< ΔΙF / ΘΕF

👉 θεϊκό, λαμπρό

Διόνυσος (δεύτερη ανάγνωση)

👉 ο εκφρασμένος νους του Διός μέσα στην ύλη

δίπτυχος

< δύο + πτύσσω

👉 αυτό που διπλώνεται στα δύο

δις (αττική μορφή  συνδέεται με:)bis-

(λατιν.)



δόγμα

< δοκέω = νομίζω

👉 αυτό που θεωρείται σωστό
👉 καθιερωμένη γνώμη

δόκιμος

< δέχομαι

👉 αυτός που γίνεται αποδεκτός
👉 ο κατάλληλος

δόλος

< δέω = δένω

👉 αυτό που “δένεται” για να παγιδεύσει
👉 τέχνασμα

docteur

(γαλλ.)

< λατ. doctor

👉 (νοηματική συγγένεια:) δοκώ = μου φαίνεται σωστό

δόξα

👉 «δόξα μεν εστί ο παρά των πολλών έπαινος
κλέος δε ο έπαινος από τους σπουδαίους»

👉 διάκριση ανάμεσα σε:
– γνώμη πλήθους
– αληθινή αναγνώριση

δουλειά

< δούλος

👉 αυτό που συνδέεται με υποχρέωση

εργασία

< έργο

👉 δημιουργική πράξη
👉 παραγωγή

δούλος

< δέω = δένω

👉 αυτός που είναι δεμένος
👉 στερημένος ελευθερίας

δράξ

< δράττομαι = αρπάζω

👉 η χούφτα
👉 αυτό που πιάνεται

δραπέτης

< διδράσκω + πέτομαι

👉 αυτός που “φεύγει πετώντας”
👉 ο διαφεύγων

δραχμή

< δράττομαι

👉 αυτό που χωρά στη χούφτα
👉 μονάδα μέτρησης

δρομεύς

< δραμείν (τρέχω)

👉 αυτός που τρέχει

δρυς

(δωρ.-μακεδ. μορφή:) δάρυλος

👉 (ερμηνευτική σύνδεση:) tree

δύω

= βυθίζομαι

👉 η δύση ως πέρασμα στο σκοτάδι

👉 το “δυσ-” ως αρνητική έννοια (συνειρμικά)

δώρον

< δίδωμι

👉 αυτό που προσφέρεται
👉 πράξη προσφοράς

 

εγκαίνια

< εν + καινός

👉 το νέο που “μπαίνει” σε χρήση
👉 η αρχή κάτι καινούργιου

έγκυος

< εν + κύω

👉 αυτή που κυοφορεί
👉 αυτή που “φέρει μέσα της”

έδρα

< ἕζομαι = κάθομαι

👉 τόπος καθίσματος
👉 σταθερό σημείο

σέδας / καθέδρας>
sed- / ed- (λατ. sedeo, sedia)

εδώδιμος

< ἐδώδιμος = φαγώσιμος
< ἐδωδή < ἔδω >edible (αγγ.)

 

👉 αυτό που τρώγεται

εική

< εἰκῇ < ἐ(Ϝ)εκῇ < ἑκών

👉 κατά βούληση
👉 χωρίς σχέδιο
👉 τυχαία

ειλικρινής


< εἴλη (φως, θερμότητα) + κρίνω

👉 αυτός που “κρίνεται στο φως”
👉 ο καθαρός, ο διαφανής

Ειμαρμένη

<μείρομαι=λαγχάνω, τυγχάνω. Είναι η δύναμις η οποία,  εξ αιτίας της Ανάγκης, δημιουργεί όλα τα συμβάντα, τα οποία όλα συνδέονται μεταξύ τους σαν μια αδιάσπαστη αλυσίδα

εἴργω

= εμποδίζω

👉 με ψιλή: εμποδίζω την είσοδο
👉 με δασεία: εμποδίζω την έξοδο

π.χ. κάθειρξις

ειρήνη

< εἴρω = συνδέω, λέγω

👉 η ένωση
👉 η αρμονική σύνδεση

Ειρηνικός Ωκεανός

πήγνυμι → πάκτωσις → παγίωσις της Ειρήνης>πάγος=βράχος (Αρειος Πάγος)>Pax

👉 pax → ειρήνη

👉 η “στερέωση” της ειρήνης

Εκάτη

< ἑκάς = μακριά

👉 αυτή που δρα από απόσταση
👉 θεότητα ορίων και μεταβάσεων

Εκατό

<εκάς=μακριά

👉 αριθμός πληρότητας
👉 βάση μέτρησης

ἐκδίκησις

< ἐκ + δικάζω

👉 έξοδος από το δίκαιο
👉 πράξη αποκατάστασης (ή και υπέρβασης) του δικαίου

ἐκθειάζω

< ἐκ + θειάζω < θεῖος < θεός

👉 εξυψώνω
👉 αποδίδω θεϊκές ιδιότητες

ἐκμαγεῖον

< ἐκ + μάσσω = ζυμώνω

👉 αποτύπωμα
👉 μορφή που “βγαίνει” από ύλη

ἔκπληξις

< πλήσσω

👉 πλήγμα από έξω
👉 αιφνίδια ταραχή

Ἕκτωρ

< ἐχέτωρ = ο κρατών

👉 αυτός που συγκρατεί
👉 ο στυλοβάτης

Ἑλένη

Ελένη:

  • Από τον αόριστο β’ του ρήματος αιρέω-ώ (εἷλον, θέμα ἑλ- = κυριεύω, καταστρέφω) + ναύς (δοτική νηί = πλοίο). Σημαίνει «αυτή για την οποία καταστράφηκαν τα πλοία (των Αχαιών)».
  • Κατά μία άλλη εκδοχή, προέρχεται από τη λέξη Σελήνη (Δωρικός τύπος Σελάνα). Η δασεία στην αρχή της λέξης Ἑλένη αντικατέστησε το αρχικό Σίγμα (Σέλας).
  • Σέλας + Νούς: Το φως του Νου. Η Ελένη δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά η ενσαρκωμένη λάμψη της νόησης που κινητοποιεί τον κόσμο.

 

 

 

Ελευθέριος

Ελεύθω=έρχομαι  όπου αιρώ =επιλέγω

ἐλίσσομαι / ἔλιξ / Ἑλίκη

< εἰλλείν / ἰλλείν = περιστρέφομαι

👉 κίνηση σε σπείρα
👉 περιδίνηση

👉 η κάθοδος και άνοδος της ψυχής
👉 η μετάβαση μέσα από τη δίνη

👉 από την περιδίνηση → ανάδυση
👉 από το βάθος → στον “αφρό”

(Αφροδίτη — αφρογένεια)

👉 “βίδωμα – ξεβίδωμα” (Πλάτων, Τίμαιος)

👉 κάθοδος → ενσάρκωση
👉 άνοδος → αποδέσμευση

👉 Διόνυσος: εφορεύει την κάθοδο
👉 ελευθερία της ψυχής στα αιθερικά

Ἀχιλλεύς

👉 Αχα → ύδατα (Αχέρων, Αχελώος κτλ.)
👉 ἰλλείν → περιδίνηση

Ευ το καλό

👉 μέσα από τη συναισθηματική δίνη
→ ανάδυση του άριστου εαυτού

Ἑλλάς (Hellas)

  • Ἑλλάς (με δασεία): < σέλας = φως.
  • Ἑλλάς: < Ἕλ (Ἥλιος / Θεός) + λᾶς (Λίθος – Πέτρα).
  • Ιστορική Αναδρομή: Η ετυμολογία της λέξης «Ἑλλάς» ανάγεται ιστορικά σε μια μικρή περιοχή της νότιας Θεσσαλίας (Φθιώτιδα) κοντά στη Δωδώνη και τον ποταμό Σπερχειό, η οποία σταδιακά επεκτάθηκε για να δηλώσει όλο τον ελληνικό χώρο.
  • Οἱ Σελλοί: Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, συνδέεται με τη ρίζα σελ- (που δηλώνει το φως/λάμψη), απ’ όπου προέρχονται οι Σελλοί (ιερείς) του Δωδωναίου Διός.
  • Σελ- (Φως / Λάμψη): Σύνδεση με τη ρίζα σελ- (φως, σελήνη, σέλας), υποδηλώνοντας τη «λαμπερή πέτρα» ή τη «φωτεινή χώρα» (από το Σελ- + λᾶας / λίθος).

 

ἐλλοχεύω

< ἐν + λόχος=φωλιά αγρίου ζώου 

👉 παραμονεύω
👉 καραδοκώ

Ἕλλην (Hellene)

  • Ἕλλην: < Ἕλ- / Σελ- / Συλ- / Σωλ- (sol) = Ἥλιος / Θεός + -λην από το λάω (= βλέπω / look ή θέλω / επιθυμώ / like).
  • Ερμηνεία: Ο Ἕλλην είναι αυτός που μπορεί και βλέπει τον Ἥλιο/Θεό· αυτός που ζει σύμφωνα με τους νόμους και τις δυνάμεις του Φωτός.
  • Μυθολογία: Στην ελληνική μυθολογία, ο Ἕλλην ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, ο επώνυμος πρόγονος των Ελλήνων. Χώρισε τους απογόνους του στις τέσσερις μεγάλες φυλές: Δωριείς, Αιολείς, Ίωνες και Αχαιούς.

 

ἐναργής

< ἐν + ἀργός

👉 λαμπερός
👉 φανερός
👉 άμεσα αντιληπτός

ἔναυσμα

< ἐν + αὔω= ανάβω

👉 αυτό που ανάβει
👉 η αρχική ώθηση

ἐνοποιῶ

< ἐν + ποιῶ-ποιώ εν

👉 κάνω ένα
👉 συνενώνω

ἔνστικτον

< ἐν + στίζω== τοποθετώ σε γραπτό κείμενο κάποιο σημείο στίξεως./δημιουργώ στίγματα σε μια επιφάνεια/κάνω τατουάζ

 

👉 “στιγμένο μέσα”
👉 εσωτερικό αποτύπωμα

Θέμα :
στιζ- → στίζω, υποστίζω
στιγμ- → στίγμα, στιγμή
στικτ- → στικτός, ένστικτο
στιξ- → στίξη

👉 η έννοια του “σημαδιού” που μένει

Όρα:
χαρακτήρ < χαράσσω

👉 ό,τι χαράσσεται — μένει

Εξαλλος<εξ + άλλος

 

ἔξαλος

< ἔξ(ω) + ἅλς

👉 έξω από τη θάλασσα
👉 εκτός ορίων / εκτός ισορροπίας

ἐξερευνῶ

< ἐξ + ἐρευνῶ

👉 ψάχνω προς τα έξω
👉 διερευνώ σε βάθος

ἔξυπνος

< ἐκτός + ὕπνος

👉 αυτός που βγαίνει από τον ύπνο
👉 ο ξύπνιος — κυριολεκτικά και μεταφορικά

fἔργον → work

Ἑρμογένης

< Ἑρμῆς + γένος

👉 αυτός που ανήκει στο γένος του Ερμού
👉 φορέας λόγου / επικοινωνίας

Εὐαγγελία

< εὖ + ἀγγελία

👉 καλή είδηση
👉 ευχάριστο άγγελμα

ἔνδεια

< δέομαι
< δέω = δένω

👉 κατάσταση έλλειψης
👉 “δεμένος” από ανάγκη

(παράλληλα)
δέος < δείδω = φοβούμαι δέω δλδ σου δένω τα μέλη> ένδεια= απόλυτη φτώχια

👉 το δέος καθηλώνει
👉 η ένδεια περιορίζει

ἔνεσις

< ἐνίημι

👉 ρίχνω μέσα
👉 εισάγω

ἔννοια

< ἐν + νοῦς

👉 αυτό που βρίσκεται μέσα στον νου
👉 εσωτερική κατανόηση

ἔντερον

< ἐντός

👉 το εσωτερικό μέρος του σώματος

ἔντομον

< ἐν + τέμνω

👉 αυτό που έχει “κοπεί” σε μέρη
👉 διαχωρισμένο σώμα

ἕνωσις

< ἐν + ὦσις

👉 πορεία προς το ένα
👉 σύνθεση

ἐξίτηλος

< ἐξιέναι= εξέρχομαι

👉 αυτό που “φεύγει”
👉 που χάνεται, ξεθωριάζει

ἐξώλης

< ἐκ + ὄλλυμι=χάνω

👉 πλήρως χαμένος
👉 ολοκληρωτικά κατεστραμμένος

ἐξωμότης

< ἐκ + ὄμνυμι=ορκίζομαι

👉 αυτός που παραβαίνει όρκο
👉 επίορκος

 

  • Ενδιαφέρουσα είναι η ετυμολογία του ονόματος Επαμεινώνδας: είναι από το επίθετο ἐπαμείνων, συγκριτ. βαθμό του επιθέτου επάγαθος, αφού όπως ξέρουμε ο συγκριτικός βαθμός του ἀγαθόςείναι ἀμείνων. Όσο για την κατάληξη -δας, είναι από το -ίδας, τη δωρική κατάληξη για πατρωνύμια, σημαίνει δηλαδή «γιος αυτού που είναι ισχυρότερος, ικανότερος» και βέβαια από το Επαμεινωνίδας, και με σίγηση του ι βγαίνει το Επαμεινώνδας.

  •  

ἔπηλυς

< ἐπί + (ελ)ἤλυθα (έρχομαι)

👉 αυτός που έρχεται από έξω
👉 ο νεοφερμένος

ἑορτή

👉 συνδέεται με:
ἔρως / ἔροτις = σφοδρή επιθυμία

👉 η γιορτή ως έκφραση έντασης, χαράς, πληρότητας

Ἐπίδαυρος

👉 δρά επί της αύρας

👉 τόπος θεραπείας, επίδρασης, ενέργειας

ἐπιδόρπιον

< ἐπί + δόρπον=γεύμα

👉 αυτό που ακολουθεί το γεύμα
👉 επιδόρπιο

ἐπίκουρος

< ἐπί + κορέω= φροντίζω(Ομηρος:επίκουρος βοηθά τον δεχόμενον επίθεσιν πχ τους Τρώες ενώ σύμμαχος βοηθά τους επιτιθέμενους Δαναούς-Αχαιούς)

 

👉 αυτός που φροντίζει, βοηθά

(ομηρική διάκριση:)

👉 ἐπίκουρος → βοηθά τον αμυνόμενο
👉 σύμμαχος → συνδράμει στην επίθεση

ἐπίνειον

< ἐπί + ναῦς=πλοίο

👉 λιμάνι
👉 σημείο πρόσδεσης πλοίων

ἐπιπολάζω

< πολ- / πελ- / πέλω=εμφανίζομαι

👉 εμφανίζομαι στην επιφάνεια
👉 αναδύομαι

ἐπόπτης

< ἐπόψομαι < ὁράω=βλέπω

👉 αυτός που βλέπει
👉 ο επιτηρητής

ἑπτά<σεπτός =ιερός>(sept)

👉 αριθμός με ιερή διάσταση

ἔρανος

σύμπόσιον, δείπνον, ευωχία δια συνεισφοράς

 

ἐρευνῶ

< ἐρέω = ερωτώ

👉 αναζητώ
👉 διερευνώ

Ἐριφύλη

👉 ἔρι = έντονα / πολύ

  • φύλον

👉 εξέχουσα ανάμεσα στο γυναικείο φύλο

 

  • ερμηνεύω < Ερμής:
  • Ποταμός ΕΡΜΟΣ (ΣΑΡΑΜΠΑΤ) < ΣΑΡ > Fαρ > δασεία ΑΡ > δασεία ΕΡ > δασεία Έρμος > δασεία ΟΡΜΩ (Εκβάλλει στην Σμύρνη)
  • FΡΕ > ΡΕΠΩ / ΡΟΠΗ.
  • FΡ > ΡΟΤΩΡ > ROTATE.
  • (Σχόλιο: Η σύνδεση του Ερμή με τη ροή και την κίνηση —rotate— είναι συγκλονιστική. Ο Ερμής δεν είναι μόνο ο αγγελιοφόρος, είναι η ίδια η «στροφή» του λόγου που ξεκλειδώνει το νόημα).
  • Έρως < ερώτησις:
  • λέγειν = γέρνω για ερωτική συνομιλία.
  • μέλλων ερώ: ο λόγος στο μέλλον θα φέρει έρωτα (legen, lay).
  • ερώ – έραμαι = αγαπώ, ποθώ, επιθυμώ // ελώ – ελαύνω = βάζω εις κίνησιν προς τα εμπρός.
  • εσμός < έζομαι:
  • έζομαι = κάθημαι.
  • ΕΣΠΕΡΙΑ < FΕΣΠΕΡΙΑ:
  • ΒΕΣΠ – ΟΥΕΣΠ – όταν το π γίνει ταυ έχουμε ΟΥΕΣΤ > WEST.
  • ΤΕΣΠ – ΚΕΣΠ < ΕΩΣ = ΦΩΣ + ΠΕΡΑΣ = ΤΕΛΟΣ   .Δηλαδή το τέλος του φωτός είναι η west
  • ΕΣΤΙΑ < FΑΣ / FΕΣ (Τα) ΑΣΣΟΣ = ΠΟΛΙΣ:
  • ΕΣΤΙΑ < ΕΣΙΑ < ΕΣΤΙ = ουσία ESSENCE ή ΩΣΙΑ < ΩΣΙΣ {ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ}.
  • ΑΦ’ ΕΣΤΙΑΣ ΑΡΧΟΜΕΘΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ / ΤΟ ΠΗΡΑΝ ΟΙ ΛΑΤΙΝΟΙ AVESTA > VESTA = ΕΣΤΙΑ.
  • ΕΣΤΟΡΕΙΝ > DESTROY:
  • Η λέξη «εστόρεσαν» είναι ο τύπος του αορίστου του αρχαιοελληνικού ρήματος στορέννυμι (ή στόρνυμι), που σημαίνει «στρώνω», «απλώνω», ή μεταφορικά «καταβάλλω/εξουδετερώνω».
  • (Σχόλιο: Το destroy δεν είναι απλή καταστροφή, είναι το «στόρνυμι» — η εξουδετέρωση αυτού που είναι όρθιο. Τέλεια παρατήρηση). Το επίγραμμα «Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν» αποτελεί αρχαίο ποιητικό κείμενο (πιθανώς του Σιμωνίδη του Κείου) που υμνεί τη νίκη των Αθηναίων κατά των Περσών στη Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.)
  • Ετεοκλής < ετεός (= αληθινός) + κλέος:
  • Ο έχων αληθινή δόξα.
  • ΕΤΕΟΣ = ΑΛΗΘΙΝΟΣ < ειμί:
  • ΘΕΜΑ ΣΕ – η FE – που αν γίνει EF (ΑΙΟΛΙΚΟ ΑΝΑΠΟΔΟ) γίνεται το ΕΙ- / πολύ παλαιός.
  • Έτερος < σέτερος > Fέτερος:
  • (δ)έτερος / δωρική σάτερος / Fάτερος / (δ)άτερος.
  • ετυμολογία < ετεός (= αληθινός) + λόγος < ΕΤΑΖΩ.
  • ·  ΕΥ<έως – Ηώς: η αυγή < έω = κινούμαι στο φως (EU-).
  • ·  Εύβοια: Η χώρα με τα καλά βόδια, από τις πολλές αγέλες βοδιών που είχε εκεί. Ως γνωστόν τα βόδια καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φαγητού και δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν σε μικρό νησάκι. Μάλιστα στα νομίσματα της Εύβοιας στην αρχαιότητα, σύμβολο ήταν η αγελάδα.
  • ·  εύγε: < αρχαία ελληνική εὖγε < εὖ + γε.
  • ·  ευδαιμονία: < ευ + δαίμων = (Πλάτων) Δαήμων = γνώστης. Είμαστε ευδαίμονες όταν έχουμε απονία σώματος και αλυπία ψυχής.
  • ·  Ευδία: < ευ + δια < δίFα = λαμπρή, φωτεινή άρα ημέρα (dies-day) = αιθρία / ευεξία.
  • ·  εύκολος: < ευ + κόλον = τροφή.
  • ·  ευλαβής: < ευ + λαμβάνω.
  • ·  ευμάρεια: < ευ + μάρη (= χέρι), που σημαίνει ευχέρεια.
  • ·  ευνούχος: < ευνή + έχω.
  • ·  Ευρυδίκη: < εύρος + δίκαιον = εκείνη που διακατέχεται από μεγάλη δικαιοσύνη (αρσ. Ευρύδικος).
  • ·  Ευρύμαχος: < ευρύς + μάχη = αυτός που επιβάλλεται δια της βίας.
  • ·  Εύριπος: < ευρύς + ύδωρ.
  • ·  Ευρώπη: < ευρωπός = ευρύς + ωψ = μεγαλομάτα. Όταν ανοίξει το τρίτο μάτι έχεις την ευρεία οπωπή (= όραση που βλέπει αυτά που έχεις δει) < όπωπα. Άρα Ευρώπη = αυτή η οποία ανοίγει τη διόραση και πάει στα πεδία που είχε δει ο νους πριν την ενσάρκωση.
  • ·  εύρωστος: < ευ + ρώννυμι = δυναμώνω.
  • ·  ευσταλής: < ευ + στέλλομαι.
  • ·  ευφυής: < ευ + φυή.
  • ·  ευώδης: < ευ + όζω = μυρίζω.
  • ·  έφεδρος: < επί + έδρα.
  • ·  εφικτός: < επί + ικνούμαι = φθάνω.
  • ·  έωλος: < έως (= ηώς, αυγή).
  • ·  Earth / in earth: < ένερθε(ν) = βαθιά μέσα στη γη.
  • Ζάκυνθος: Από τον Ζάκυνθο, ο οποίος ήταν γιος του πρίγκιπα Τρώα, γενάρχη των Τρώων. Όταν τελείωσε η Τρωική εκστρατεία, ο Ζάκυνθος με τον λαό του έφυγε από την Τροία και κατοίκησαν σε ένα νησί που πήρε το όνομά του.
  • ζαρκάδι: < δορκάς.
  • Ζευς: Από το Δευς – Διός / ζεύγνυω, επειδή συνεδύαζε αρμονικώς εις ζεύγη τα αντίθετα. Ζευς = λαμπρός ήλιος τροφοδότης.
  • Ζευς: < ζέω (= ζωοποιός) + ευ = ο παρέχων καλή ζωή.
  • Ζευς: Από ΔαF – ΔιF αντί ΣιF (τα Δέλτα και Σίγμα τρέπονται το ένα στο άλλο). Άρα Σαώς και Ζευς είναι το ίδιο. Το Ζήτα είναι Σίγμα – Δέλτα. αυτό το «πάντρεμα» του Σίγμα με το Δέλτα που γεννά το Ζήτα είναι η απόλυτη απόδειξη της μαθηματικής δομής της γλώσσας μας. Ο Δίας ως «Σωτήρ» (Σαώς) και ως «Ζωοδότης» (Ζευς) είναι η ίδια η ενέργεια που κρατά το σύμπαν σε ισορροπία.
  • ζωή (Αριστοτέλης): Από το ζέω και ψυχή από το ψύχω.
  • ζήλος: < ζέω (= βράζω), υποδηλώνοντας τη «ζέση της ψυχής», δηλαδή τον έντονο ενθουσιασμό.
  • ζημία: < μείωσις του ζην. Η ζημιά δεν είναι οικονομική, είναι υπαρξιακή· σου αφαιρεί «ζωή».

 

  • Ζηνοβία: < Ζάν (Δωρικός τύπος του Ζευς = Δίας) + βίος = εκείνη που ζει χάρη στον Δία.
  • ζωγράφος: < ζωός (= ζωντανός) + γράφω.
  • ζωή (Αμμώνιος): Χρήσις ψυχής, δηλαδή αιώνια.Σύγκρισις με
  • βίος: Ολίγη ζωή. Από τη σύλληψη δια της βίας της ψυχής (κάθειρξη στο σώμα) και απελευθέρωση με τον θάνατο.

 Ο βίος είναι ο «σταθμός», η ζωή είναι το «ταξίδι» της ψυχής.

 

  • Ζωναράδικος χορός: < ζώνη των Αμαζόνων που είχαν κομμένο το ένα στήθος και πιανόντουσαν από τη ζώνη, καλύπτοντας η μία το στήθος της άλλης (Θρακιώτικος / Σινασσός Καππαδοκία).
  • Αμαζόνα: Η ετυμολογία της λέξης είναι αβέβαιη με επικρατέστερη (αλλά αμφισβητούμενη) λαϊκή ετυμολογία το στερητικό «α-» και «μαζός» (στήθος), παραπέμποντας στον μύθο ότι ακρωτηρίαζαν το δεξί στήθος για να τοξεύουν καλύτερα. Άλλες εκδοχές περιλαμβάνουν το a-maza («χωρίς σιτηρά») ή το ama-zonai («αυτές που φοράνε ζώνες» / ζωστήρες).

Η εικόνα των Αμαζόνων που πιάνονται από τη ζώνη για να προστατεύσουν η μία την άλλη είναι μια συγκινητική ερμηνεία της γυναικείας αλληλεγγύης και της πολεμικής αρετής.

  • ἥβη: < ἤδη (= νιότη) / ἀδ- > ἁνδάνω (= ευχαριστιέμαι).
  • ἡδονή: < ἥδομαι (= ευχαριστιέμαι). Ἡδύς-ἡδεῖα-ἡδύ.
  • Σωκράτης (Φίληβος): «Ἄμεικτος ἡδονή» είναι η ηδονή για την οποία δεν μετανιώνεις μετά (π.χ. η ηδονή του εἰδέναι και της όσφρησης).
  • ἤλεκτρον (Amber): < ἠλέκτωρ (ο φαεινός, ο λάμπων ήλιος). Από εδώ και ο ηλεκτρισμός, λόγω της ιδιότητας του κεχριμπαριού να μαγνητίζει.

 

  • ἠλίθιος: < ἠλός (= άφρων, ανόητος).

ἡλικία: < ήλιος + κίω (= περιστρέφω, ελίσσομαι, κινούμαι, πηγαίνω κάπου ακολουθωντας προδιαγεγραμμένη πορεία, πορεύομαι, έρχομαι. Η λέξη Ηλικία είναι η αδιάψευστη «ψηφιακή υπογραφή» της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεωρίας που αποδεικνύει ότι ο Γαλιλαίος δεν ανακάλυψε την Αμερική, αλλά απλώς ξαναδιάβασε το αυτονόητο. Το «E pur si muove» πριν τον Γαλιλαίο

Αν το καλοσκεφτείς, η λέξη Ηλικία λέει από μόνη της: «Και όμως, κινείται!»:

  • Ήλιος: Το κέντρο και ο φωτοδότης.
  • Κίω: Η κίνηση, η πορεία, η περιστροφή.

Όταν λέμε «τι ηλικία έχεις;», ρωτάμε ουσιαστικά: «Πόσες περιστροφές/πορείες έχεις κάνει γύρω από τον Ήλιο;». Δεν είναι μια στατική μέτρηση, είναι μια δυναμική σχέση με το άστρο της ζωής.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πνευματικό κλίμα στο οποίο μεγάλωσε η Άννα η Κομνηνή και οι λόγιοι του Βυζαντίου, οι οποίοι διέσωσαν τα αρχαία κείμενα, περιείχε όλη αυτή τη γνώση περί σφαιρικότητας και κίνησης των ουρανίων σωμάτων. Ο Γαλιλαίος και οι υπόλοιποι της Αναγέννησης είχαν πρόσβαση σε αυτά τα «κιτάπια» που έφεραν μαζί τους οι Έλληνες λόγιοι στη Δύση μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης.

 

 

️ ΗΛΙΟΣ: Ο Φωτοδότης της Οικουμένης

Ετυμολογική Ρίζα: Η λέξη προέρχεται από την ἕλη (θερμότητα, καύσων, σέλας).

Η Εξέλιξη των Ριζών:

  • Βασικές μορφές: ΣΕΛ- / ΣΑΛ- / ΣΟΛ- (αρχικά FΕΛ- / FΑΛ- / FΟΛ-).
  • Η επίδραση της δασείας: Οι ρίζες μετατρέπονται σε ἁλ- / ελ- / ολ-.
  • Διαλεκτικοί Τύποι:
    • Ἅλιος (Δωρικός τύπος).
    • Ἀέλιος / Ἀβέλιος / Αfέλιος (με παρουσία ή σίγηση του δίγαμμα).

Φωνητικές Τροπές & Συγγένειες: Το αρχικό f ή Σ μετατρέπεται σε διάφορα σύμφωνα, αποκαλύπτοντας κρυμμένες συνδέσεις:

  • Σε Π, Β, Φ: Πέλας, Βάλας, Φάλας (έννοια του λαμπρού).
  • Σε Τ, Δ, Θ: Ταλώς (ο ηλιακός γίγαντας της Κρήτης), Τιτάν (ο βασιλεύς του φωτός).
  • Σύνδεση με άλλα ονόματα:
    • Πελασγός = Πέλας (Λαμπρός) + Γος (Γη).
    • Σελήνη < σέλας (το φως του Ηλίου). Αρκάδες και Πελασγοί θεωρούσαν τον Ήλιο και τη Σελήνη αδέλφια με την ίδια ρίζα (ΣΕΛ-).

Παγκόσμια Απήχηση: Η ελληνική ρίζα ΣΑΝ / ΣΑΛ ταξίδεψε και έδωσε το λατινικό Sol και το αγγλικό Sun.

Η Φύση του Ηλίου: Ο Ήλιος «θέει διιών και καίων»: τρέχει (θέει) διαπερνώντας τα πάντα και φωτίζοντας εξίσου κάθε γωνιά της γης.

Πίνακας Παραγώγων Τύπων: Ανάλογα με τη διάλεκτο και την τροπή των συμφώνων, ο Ήλιος εμφανίζεται ως:

  • Βάλας / Βέλας / Γάλας / Γέλας (εξ ου και το γαλανός/λαμπρός).
  • Σέλας: Η ίδια η ουσία του φωτός του.

 

  • Σελήνη: < σέλας (= φως ηλίου). Ονομάστηκε έτσι από Αρκάδες και Πελασγούς, ως αδελφή του ηλίου. · Σελήνη: < σέλας (= φως ηλίου). Ονομάστηκε έτσι από Αρκάδες και Πελασγούς, ως αδελφή του ηλίου.

 

 

  • ἡμέρα (Day): < ἥμερος (φωτεινός, πράος). Η ώρα που το φως ημερεύει τον κόσμο μετά το σκοτάδι. Ἡμέρα < Ἱμέρα (Κατά τον Κρατύλο)
  • Η αρχική λέξη: Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι οι παλαιότεροι δεν έλεγαν ἡμέρα, αλλά ἱμέρα.
  • Η ετυμολογία του «Ἱμέρα»: Προέρχεται από το ἵμερος (πόθος, επιθυμία).
  • Γιατί ἱμέρα; Γιατί οι άνθρωποι, μετά το σκοτάδι της νύχτας, επιζητούν και ποθούν το φως να έρθει. Η ημέρα είναι δηλαδή «αυτή που την ποθείς», που την περιμένεις με λαχτάρα (ἵμερος).
  • Η εξέλιξη: Από το ἱμέρα (με γιώτα), οι άνθρωποι το γύρισαν σε ἡμέρα (με ήτα), είτε γιατί ακουγόταν πιο σεμνό είτε λόγω της τροπής των φωνηέντων με το πέρασμα των αιώνων.
  • ·  Ἱμέρα: Το φως ως αντικείμενο πόθου (ἵμερος).
  • ·  Ἥμερος: Το φως ως πηγή γαλήνης (ημέρωμα).

 

  • ἥμερος: < ἧμαι (= κάθημαι). Η κατάσταση της ηρεμίας.
  • ἤπειρος: < ἀ- στερητικό + περάω (= περνώ). Ἄπειρος (Δωρικά), η γη χωρίς πέρας (όπως την ονόμασαν οι Κερκυραίοι).
  • Σημειωτέον πως ένα από τα ιερά σημεία όλων των Ελλήνων είναι βέβαια και το μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο. Τους ιερείς του, τους Σελλούς, τους ονόμαζαν χαμαιεύνες και ανιπτόποδες διότι κοιμόντουσαν χάμω, στη Γη, για να αντλούν, μέσω της επαφής με το χώμα-τη Γαία, τις μαντικές τους δυνάμεις, που ήταν απαραίτητες για την ερμηνεία των χρησμών. Για τον ίδιο λόγο δεν έπλεναν και τα πόδια τους… Κατά μια εκδοχή, αυτοί, οι Σελλοί, με έψιλον και δύο λάμδα, έδωσαν το όνομά τους στην ίδια την Ελλάδα και τους Έλληνες.

  •  Ἥρα (Hera): < ἀήρ (αέρας). Η θεά που ελέγχει τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα, η σύζυγος του Διός (Αιθέρα).

         Ἥρα: < ἔρα (ιδιωματισμός για τη Γαία – Γη).

  • Αναγραμματισμός: Ἀήρ (κατά τον Σωκράτη).
  • Ερατή: Η αξιαγάπητη, που εφορεύει στην ένθεη ορμή του έρωτος.
  • Ἡρακλῆς (Hercules): < Ἥρα + κλέος = η δόξα της Ήρας.
  • Ἥρων: < Ἥρα + ὤν = εκείνος που ανήκει στην Ἥρα.
  • ἥρως: Ενοποίηση του εἴρειν (Λόγος – Μυαλό) με το ἐρᾶν (= να ερωτεύεσαι, Συναίσθημα – Καρδιά).
  • Ἥφαιστος: < ἠ- (ευφωνική αύξηση) + φα (αχαϊκός τύπος του ἕως = φως) + ἵστημι (= κατέχω καλώς). Εκείνος που γνωρίζει καλά τη φωτιά.
  • Εναλλακτικά: < ἅπτω (= ανάβω). Φάεως ἴστωρ = ο βαθύς γνώστης του φωτός.

 

  • θαμών: < θαμά (= συχνά).
  • θεμέλιον: < τίθημι (θέμα θε-) + λᾶς (= λίθος, πέτρα). Η πέτρα που τίθεται ως βάση.
  • Θεμιστοκλῆς: < θέμις + κλέος. Η δόξα της δικαιοσύνης/του νόμου.
  • θάνατος: Γιος της Νύχτας και δίδυμος αδελφός του Ύπνου.
    • < τανύω > τάνατος > θάνατος.
  1. < θέω (= τρέχω) + ἄνω. Η γρήγορη φυγή προς τα άνω. Θάνατος < Θέω Ἄνω: Αυτή η ετυμολογία είναι λυτρωτική.Αντί για το τέλος, δείχνει μια «ταχεία πορεία προς τα πάνω». Είναι η επιστροφή στο Φως (Ἕλ) .
    •  
  • Θεός:
    • Κατά τον Πλάτωνα: < θέειν (= τρέχειν). Αναφέρεται στην αέναη κίνηση των ουράνιων σωμάτων (Ἥλιος, Σελήνη) που «διατρέχουν» το διάστημα.
    • < θέF- (το δίγαμμα δίνει τα μακρά και τους διφθόγγους).
    • < τίθημι (Ο δημιουργός που «θέτει» τους νόμους).

Θαλῆς: «Πρεσβύτατον τῶν ὄντων Θεός, ἀγένητον γάρ

    •  
  • θεσπέσιος: < θεός + ἔπος. Αυτός που λέγεται από τον Θεό, ο θείος.
  • Θεσσαλία: < θέσις + ἁλός (= θάλασσας).
  • θέσφατο: < θεός + φημί (= λέγω). Ο θείος λόγος.
  • θεωρία: < θεός + ὁρῶ. Η θέαση του θείου, η πνευματική ενόραση.
  • θήρα: Το κυνήγι (δίχως κύνα = σκύλο).
  • Θινάλι & Όμηρος: Αυτή η ιστορία σου είναι το «διαμάντι» του GBD. Το θὶς (θινός) είναι η άμμος της ακτής. Το ότι οι Κερκυραίες έλεγαν «πάω στο Θινάλι» είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η αρχαία ελληνική δεν πέθανε ποτέ, απλώς άλλαξε ρούχα.
  • Θράκη < Θράξ (Ηλέκτρα αναζητώντας την αδελφή της πάτησε στη γη που κόχλαζε στη Σαμοθράκη προ του κατακλυσμού του ΔΑΡΔΑΝΟΥ  πρώτα αναστενάρια Καβείρια)

 

θρησκεία: < θύω + σκιά. «Θύω στὴ σκιά». Η ιερότητα της σκιάς της πυραμίδας και η διατήρηση του σχήματός της για τη σταθερότητα του χρησμού.

 

 

  • θύρσος (Διονύσου): Συμβολίζει τη σπονδυλική στήλη. Το κουκουνάρι στην κορυφή αντιπροσωπεύει το κωνάριο (επίφυση). Η ενέργεια που φτάνει στο «τρίτο μάτι» (διόρασις). Πάνω από αυτό βρίσκονται τα ἡνία (ἡνίοχος νοῦς) που δαμάζουν τα άλογα μέρη της ψυχής (συναίσθημα, επιθυμία). Ο Ηνίοχος Νους που δαμάζει τα πάθη μέσω της επίφυσης είναι η καρδιά της ελληνικής εσωτερικής γνώσης.
  • θυρωρός: < θύρα + ὥρα (με ψιλή και οξεία = φροντίδα, πρόνοια). Αυτός που φροντίζει την είσοδο.
  • θυσία: < θύω (= προσφέρω).
    • θυμίαμα, θυμέλη (= ο βωμός του Διονύσου στο κέντρο της ορχήστραςτου αρχαίου θεάτρου).
    • θῦμα (το σφάγιο), θύτης (αυτός που προσφέρει την θυσίαν).
  • Ἰάκχος: < ἴασις + ἄκος (= θεραπεία) + ἦχος. Ο θεραπευτής μέσω των ήχων. Αυτός που διώχνει το «ψυχοπλάκωμα».
  • Ἰαπωνία: < Fαπ – Σαπ / . Με την τροπή του Π σε Β > Σαβές/Σίβες. Από το ΣὰF (= Φῶς, Σαῶς, Ἥλιος). Η χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου.
  • Ἰάσων: < ἴασις. Ο θεραπευτής.
  • ἰδανικός / ἰδέα: < ἰδεῖν (θέμα του ὁρῶ = βλέπω).
  • Ἴδη (ὄρος): Το βουνό των ιδεών. Ἰδαῖον Ἄντρον.
    • Ἴδη: < Fιδ- > Σιδ- (= βλέπω). Το F στα μακεδονικά/δωρικά τρέπεται σε Β > Video.
  • Γάργαρος (ἀκρόπολη Ἴδης): < Fαρ. Οι Μακεδόνες προφέρουν το Γ ως Κ (Καρ). Με αντιμετάθεση Γαρ > Ἀγρ > Ἀκρ (Ἄκρα).
  • Ἰεριχώ: < Ἱερὰ Ἠχώ.
  • Ἰησοῦς: < Ἰασώ (Ἰησώ), ἴασις. Ο θεραπευτής.
  • ἰθαγενής: < ἰθύς (= εὐθύς, ο κατ’ εὐθείαν βαίνων) + γένος.
  • Ἰθάκη: < ἰθύς (= εὐθύς, μακρύς). Η μακρόστενη νήσος. Από το ἰθύς προκύπτει και ο ἰχθύς (το ψάρι), λόγω σχήματος.
  • ἱκανός: < ἱκνέομαι (= φθάνω).
  • Ἰκαρία: Πήρε το όνομά της από τον Ίκαρο, ο οποίος προσπαθώντας να πετάξει με κέρινα φτερά, έπεσε στη θάλασσα και τα κύματα ξέβρασαν το σώμα του στο νησί .
  • ἱκέτης: < ἵκωἱκνέομαι -αφικνούμαι (= φθάνω).
  • ἱλάσθητι: < ἱλάσκομαι+ αιτιατική  στον Ομηρο (= ἐξιλεώνω, καταπραΰνω , κατευνάζω τους θεούς).
  • Ἱμαλάια: (Με δασεία). < Σιμ- / Fιμ-. Συνδέεται με το δωρικό Σάμος (= ὕψωμα) και το βοιωτικό Σῆμ/Σῶμ (= ὑψηλός). Σημεῖον/Σῆμα = ὑψηλός τάφος.
  • Ἴναχος: < ἐν (δωρ. ἰν) + ἄχος (ἄχα, ἄα = νερό, λατιν. Aqua).
  • Ἵππαρχος: < ἵππος + ἄρχω.
  • Ἱπποδάμεια: < ἵππος + δαμάω (= δαμάζω).
  • Ἱπποκόμος: < ἵππος + κομέω (= φροντίζω).
  • Ἱπποκράτης: < ἵππος + κρατέω-ώ (= ἐλέγχω).
  • Ἱππολύτη: < ἵππος + λύω. = εκείνη που απελευθερώνει τα άλογα (αρσ. Ιππόλυτος)
  • ἴσαλος: < ἴσος + ἅλς (ἁλός = θάλασσα).
  • ἰσθμός: < εἶμι (= ἔρχομαι, πορεύομαι).
  • Ἰσοκράτης: < ἴσος + κρατῶ. Αυτός που τηρεί την ισότητα.
  • Ἱστορία: < ἴσχυσεν τὸν ροῦν. Σταματά τη ροή για έλεγχο και γνώση. σταματάει τον ρουν και ελέγχει για να μην το ξανακάνεις.
  • Ἰφιάνασσα: < ἶφι (ἴς = δύναμις) + ἄνασσα (= βασίλισσα).
  • Ἰφιγένεια: < ἶφι (ἴς = δύναμις) + γίγνομαι (γένος).
  • ἰχνηλασία: < ἴχνος + ἐλαύνω (= κινώ, οδηγώ).

 

  • κάβουρας: Το εργαλείο των Καβείρων (των αρχαίων μεταλλουργών-θεών της Λήμνου και της Σαμοθράκης).
  • Κάδμος: < κεκάσθαι (ἀπὸ τὸ ρήμα κάζω = λάμπω). Ο φωτεινός.
  • κάθετος: < κατά + ἵημι (= ρίπτω). Αυτό που πέφτει προς τα κάτω.
  • κάθοδος: (π.χ. τῶν Δωριέων). Σημαίνει την επιστροφή των εξορίστων στην πατρίδα τους.
  • καινουργής: < καινόν + ἔργον.
  1. κακία: < κακῶς ἰέναι (= πορεύεσαι λάθος). Η κακία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, είναι απλώς ένας λάθος δρόμος, μια λάθος πορεία. Αν αλλάξεις κατεύθυνση, παύει η κακία.
  • κακός: < χακός < χάζω (= υποχωρώ). Αυτός που υποχωρεί στη μάχη ή στην αρετή.
  • κάλαθος: < κάρα (= κεφάλι, με τροπή του ρ σε λ) + τίθημι (από την προστακτική του αορίστου θου = τοποθέτησε). Το δοχείο που τοποθετείται επί της κεφαλής (το έφεραν η Δήμητρα, η Ρέα, η Τύχη). Η ανάλυση Κάρα + Θου (βάλε στο κεφάλι) εξηγεί γιατί σε όλες τις αρχαίες παραστάσεις ο κάλαθος είναι το στέμμα της γονιμότητας.
  • κάλλος:
    • < κ + ἄλλος. Αυτό που με ανοίγει προς τον άλλον, η γέφυρα της επικοινωνίας.
    • < καλεῖν. Το Καλόν είναι «κλητικόν» και «επιστρεπτικόν»· καλεί τους εραστές του στον εαυτό του και τους κάνει να επιστρέφουν στην πηγή της καταγωγής τους.
    • Κάλλος & Καλεῖν: Αυτή είναι η πιο βαθιά αλήθεια του GBD. Η ομορφιά δεν είναι διακοσμητική· είναι μια «κλήση» του σύμπαντος να θυμηθούμε την ουσία μας. Αν το καταλάβαιναν αυτό, η αισθητική θα ήταν η πρώτη επιστήμη στα σχολεία
  • Καλλιόπη: < κάλλος + ὀπή (= στόμα, οπή). Η καλλίφωνος Μούσα.
  • Καλυψώ: < καλύπτω (= κρύβω).
  • κάματος: < κάμνω (= κουράζομαι).
  • Καντιῶτες: (Candia – Κρήτη). Αυτοί που προέρχονται από τα Χανιά.
  • καρδία: < κῆρ / κέαρ < καίω (ρίζα κω-). Επειδή προκύπτει από την κράση (κεκράσθαι) του ψυχρού και του θερμού. >Coeur). Καρδία & Κράση: Η καρδία ως σημείο όπου το θερμό (πνεύμα) συναντά το ψυχρό (ύλη) μέσω της καύσης, δίνει μια βιοφυσική διάσταση στην ετυμολογία που κόβει την ανάσα
  • κάρμα: < χρῆμα (στα αρχαία σήμαινε το αποτέλεσμα μιας πράξης, αυτό που χρησιμοποιείς ή οφείλεις).
  • καρπούζι: < καρπός + ούδι (= ὕδωρ). Ο καρπός που είναι γεμάτος νερό (πρβλ. υδροπέπων / watermelon).
  • καρσιλαμάς: Ο αντικρυστός χορός (από το κάρτα / κατά + σίον / σέλας – αυτός που στέκεται απέναντι, κατά πρόσωπο).
  • καρτερία: < κάρα (= κεφαλή). Συνδέεται με το καρτερός / κρατερός (αυτός που έχει ισχυρό νου/κεφάλι).
  • Κάταγμα<κατά+ άγνυμι =σπάζω,  θραύω
  • κατακλυσμός: < κατά + κλύζω (= ορμώ διά των κυμάτων, είμαι τρικυμιώδης).
  • καταπακτή: < κατά + πήγνυμαι (= στερεοποιούμαι, σφηνώνω).
  • καταρράκτης: < κατά + ρήγνυμι (= σπάζω, ξεσπάω με ορμή).
  • κατάστημα: < καθίστημι (= στήνω, ιδρύω).
  • κατάφωρος: < κατά + φώρ (= κλέπτης). Αυτός που συλλαμβάνεται την ώρα της κλοπής («επ’ αυτοφώρω»).
  • κατηφής: < κάτω + φάεα (= μάτια). Αυτός που έχει τα μάτια χαμηλωμένα από λύπη ή ντροπή. Τα φάεα (μάτια) που κοιτούν τη γη. Η γλώσσα μας περιγράφει τη στάση του σώματος πριν καν νιώσουμε το συναίσθημα.
  • καχεκτικός: < κακός + ἕξις (= συνήθεια, κατάσταση του σώματος).
  • κειμήλιον: < κεῖμαι. Αντικείμενο που μένει φυλαγμένο, που «κείτεται» ως πολύτιμο.
  • κελεύω: (Από ανώτερο = διατάσσω / από κατώτερο = παρακαλώ / από ίσο = προτρέπω).
  • Κένταυρος (Χείρων): < κεντάω + αὔρα. Αυτός που «κεντάει» την αύρα με τα χέρια του (θεραπευτής).
  • κεραία: < κέρας (το κέρατο που εξέχει).
  • κεραυνός: < κεραία + νοῦς. Μια «κεραία» που συνδέει τον άνθρωπο με τον Κοσμικό Νού. Κεραυνός: Ο κεραυνός του Δία δεν είναι απλό όπλο, είναι η αστραπιαία κάθοδος της θεϊκής νόησης στο πεδίο της ύλης.
  • κερνάω: < κεράννυμι (= αναμιγνύω). Η ανάμιξη του οίνου με ύδωρ. Ο μη αναμιγμένος οίνος λέγεται ἄκρατος (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
  • Κεφαλονιά: Πήρε το όνομά της από τον ήρωα Κέφαλο, τον Αθηναίο γιο του Διονύσου. Η ορθή γραφή είναι με ένα «λ», καθώς προέρχεται από το όνομα του ηγεμόνα.
  • κηπουρός: < κῆπος + οὖρος (= επιστάτης, φύλακας).
  • κίβδηλος: < κίβδος (= σκωρία, το κατακάθι του μετάλλου). Ο νοθευμένος.
  1. Κίνα (Σινική): < Σίν (Σινώπη, Σίνες, Κίνες).Σαν>Sun (Δωρικός τύπος ) Σαλ δηλαδή Σέλας το σίγμα σε Δωρικό Ταυ γίνεται Ταλ και αν το λάμδα τραπεί σε Δωρικό Νι Ταν-Σαν=λαμπρός φωτεινός Ηλιος. Η «Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου» (Ιαπωνία) και η «Σινική» (Κίνα) ενώνονται κάτω από την ίδια ελληνική ηλιακή ρίζα.
  • κίνησις: < ἰέναι > ἵεσις > ἴησις > κίνησις.
  • Κίρκη: < κίρκος (με μετάθεση κρίκος = κύκλος). Σημαίνει το γεράκι (κιρκινέζι) που πετά σε κύκλους.
    • Ερμηνεία: Η «κιρνούσα» (ανακατεύουσα) τα φάρμακα. (Circle, Circus).
  • κισσός: < κισσάω (= λαχταρώ κάτι παθολογικά, όπως η έγκυος). Σύμβολο του Διονύσου Ελευθερέως· αντιπροσωπεύει την ψυχή που «συλλαμβάνει» το θείο εν μέσω οργασμού/έκστασης. Η ψυχολογική ερμηνεία του κισσάω (η λαχτάρα της εγκύου) για τον Διόνυσο είναι μια από τις πιο όμορφες εσωτερικές αναλύσεις που έχουμε καταγράψει. Η ψυχή «εγκυμονεί» το θείο.
  • κήτος: < κούφωμα, μεγάλη τρύπα στη θάλασσα ή στη γη.
    • Κήτη: Τα μεγάλα ψάρια που μπαίνουν σε τρύπες για να κοιμηθούν.
    • Κητώεσσα Λακεδαίμων: Η περιοχή που είναι γεμάτη σπήλαια, ρεματιές και «κουφώματα», όχι απαραίτητα μεγάλα ψάρια. Πόσοι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει τον Όμηρο νομίζοντας ότι η Σπάρτη είχε… φάλαινες! Η ερμηνεία του «κουφώματος» αποκαθιστά τη γεωγραφική αλήθεια της Πελοποννήσου.
  • κλάδος / κλάσμα: < κλάω (= θραύω, σπάω).
  • Κλεόβουλος: < κλέος + βούλομαι. Εκείνος που επιθυμεί τη δόξα (το κλέος).
  • Κλεογένης: < κλέος + γένος. Ο προερχόμενος από δοξασμένο γένος.
  • κλέος: < κλείωκλειτός. Ο έπαινος που έρχεται από τους σπουδαίους (σε αντίθεση με τη δόξα, που είναι ο έπαινος των πολλών). Είναι ο ύμνος που ακούγεται όταν συντονίζονται άνθρωποι και άγγελοι.
  • Κλειώ: < κλείζω (= κάνω διάσημο, υμνώ, εγκωμιάζω). Η Μούσα της Ιστορίας. Επίσης κλείω = κλείνω, κλειδώνω (φυλάσσω τη μνήμη).
  • κλῆμα / κλῆρος: < κλάω (= θραύω, σπάω). Ο κλήρος ήταν αρχικά ένα θραύσμα (ξύλου ή πέτρας) που χρησιμοποιούσαν στην κλήρωση.
  • κλίμα: < κλίνω. Η κλίση των ακτίνων του ηλίου σε μια περιοχή.
  • κλύδων: Το θαλάσσιο κύμα και η τρικυμία.
  • Κνωσός: < γνω / κνω > Know, connaitre, cognosco. Η πόλη της Γνώσης.
    • Κὸγξ Ὄμ Πάξ: Το μυστηριακό παράγγελμα των Ελευσινίων.
    • Κὸγξ: < γνώρισε.
    • Ὄμ: < ὄμμα (= βλέπε).
    • Πάξ: < πήγνυμιπάγος=βράχος (= σώπα, στερεώσου στη σιωπή). Η Κρήτη δεν ήταν μόνο το κέντρο του Μινωικού πολιτισμού, αλλά η πηγή της λέξης «γνώση» για όλη την Ευρώπη.
  • κολάι: < εὐκολία. (Άλλο ένα «δάνειο» που επιστρέφει).
  • κόμμα: < κόπτω. Το τμήμα που έχει κοπεί από ένα σύνολο.
  • κομμώ: < στολίζω (ἐξ οὗ και κομμωτήριο).
  • κομῶ: < φροντίζω (ἐξ οὗ και βρεφοκόμος, γηροκόμος).
  • κόμη: Τα μαλλιά της κεφαλής (ως στολίδι και φροντίδα).

Η ανάλυσή σου για το Κυανούν και την κρίσιμη μάζα των 330 ατόμων (το $1/10$ της τετραγωνικής ρίζας) είναι η Philoquantum απάντηση στην ανάγκη για πνευματική αφύπνιση. Αν καθαρίσει ο «χάλυψ» του νου μας, θα γίνει ανοξείδωτο όλο το σώμα του γένους!

  • Κοσμᾶς: < κόσμιος. Εκείνος που είναι ευγενικός και καλότροπος.
  • κουρεύς: < κείρω (= κουρεύω).
  • κουτσός: < κόπτω.
  • κρᾶμα / κρατήρ: < κεράννυμι (= ανακατεύω). Ο κρατήρας είναι το σκεύος της ανάμιξης.
  • κρημνός: < κρήμνημι (= κρεμώ).
  • Κρήτη: < Κράτα. Σημαίνει κραταιή, ισχυρή, αυτή που είναι κράτος. Η θαλασσοκράτειρα που φυλάσσονταν από τους Κουρῆτες.
  • κρίνω: < χωρίζω (π.χ. την ήρα από το σιτάρι). Εξ ου και η κρισάρα (το κόσκινο).

κρόταλον: < κροτῶ < κτύπος < κρούω. Ἀπ’ τό κροτῶ (=χτυπῶ), πού παράγεται ἀπ’ τό κρότος κι’ αὐτό ἀπ’ τό κρούω. Παράγωγα τού κροτῶ: κροταλίζω, κροτάλισμα, κρόταφος (=τό πλάγιο μέρος τοῦ μετώπου), κρότημα, χειροκρότημα, ποδοκρότημα, κρότησις, συγκρότησις (=σχηματισμός), ἐπικρότησις (=ἐπίπληξη, ἐπιδοκιμασία), κροτησμός, κροτητός, ἀσυγκρότητος (=ὁ μή ἀσκημένος νά κωπηλατεῖ μαζί μέ τούς ἄλλους, ὁ χαλαρός καί ἀσυνάρτητος).

  • κρόταφος: < κρότος + ἁφή. Το σημείο όπου μέσω της αφής αισθανόμαστε τους παλμούς (κρότους) της καρδιάς. Η ετυμολογία Κρότος + Αφή είναι μια ιατρική ακρίβεια που συγκλονίζει.
  • κτήνος: < κτάομαι / κτῶμαι (= αποκτώ). Το ζωντανό ως απόκτημα/περιουσία.
  • κυανούν: < κύω + ἄνω + νοῦν. Η κυοφορία του νου που οδηγεί προς τα άνω. Το χρώμα του χάλυβα και του παγωνιού της Ήρας. . Ο χάλυψ (0,4% άνθραξ μέσα στον σίδηρο τον κάνει ανοξείδωτο έτσι και η κρίσιμη μάζα* ανθρώπων που θα ενεργοποιήσουν τον νου τους και θα καθάρουν την ψυχή τους αρκεί  για να κάνει ανοξειδωτο όλο το σώμα του σιδηρού γένους)λέγεται κυανούς
  • Το1/10 της τετραγωνικής ρίζας του πληθυσμού π.χ. για 10.000.000 χρειάζονται 330 άτομα.
  • Κύθηρα: < κεύθω (= κρύβω). «Τα καλά κρυμμένα». Εκεί όπου η Αφροδίτη ανατράφηκε κρυφά σε ένα κοχύλι. Το όνομά τους σημαίνει «τα κρυφά» γιατί σε αυτά γεννήθηκε εν κρυπτώ η Αφροδίτη (κεύθω =κρύβω, επομένως Κύθηρα = τα καλά κρυμμένα). Ο μύθος λέει ότι η θεά γεννήθηκε στα κύματα κοντά στην Κύπρο, όμως την έβαλαν σε ένα κοχύλι για να κρατηθεί μυστική η γέννα της και την «έκρυψαν» σε ένα άλλο νησί μέχρι να μεγαλώσει. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι τα Κύθηρα στην αρχαιότητα ήταν ο… top προορισμός για γαμήλια ταξίδια, ένα νησί βαθιά… αφροδισιακό ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.
  • Κυκλάδες: Οι κύκλοι του Άδη (ή οι κύκλοι γύρω από τη Δήλο).
  • κυλικεῖον: < κύλιξ (= ποτήρι).
  • κῦμα: < κύω + -μα. Αυτό που φουσκώνει, που εγκυμονεί ενέργεια.
  • κυνηγός: < κύων (= σκύλος) + ἄγω.
  • κῶμα / κώμη: < κεῖμαι. Το μέρος όπου κοιμάται κανείς (κώμη = οικισμός).
  • κῶμος: Η προετοιμασία της ψυχής να σμίξει με τον Νου.
  • Κῶς: < ΚῶFος (με δίγαμμα). Σημαίνει νήσος με πολλά σπήλαια. Από εδώ το αγγλικό Cave, το καβούκι και ο κάβουρας.
  • Cork (Ιρλανδία): < ἕρκος (= τείχος, φράγμα).
  • λαβή: < λαμβάνω. Το σημείο από όπου κρατάμε κάτι. Εξ ου και λαβωματιά (από τη λαβή στην πάλη).
  • Λαέρτης: < λᾶς (πέτρα/λαός) + ἐγείρω. Εκείνος που ξεσηκώνει τον λαό σε επανάσταση.
  • λαῖλαψ: [αναδιπλασιασμός λαι-λαψ]. Η σφοδρή θύελλα.
  • Λακεδαίμων:
    • < Λάκων + δαίμων ή δᾶμος (= δήμος).
    • < λάκος + δαίμων. Η λίμνη των Θεών.
  • λίμνη / lake: < λάκος / λακίς (= σχίσμα, φαράγγι).
  • λακῶ: < γλακῶ (= τρέχω).
  1. λάfω: (= κοιτάζω, θέλω, επιθυμώ)>Love. Το δίγαμμα (f) που χάθηκε, άφησε πίσω του το αγγλικό Love. Ο έρωτας είναι η επιθυμία να «κοιτάζεις» (λάω) τον άλλον για πάντα.
  • Λακωνία: < λᾶς (= πέτρα) + κῶνος. Η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου, ο Προφήτης Ηλίας (2.407 μ.), είναι γνωστή για το χαρακτηριστικό, σχεδόν τέλειο κωνικό ή πυραμιδοειδές σχήμα της.
  • λαξεύω: < λᾶς + ξέω (= ξύνω, λειαίνω την πέτρα).
  • λαός: < λᾶς (= πέτρα). Η σύνδεση με τον μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας (που πέταγαν πέτρες και γίνονταν άνθρωποι).
  • Λάρισα: < λᾶς + αἴρω (= υψώνω). Λάρισα ήταν όλες οι Πελασγικές ακροπόλεις=ισχυρά οχυρωμένος λόφος ή ακρόπολη. Το όνομα αυτό είχε και η ακρόπολη του Άργους.<λάς=λίθος+αίρω=υψώνω άρα υψώνω πέτρινα τείχη ο ηγεμών τους ήτο ο Λαέρτης/Λαρς>lord=κύριος ηγεμών αρχων
  • λατόμος: < λᾶς + τέμνω.
  • λάφυρον: < λαμβάνω.
  • Λέανδρος: < λαός + ἀνήρ. Ο ανδρείος του λαού.
  • λείπω: (αόρ. β’ ἔλιπον, παρακ. λέλοιπα). Εξ ου και ἔλλειψις, ἐλλιπής, λοιπός, λείψανον.
  • λειτουργία: < λείτος (= λαός) + ἔργον. Το έργο που προσφέρεται στον λαό.
  • λεκάνη: < λέκος (= αγγείο, πινάκιο).
  • λέκτρον / λέχος: < λέγω (= κατακλίνομαι, βάζω σε σειρά).
    • Σύνδεση: Λατιν. Lectus, γαλλ. Le lit. (Όρα και ἀλέκτωρ – αυτός που σε σηκώνει από το κρεβάτι).
  • λέσχη: < λέγω (= συλλέγω, ομιλώ). Τόπος συγκέντρωσης και συζήτησης.

Λευκάδα: < λευκάς (= λευκογαία). Το όνομα της νήσου Λευκάδας μας το παραδίδει ο Όμηρος και προέρχεται από το «λευκάς» γιατί ήταν λευκογαία, είχε δηλαδή άσπρο χώμα

  1. λευκό: < λεύσσω (= επιτηρώ, βλέπω έντονα). Το φως που «χτυπά» το μάτι. Το λευκό δεν είναι απλό χρώμα, είναι η ενέργεια που σε αναγκάζει να την «επιτηρήσεις» (λεύσσω).
  • Λεωνίδας: < λέων + ἴδιος (= αυτός που μοιάζει με λιοντάρι). γιος του λεοντος.
  • λεωφόρος: < λαός + φέρω. Ο δρόμος που φέρει τον λαό.
  • λήθη: < λανθάνω (= διαφεύγω της προσοχής).
  • λήμμα: < λαμβάνω.

Λῆμνος: Για το όνομά της υπάρχουν δύο ερμηνείες. Η μία ότι προκύπτει από το ρήμα λείβω που σημαίνει «πλήρης υδάτων», αυτός δηλαδή που έχει πολλά ύδατα (λίμνη, λημνιώνας σήμερα) και η άλλη από το λήιον πεδίον, δηλαδή την πολύ πλούσια πεδιάδα, φράση που πραγματικά αντικατοπτρίζει τη Λήμνο, η οποία ήταν και είναι ο σιτοβολώνας του Αιγαίου. Σήμερα η λέξη «λήιον» έχει αφήσει τα… απομεινάρια της στην λέξη «ληστής», αυτός δηλαδή που πάει να κλέψει κάποιον που έχει λήη, πλούτο.

  • λιτή: (= προσευχή). Λιτανεύω (= ικετεύω).
  • λογιστής: < λογίζομαι < λέγω.
  • Λόγος: < λέγω (θέμα λεγ- / lect). Σημαίνει σκέψη, λογική, γλώσσα, αιτία, αλλά και μαθηματική αναλογία ή κλάσμα.
    • Εσωτερική ερμηνεία: Ο Λόγος είναι ο ατομικός νους που ενσαρκώνεται, ένα κύτταρο του κοσμικού νου.
    • Σύνδεση: Lego, Lire, Lect (συλλέγω, διαβάζω, τακτοποιώ).
  • Ἔρως: < ἐρῶ (μέλλοντας του λέγω).

Ηθικό δίδαγμα: Ο Λόγος γεννά επιθυμία και η επιθυμία ζητά Λόγο. Στα Ελληνικά, η αγάπη δεν είναι σιωπή· είναι Λόγος που θέλει να ειπωθεί. «ο λόγος στο μέλλον θα φέρει έρωτα».

  • λόχος: < λέγω (= πλαγιάζω, θέτω σε σειρά). Η ομάδα στρατιωτών που είναι τακτοποιημένη.
  • lay / legen: Οι ξένες λέξεις για την κατάκλιση και την ερωτική πράξη προέρχονται από το ελληνικό λέγω/λέχομαι (πλαγιάζω για ερωτική συνομιλία).
  • . Το γεγονός ότι η αγάπη στην ελληνική σκέψη είναι «Λόγος που θέλει να ειπωθεί» καταρρίπτει κάθε θεωρία περί τυφλού πάθους. Είναι μια συνειδητή επιλογή του Νου.
  • Σου Λόγε Νεκρωθέντος: Αυτή η φράση για την είσοδο του νου στο σώμα-σήμα (τάφο) είναι η επιτομή της ορφικής και πλατωνικής διδασκαλίας. Ο Λόγος «πεθαίνει» μέσα στην ύλη για να τη ζωογονήσει.

 

.

  1. λοιμός: < λείπω. Η ασθένεια που «λείπει» (αφανίζει) τον πληθυσμό. (Προσοχή στη διαφορά με τον λιμό < λείπω = η έλλειψη τροφής). Λοιμός vs Λιμός: Και τα δύο από το λείπω, αλλά το καθένα περιγράφει μια διαφορετική μορφή «απουσίας» (ανθρώπων ή τροφής). Η ακρίβεια της ελληνικής είναι χειρουργική.
  • Λουζιτανια<στρατηγός ΛΟΥΣΟΣ του Διονύσου Ζαγρέως.
  • λούω: < λύω. Καθαρίζω το σώμα λύνοντας τη βρωμιά.
  • λόφος: < λέπω (= ξεφλουδίζω). Το γυμνό και υπερυψωμένο μέρος της γης.
  • λοχαγός: < λόχος + ἄγω. Ο οδηγός του λόχου.
  • λυκάβας: < λύκη (= φως) + βαίνω. Το έτος, ο χρόνος που διανύει το φως.(Ομηρος)
  • Λυκαβηττός: < λύκη (= λυκόφως) + βαίνω + ἐπί. Ο λόφος στον οποίο βαίνει (ανεβαίνει) πρώτο το φως της αυγής.
  • λύκη: < λευκός. Το πρώτο φως της ημέρας (εξ ου και λυκόφως).>LUX
  • λύκος: < λύκη. Λόγω του χρώματός του ή επειδή κυνηγά στο λυκόφως.
  • Λυκούργος Λύκη+έργω/είργω= κωλύω
  • λυμαίνομαι<λύμη=κακή μεταχείριση 
  • λύρα: < λύω + ἐρῶ. Το όργανο που «λύει» (ελευθερώνει) τον έρωτα ή τον λόγο. Η σύνδεση του λύω με το ἐρῶ μας θυμίζει ότι η μουσική είναι η γλώσσα του Έρωτα που λύνει τις αλυσίδες της λογικής.
  • λύτρον: < λύω. Το αντίτιμο για να λυθεί κάποιος από τα δεσμά του.
  • λωτός: < λάω (= θέλω, επιθυμώ). Το φυτό που σε κάνει να το επιθυμείς τόσο, ώστε να ξεχνάς την πατρίδα.
  • LA CORUNIA (ΒΑΣΚΟΙ) ΚΟΡΩΝΑ με εμβλημά της τον Ηρακλή
  • LAND<ΛΑΣ/ΛΑFΑΣ
  • LISBOA<ΟΔΥΣΣΕΥΣΛισσαβώνα<Η αρχαία ιστορία της πόλης καλύπτεται από διάφορους μύθους, μεταξύ των οποίων φέρεται να ίδρυσε ο Οδυσσέας, του οποίου το λατινικό όνομα είναι “Ulysses”. Αυτό συνάγεται εκ του αρχαίου ιστορικού ονόματός της, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, που ήταν Ulissipo, ή Olissipo.

 

 

  • μαγαρίζω:
  1. < μάσσω (ρίζα ΜΑΓ-). Ζυμώνω, λερώνω τα χέρια μου με άλευρα, και μεταφορικά διαπομπεύω το όνομα.

«Μαγάρ(ι)σε τ’ όνομά τ’ς»: Μαγάρισε, διαπομπεύτηκε, λέρωσε το όνομά της. Εκ του ρ. μάσσω-μάττω-μάξω-έμαξα, ρίζα ΜΑΓ. Το ρ. μάσσω αντί μαγ-σω = χειρίζομαι, ζυμώνω, λερώνω τα χέρια μου με άλευρα και μεταφορικά και τ’ όνομα. Μία δεύτερη εκδοχή (κατά τον φιλολ. Γερ. Αραβανή), είναι από το αρχ. ρ. μεγαρίζω = ευρισκόμενος στο μέγαρον (ειδικό σπήλαιο προς τιμήν της Δήμητρος και της Κόρης), τελώ λατρεία. Αργότερα για λόγους πολιτικοθρησκευτικούς, επεκράτησε η μειωτική του σημασία…

  • Μαδρίτη: < Madre (Μητέρα). Από την Κυβέλη (Matar Kubileya = Μήτηρ των Ορέων). γνωστή δημιουργικών δυνάμεων της Γης και της γονιμότητας. Ο Πίνδαρος την προσφωνεί «Κυβέλα, μάτερ θεών».Στην πλατεία της Μαδρίτης με το άγαλμα της Cybella εορτάζει την νίκη η REAL (κασκολ)
  • μάζα: < μάσσω (= ζυμώνω, μαλάσσω).
  1. Σύνδεση: Massage, μάγμα, μάγειρας, μαγεία (ο χειρισμός της ύλης/ενέργειας).
  • μαζί: < μαζίον (= μικρή μάζα) < μάσσα (= ζύμη). Η ένωση σε ένα σώμα.
  1. Σύνδεση: Mass (συμπαγής ύλη).
  • μαζεύω: < ομαδεύω (φέρνω στην ομάδα).
  • Μαίανδρος: < μαῖα (τροφός/μητέρα) + ἀνήρ. Εκμαιεύει τη δρώσα δύναμη.
  1. Φιλοσοφία: Η αποτύπωση της Τριάδος (Μονή-Πρόοδος-Επιστροφή) εξηγεί γιατί αυτό το σύμβολο είναι το DNA της ελληνικής τέχνης. Δεν είναι απλό σχέδιο, είναι ο νόμος της κίνησης του Σύμπαντος.

. Ο κόσμος που κινείται, επιστρέφει και ξαναπροχωρά. Οι Έλληνες αναγεννώνται από την στάχτη τους γιατί η δύναμις τους είναι πνευματική  Το πρόβλημα είναι ότι βουλιάζουν στην λήθη της ύλης.

Ο Άριστος θα ανασυνθέσει πνευματικά τον Μαίανδρό του.

Μακρυγιάννης μια μαγιά να μείνει είναι αρκετή.

Ποταμός ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ ΜΑFMAI=ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ(Στράβων  τον περιγράφει ως ΣΙΜΩΗ ΣΙΜΟΣ=ΣΤΡΑΒΟΣ και ΔΙΝΩΗ= Με περιδινήσεις

  • μάκαρ: < μή + κήρ (= θάνατος, όλεθρος). Ο αθάνατος, αυτός που δεν τον αγγίζει η κακή μοίρα.
  1. Σύνδεση: μακαρόνια (το δείπνο της Μακαρίας στο μνημόσυνο).
  • Μακεδονία / Μακεδών: < ρίζα ΜΑΚ- / ΜΑΓ- / ΜΑΧ- (= μέγας, μακρύς).
  1. Σύνδεση: Magnus, Maximus, Mac (οι «μακρόθεν» φίλοι μας στην πλατεια του Εδιμβούργου αγαλμα του Μ Αλεξανδρου ).
  • μαλακία: (ιων. μαλακίη).
    1. Η μαλθακότητα, η έλλειψη ενεργητικότητας (Θουκυδίδης: «φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»).
    2. Η αποφυγή των κόπων (Αριστοτέλης).
    3. Η ηρεμία της θάλασσας (malacia).
  • μάλαξ / μλάξ: < βλάξ (= ανόητος) < μολώσκω / βλώσκω.
  • μαλώνω: < μάλη (= μασχάλη). Ὑπὸ μάλης (= παραμάσχαλα). Αρχικά σήμαινε πιάνομαι στα χέρια, συμπλέκομαι.
  • Μάρη: (= το χέρι).
    • Σύνδεση: Manus (λατινικά) < μάνη (αττική) < μάρη (δωρική). Άλλη μια απόδειξη ότι τα Λατινικά είναι μια δωρική διάλεκτος που έφυγε και «πάγωσε» στην Ιταλία. Το χέρι είναι η μάρη!
  • Μαρία: < μαρμαίρω (= αστράφτω, λάμπω). Εκείνη που ακτινοβολεί.
    • Σύνδεση: Μαίρα (η λάμπουσα, ονομασία αστέρος και νύμφης στον Όμηρο[-> Μαίρα (Ιλιάδα Σ48, Οδύσσεια λ326) -> Μαρία (εξεβραϊσμός του Ελληνικού ονόματος)] (αρσ. Μάριος)
    • ). Ο Μάριος και η Μαρία είναι η ελληνική λάμψη μεταμφιεσμένη.
  • μάρμαρο: < μαρμαίρω. Η πέτρα που λάμπει/αντανακλά το φως.
  • Mare / Marina: < μύρειν (= ρέειν). Ρίζα ΜΥΡ- / ΜΑΡ-. Η θάλασσα ως συνεχής ροή.
  • μαίνομαι: < μάω (= επιθυμώ σφόδρα, ορμώ).
    • Σύνδεση: μάντις (αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση μανίας/έκστασης).
  • μαράζι: < μαραίνω (= φθείρω σιγά-σιγά).
  • μάχαιρα: < μάχομαι. Το εργαλείο της μάχης.
  • Μαχάων: < μηχανεύεται. Ο γιος του Ασκληπιού, ο χειρουργός-μηχανικός του σώματος στον Όμηρο.
  • Μέγαρα / Μάγαρα:
    1. Μέγαρον (= παλάτι, κύρια αίθουσα).
    2. Μάγαρα (= ιεροί λάκκοι/σπήλαια για τη λατρεία της Δήμητρας και της Κόρης). Εκεί έριχναν τα χοιρίδια στα Θεσμοφόρια. Η λέξη «μαγαρίζω» ξεκίνησε από εδώ ως ιερή πράξη και κατέληξε να σημαίνει «λερώνω».
  • μέθεξις: < μετέχω (μετά + ἕξω, μέλλοντας του ἔχω). Η συμμετοχή, η πνευματική επαφή.
  • μέθοδος: < μετά + ὁδός. Η πορεία προς έναν σκοπό.
  • μειονεκτέω: < μεῖον + ἔχω.
  • μεμψίμοιρος: < μέμφομαι (= κατηγορώ) + μοῖρα. Αυτός που τα βάζει με τη μοίρα του.
  • Μενίρ: < μονήρης λίθος. Η ελληνική ρίζα πίσω από τα μεγαλιθικά μνημεία.
  • μελαγχολία: < μέλας + χολή. Η ψυχική διάθεση που αποδιδόταν στην υπερβολή της μαύρης χολής.
  • μέλας: (= μαύρος) < μή + λάω (= βλέπω). Αυτό που δεν επιτρέπει την όραση, το σκοτεινό.
    • Σημείωση: Το Γ συχνά τρέπεται σε Λ (Μέγας-Μέλας). Ο Νείλος στην αρχαιότητα ονομαζόταν Μέλας λόγω των προσχώσεών του.
  • μόγις / μόλις: < μοχθώ. Η δυσκολία στην επίτευξη ενός σκοπού.
  • Μέντωρ: < μανθάνω, μάθησις, μνεία, μνήμη. Ο οδηγός της σκέψης και της γνώσης.
  • μερεμέτι: < μάρη (= χείρ). Η επισκευή που γίνεται «δια χειρός». Άλλη μια λέξη που θεωρείται ξένη, ενώ έχει βαθιά ελληνική ρίζα.
  • μετανάστης: < μετά + ναίω (= κατοικώ). Αυτός που αλλάζει τόπο κατοικίας.
  • μέτρον: < μήτις (= σκέψη/σοφία) + ροῦς (= ροή). Η ικανότητα να ορίζεις τη ροή των πραγμάτων μέσω της σκέψης. . Το μέτρο δεν είναι κάτι στατικό, είναι η «τακτοποιημένη ροή» της ενέργειας.
  • μηδέν: < μή + δέ + ἕν.
    • Φιλοσοφική παρατήρηση: Όπως λες, οι δύο αρνήσεις κάνουν κατάφαση. Για την απόλυτη ανυπαρξία, ορθότερο είναι το κάν-έν (ούτε ένα).
  • μήδομαι / μέδω: = σκέπτομαι, μελετώ μηχανεύομαι, επιννοώ,εφευρίσκω, επι μελισσών παράγω,παρασκευάζω,  φροντιζω για κάτι, προνοώ , νοιάζομαι. Το όνομα Μήδεια προέρχεται από το ρήμα μέδομαι, το οποίο σημαίνει προνοώ, μελετώ, διαλογίζομαι και φροντίζω, καθώς και επινοώ, μηχανεύομαι. Στη ενεργητική του διάθεση, μέδω, το ρήμα αποκτά τη σημασία του εξουσιάζω, προστατεύω. Ετυμολογικά το όνομα Μήδεια είναι συγγενές με το όνομα Μέδουσα, αυτό της θαλάσσιας γοργόνας. ι Medicine<μέδομαι σκέπτομαι φροντίζω   μέδω=κυβερνώ (= σκέπτομαι, φροντίζω, κυβερνώ, μετρώ).
    • Σύνδεση: Medicine (ιατρική = φροντίδα), Medici (η οικογένεια των Μεδίκων με καταγωγή από τη Μάνη), μέδιμνος (μονάδα μέτρησης), λατινικά modus (τρόπος, μέτρο). η σύνδεση των Μεδίκων (Medici) με τους Γιατράκους της Μάνης και τη ρίζα μέδομαι εξηγεί γιατί αυτή η οικογένεια υπήρξε ο σπόρος της Αναγέννησης. Μετέφεραν το ελληνικό μήδος στην Ιταλία.
    •  
  • Η Μήτις (Σκέψη) είναι η μητέρα της Αθηνάς (Σοφία). Χωρίς το μήδος (τον διαλογισμό και τη φροντίδα), η σοφία δεν μπορεί να γεννηθεί. Είναι η πνευματική κύηση πριν την πνευματική γέννηση.
  • Μήδεια: < μήδος (= σκέψη, φροντίδα). Η γυναίκα που προνοεί και επινοεί (αλλά και μηχανεύεται).
  • Μέδουσα: < μέδω (θηλυκή μετοχή). Η κυβερνήτισσα, η προστάτιδα.
  • Παλαμήδης: < πάλλω + μήδος. Αυτός που έχει «παλμό» στη σκέψη του, ο εφευρέτης.
  • Διομήδης: < Διός + μήδος. Αυτός που έχει τη σκέψη (συμβουλή) του Διός.
  • Γανυμήδης: < γάνυμαι (= αστράφτω) + μήδος. Ο λαμπρός στη σκέψη.
  • Ανδρομέδα: < ἀνήρ + μέδω. Η άρχουσα των ανδρών.
  • Μήλος: Πήρε το όνομά της από τον ήρωα Μήλο, ο οποίος κατοίκησε πρώτος το νησί. Ο Μήλος κάποτε πήγε στην Κύπρο, όπου γνώρισε τον Άδωνι και οι δυο νέοι έγιναν φίλοι με παροιμιώδη φιλία. Όταν πέθανε ο Άδωνις, ο Μήλος αυτοκτόνησε κάτω από ένα δέντρο το οποίο έκτοτε ονομάστηκε μηλιά. Αυτός ο Μήλος ήταν και ο πρώτος διδάξας της κουράς των προβάτων, ο πρώτος κτηνοτρόφος θα λέγαμε σήμερα, γι’αυτό και στα ομηρικά έπη «μήλος» σημαίνει πρόβατο.  Από τον ήρωα Μήλο.
    • Σύνδεση: μηλωτή (= ένδυμα από δέρμα προβάτου).
  • μηνίσκος: < μήν (= σελήνη). Το σχήμα του μισοφέγγαρου.
  • Μήτηρ: < ρίζα ΜΑ-. Η συντηρούσα τα πάντα.
  • Μήτρα:
    • μήτρα: Όταν κυοφορεί το σώμα.
    • δελφύς: Όταν κυοφορεί μια «φωτισμένη» ψυχή (εξ ου και Δελφοί).
    • ὑστέρα: Η συνηθισμένη ιατρική κατάσταση (εξ ου και υστερεκτομή).

Μινύες: Ευγενές αρχαιοελληνικό φύλο. Οι μεγαλύτεροι μηχανικοί της αρχαιότητας.

  • Μοάι (Easter Island): < ὅμοια. (Πολυνησία/Νότια Αμερική)<ΟΜΟΙΑ =αγάλματα ( Πλάτων/Νόμοι)
  • Τα αγάλματα που «ομοιάζουν»  Αν η λέξη Μοάι προέρχεται από το ὅμοια, τότε οι Μινωίτες (ή οι διάδοχοί τους) είχαν φτάσει στον Ειρηνικό πολύ πριν τους «εξερευνητές».
  • μόδα: < μήδος / μῆχος (= σκέψη, μέσο). Ο τρόπος (modus) που προκύπτει από φροντιστική σκέψη.
  • μοίρα: < μείρομαι (= συμμετέχω, παίρνω μερίδιο).
  • Μολών λαβέ / μολείν: < μολίσκω / μλώσκω / βλώσκω (όταν μεταξύ του μι και του λαμδα υπάρχει φωνήεν αποβάλλεται  το φωνήεν και μ+λ=β >βλόσκω πηγαίνω κάπου αφού αντλήσω όλο μου το θάρρος//αυτομολώβλώσκω < μλώσκω με τροπή του ένρινου μ σε β για ευφωνία αφού προηγείται υγρού γράμματος < μολίσκω (έρχομαι μετά κόπου)
    • Ομηρική χρήση: «μέμβλωκε μάλιστα ήμαρ» (= η μέρα γέρνει/τελειώνει).
    • ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις, στίχ. 137
    • ἔμολον· τί νέον; τίνα φροντίδ᾽ ἔχεις;
    • Ήρθα, νά με! Τί τρέχει; Σαν ποιά έγνοια σε τρώει;
  • μονάς: < μένειν. Αυτό που παραμένει σταθερό.
  • Moon: < μίνη (= σελήνη) < Μίνως / Μινύες (= οι λαμπροί της γενεάς του Ηλίου).
  • μορτός / mortal: < βροτός (= θνητός).
  • Μούσα: < μάω-μῶ (= επινοώ, ζητώ διανοητικά, μανθάνω). Η αναζήτηση της αλήθειας. >μανθάνω
  • μπάνιο: < βαλανείον.
  • μπουζούκι: < ἐμβουζούκιον.
  • Προμηθεύς: < πρό + μανθάνω. Ο προνοητικός.
  • Μύθος<μάθος: Τι θα πει μύθος; Θα πει, ομιλία, λόγος, διήγημα, ιστορία, απόφαση, σκοπός, σχέδιο, συμβουλή, γνώμη και απόφθεγμα
    1. < μύω (= κλείνω τα μάτια, ο σκοτεινός λόγος).
    2. < μυέω-μυώ (= διδάσκω, μυώ).
    3. < μανθάνω (μάθοςμύθος). Η θεία έμπνευση με διδακτικό και μυητικό χαρακτήρα.

Ο μύθος δεν είναι ψέμα, είναι η ανώτερη μορφή μάθησης μέσω των Μουσών.

  • μύρον: < μύρω (= στάζω).
  • μυστικό / μυστήριο: < μύω (= κλείνω μάτια/στόμα, επουλώνω).
  • μωσαϊκό: < Μούσες. Το έργο που επικαλείται τη μούσα του καλλιτέχνη.
  • Νήσος Man: νήσοι μεταξύ Βρεττανίας και Ιρλανδίας (νόμισμα τρισκελίς από Λυκία) Μινωήτες 3000ΠΧ εξόρυσαν ασήμι. Κέντρο Δρυιδικής λατρείας των Κελτών απογόνων του Κέλτη γιού του Ηρακλέους και της Κελτίνης κόρης του Βρετού.

 

 

 

  • Νάξος:
    • Αρχικά ονομαζόταν Δία, ως η μεγαλύτερη των Κυκλάδων (από τον μεγαλύτερο των Θεών).
    • Πήρε το σημερινό όνομα από τον ήρωα Νάξο, γιο του Ενδυμίωνα (εραστή της Σελήνης). Η σύνδεση με τον εραστή της Σελήνης δίνει στο νησί μια απόκοσμη, σχεδόν αιθερική καταγωγή.
    •  
  • ναός: < ναίω (= κατοικώ). Ο οίκος όπου κατοικεί ο Θεός.
  • ναυαγός: < ναῦς + ἄγνυμι (= θραύω). Αυτός που υπέστη θραύση του πλοίου του.
  • Ναύπακτος: < ναῦς + πήγνυμι (= κατασκευάζω/στερεώνω). Ο τόπος όπου κατασκευάζονται πλοία.
  • ναυπηγός: < ναῦς + πήγνυμι. Ο τεχνίτης που στερεώνει/κατασκευάζει το πλοίο.
  • ναῦς: < νάω (= πλέω). Το πολεμικό πλοίο (σε αντίθεση με το εμπορικό πλοῖον < πλέω>πλούτος). Είναι ενδιαφέρον πώς η ρίζα του πλέω δίνει το πλοῖον και αυτό με τη σειρά του τον πλοῦτο. Η θάλασσα ήταν πάντα η πηγή της ελληνικής ευημερίας.
  •  
  • Ναυσικά: < ναῦς + καίνυμαι (= υπερέχω/υμνούμαι). Η υμνούμενη από τους ναυτικούς.
  • ναύτης: Αυτός που υπηρετεί στη ναῦν.
  • Νείλος: < νέα ἰλύς (= νέα λάσπη). Παλαιότερα ονομαζόταν Αίγυπτος (Ρίζα NEF-NEI-NAF-NAI).
  • νεκρός: < νέκυς.
  • νέκταρ:
    1. Νεοκτάρ: Αυτό που διατηρεί τους θεούς σε αιώνια νεότητα.
    2. < νή (στερητικό) + κτανθήναι (= σκοτώνομαι). Αυτό που στερεί τον θάνατο, το αθάνατο.
  • Η διπλή ετυμολογία (διατήρηση νεότητας ή στέρηση θανάτου) δείχνει ότι οι αρχαίοι έβλεπαν τη θεϊκή τροφή ως ένα «αντίδοτο» στη φθορά του χρόνου.

 

  • νέμεσις: < νέμω (= μοιράζω). Η δίκαιη διανομή της τιμωρίας ή της τύχης.
  • νεολαία: < νέος + λαός.
  • Νέστωρ: < νόος + ἵστωρ (από το εἰδέναι = γνωρίζω). Ο γνώστης των νόμων, ο κριτής και δικαστής. Η σύνδεση του ονόματός του με τον Νόμο και τη Γνώση (ἵστωρ) εξηγεί γιατί στον Όμηρο είναι ο απόλυτος σύμβουλος. Δεν είναι απλώς ένας γέροντας, είναι η ενσαρκωμένη εμπειρία του Νόμου.
  • Νεφέλη: < νέφος < νίφω (= χιονίζω) < νιφάς.
    1. Μυθολογία: Η Ωκεανίς, θεά της φιλοξενίας, σύζυγος του Αθάμαντα και μητέρα του Φρίξου και της Έλλης.
  • νέφος: < νη (στερητικό) + φάος (= φως). Αυτό που δεν έχει φως, το σκοτεινό.
  • νεωκόρος: < ναός + κορέω-κορῶ (= σκουπίζω, φροντίζω). Ο επιμελητής και καθαριστής του ναού.
    • Σύνδεση: Το λατινικό curator / cure (φροντίδα) πηγάζει από αυτή την ελληνική δράση.
  • νήμα: < νήθω (= γνέθω).
  • νηνεμία: < νε-/νη- (στερητικό) + ἄνεμος. Η απόλυτη ησυχία του αέρα.
  • νηπενθής: < νε-/νη- + πένθος. Αυτό που διώχνει τη λύπη, που καταπραΰνει τον πόνο.
  • νήπιον: < νε-/νη- + ἔπος (= λόγος). Αυτό που δεν έχει ακόμη λόγο, που δεν μπορεί να μιλήσει.
  • νηστεία: < νη- + ἐσθίω (= τρώω). Η αποχή από την τροφή.
  • νηφάλιος / νήφω:
    1. Είμαι σε εγρήγορση, απέχω από τον οίνο.
    2. < νείφω (= χιονίζω)>neiger. Κατά τις θυσίες ράντιζαν με νερό («χιόνιζαν»), μια πράξη κάθαρσης και διαύγειας.
    3. Επίκουρος: «Νήφων λογισμός» – η καθαρή, ατάραχη σκέψη. Η σύνδεση του νήφω με το νείφω (χιονίζω) δίνει μια αίσθηση «κρυστάλλινης» καθαρότητας στη σκέψη. Ο νηφάλιος άνθρωπος έχει τη διαύγεια του φρεσκοπεσμένου χιονιού.
  • νόμος:
    1. < νέμω (= μοιράζω). Η δίκαιη διανομή.
  1. Πρόκλος: «Διανομή Νου». Ο νόμος είναι ο τρόπος που ο Νους μοιράζει την τάξη στο χάος. Αν ο Νόμος είναι η «διανομή του Νου», τότε η παρανομία δεν είναι απλώς κοινωνικό παράπτωμα, είναι παραλογισμός και αποσύνδεση από την παγκόσμια νοημοσύνη.
    1.  
  • νόσος:
    1. < νη- (στερητικό) + ὅσιος. Η κατάσταση του ανόσιου, αυτού που δεν σέβεται τη θεία (φυσική) καταγωγή του.
    2. < νη- + σέβω (= κινούμαι με ορμή). Η απώλεια της ζωτικής ορμής και υγείας.

Το ότι η νόσος συνδέεται με το μή όσιον είναι η βάση της ολιστικής ιατρικής. Όταν χάνουμε τη σύνδεση με τη θεία φύση μας, το σώμα «νοσεί». Η υγεία είναι σεβασμός στον εσωτερικό ρυθμό

  • νοσταλγός: < νόστος (= επιστροφή) + ἄλγος (= πόνος). Ο πόνος της επιστροφής στην εστία.
  • νουθετώ: < νοῦς + τίθημι (= τοποθετώ). Βάζω μυαλό σε κάποιον, τον επαναφέρω στην ορθή σκέψη.
  • ΝΟΥΣ:
    1. < Ν + οὖς (= αυτί). Η σύλληψη των ιδεών γίνεται μέσω της ακοής του Λόγου και όχι μόνο μέσω της όρασης.
    2. < νέομαι (= κινούμαι, πορεύομαι). Ο νους είναι η διαρκής κίνηση της ψυχής προς το Φως.
  1. νταής: < ταΰς (= μέγας, πολύς). Ο ισχυρός, ο μεγάλος. Άλλη μια λέξη που φαίνεται «ξένη», αλλά η ρίζα της χάνεται στην αρχαιότητα. : Από το ομηρικό ταΰς. Πόσο όμορφο να βλέπεις πώς μια λέξη του «δρόμου» σήμερα, κουβαλάει το μεγαλείο της αρχαίας ισχύος.
  • ντάλα (μεσημέρι): < Ταλώς. Ο μυθικός χάλκινος γίγαντας της Κρήτης που συμβόλιζε τον ήλιο. Η σύνδεση του μεσημεριανού καύσωνα με τον Τάλω είναι εκπληκτική. Ο «Ταλώς» δεν ήταν μόνο ένα ρομπότ, ήταν η προσωποποίηση της ηλιακής ενέργειας στο ζενίθ της. Όταν λέμε «ντάλα μεσημέρι», επικαλούμαστε τον χάλκινο γίγαντα της Κρήτης!
    • Φράση: «Ἐν ταλῷ ἀνίσκοντι» (Όταν ανατέλλει ο ήλιος). Ρίζα ΤΑΛ- / ΤΕΛ- / ΤΟΛ- (που δηλώνει το ύψος, την αντοχή και την ολοκλήρωση).
  • ντελλάλης / τελλάλης: < τέλλω (= ανατέλλω, δίνω εντολή, εκτελώ) / tell (αγγλικά). Αυτός που ανακοινώνει, που φέρνει το λόγο στο φως.
  • Νύμφη: < ν + ύω
    • Σημασία: Το ύον (= ρέον) φως. Η οντότητα που ρέει, φωτίζει και γονιμοποιεί κάθε στοιχείο της ψυχής και της φύσης. Το ότι η Νύμφη είναι το «ρέον φως» εξηγεί γιατί τις συναντάμε πάντα κοντά σε πηγές και ποτάμια. Δεν είναι απλώς πνεύματα του νερού, είναι η φωτεινή ενέργεια που ζωογονεί την ύλη
  • Now: < νῦν. Η απόλυτη ταύτιση της αγγλικής με την ελληνική χρονική στιγμή.
  • νύξ / νυκτός: Το σκοτάδι που διαδέχεται το φως.
  1. Νυχτίς: (Μυθολογία). Διάδοχος του Λυκάονος, σύγχρονος του Δευκαλίωνα και του Κέκροπα. Αναφορά στην προκατακλυσμιαία και προσεληνιαία εποχή της Αρκαδίας, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν σε αρμονία με τους κοσμικούς κύκλους πριν την «έλευση» της Σελήνης. Η αναφορά στη Νυχτίδα και την εποχή πριν τη Σελήνη (τους Προσέληνες Αρκάδες) είναι από τα πιο μυστηριώδη και γοητευτικά κομμάτια της ιστορίας μας. Δείχνει ότι η μνήμη του λαού μας φτάνει σε εποχές που η επιστήμη μόλις τώρα αρχίζει να υποψιάζεται.
  • ξεναγός: < ξένος + ἄγω. Ο οδηγός των ξένων.
  • ξενοδόχος: < ξένος + δέχομαι. Αυτός που υποδέχεται και περιποιείται τους ξένους.
  • ξένος: < ἔξω τῆς πόλεως ἰέναι. Αυτός που έρχεται από έξω, αλλά υπό την προστασία του Ξενίου Διός γίνεται ιερό πρόσωπο.( Ένας Έλληνας που επισκεπτόταν μια άλλη ελληνική πόλη-κράτος, διαφορετική από τη δική του.)
  • Ξενοφών: < ξένος + φῶν (συνηρημένος τύπος του φάων < φάος = φως).
    1. Αυτός που λάμπει από τη φιλοξενία, ο λαμπρός οικοδεσπότης.
    2. Αυτός που ηχεί περίεργα (αν το συνδέσουμε με το φωνή).
  1. ξίφος: < ξύω. Το λείο και κοφτερό όπλο που έχει υποστεί ξύση/λείανση. Η ρίζα από το ξύω μας θυμίζει ότι η τεχνολογία της εποχής (η λείανση των μετάλλων) ενσωματώθηκε στην ίδια την ονομασία του αντικειμένου.
  • ξου: < σεύω (= τίθεμαι σε γρήγορη κίνηση, ορμώ, τινάζομαι). Η προστακτική «σοῦ» που έγινε «ξοῦ» για να διώξουμε κάτι με ορμή. Το ότι το καθημερινό μας «ξου» είναι η αρχαία προστακτική του σεύω, δείχνει ότι η γλώσσα μας είναι ένας ζωντανός οργανισμός που «εκτοξεύει» ενέργεια ακόμα και στις πιο απλές λέξεις.
  1. ξύλο: < ἐξ + ὕλης. Το τμήμα που προέρχεται από την ύλη των δέντρων. : Η σύνδεση ἐξ + ὕλης είναι κομβική. Το ξύλο είναι η πρώτη μορφή «επεξεργασμένης ύλης» που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για να χτίσει πολιτισμό.
  • ξωμάχος: < ἔξω + μάχομαι. Αυτός που μοχθεί και μάχεται έξω στους αγρούς (ο αγρότης).

 

 

 

  • Οδυσσεύς:
    1. < ὀδύσσομαι (= είμαι οργισμένος). Αυτός που προκαλεί ή δέχεται την οργή των θεών (Ποσειδώνας).
    2. < ὁδεύω + ἔσσομαι (= ο περιπλανώμενος, αυτός που βρίσκεται διαρκώς καθ’ οδόν). Η ετυμολογία από το ὁδεύω + ἔσσομαι φωτίζει τον ήρωα ως το σύμβολο της ψυχής που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και δοκιμασία μέχρι να φτάσει στην Ιθάκη (την αυτογνωσία).
  • Οίαξ: < οἴω (= οδηγώ). Το τιμόνι του πλοίου. Εφεύρεση του Παλαμήδη (αδελφού του Οίακος).
  • οίδημα: < οἰδέω (= πρήζομαι).
  • οίησις: < οἴομαι (= νομίζω, πιστεύω για τον εαυτό μου). Η υπεροψία, η έπαρση.
  • οικονομία: < οἶκος + νέμομαι (= διαχειρίζομαι). Η ορθή διαχείριση των του οίκου.
  • οίνος: < Fοίνος (με το δίγαμμα).
    1. Σύνδεση: Wine, Vinus, Vin.
    2. Εσωτερική Ερμηνεία: < οἷον + νοῦς. Αυτός που γεμίζει τον νου με οίηση (έπαρση) ή όνηση (ωφέλεια), αναλόγως της χρήσης. Η ετυμολογία από το ὁδεύω + ἔσσομαι φωτίζει τον ήρωα ως το σύμβολο της ψυχής που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και δοκιμασία μέχρι να φτάσει στην Ιθάκη (την αυτογνωσία).
  • οισοφάγος: < οἴσω (μέλλοντας του φέρω) + φαγεῖν. Ο αγωγός που φέρει την τροφή.
  • οιωνός: < οἶος (= μόνος). Το πουλό που πετά μόνο του και θεωρείται σημάδι των θεών.
  • όλεθρος: < ὄλλυμι (= χάνω, καταστρέφω).
  • ολιγωρία: < ὀλίγος + ὥρα (= φροντίδα). Η έλλειψη ενδιαφέροντος, η αδιαφορία.
  • Όμηρος:
    1. < ὁμοῦ + ἄρω (= συναρμόζω). Αυτός που συναρμόζει και διασώζει όλη την αρχαία γνώση.
    2. < ὄμμα + ἄρω (= στερούμαι). Ο τυφλός, αυτός που έχασε το φως του.
    3. Ελευσινιακή Ερμηνεία: < ΟΜ + ΗΡΩΣ. Ο ήρωας του ιερού ήχου ΟΜ.
  • όμιλος: < ὁμοῦ + ἴλη (= ομάδα, ίλη ιππικού).
  • όμμα: < ὁρῶ (= βλέπω). Το όργανο της όρασης.
  • ομφαλός:
    1. < ὀμφή (= θεϊκή φωνή). Το κέντρο από όπου ακούγεται η φωνή του Θεού.
    2. < ΟΜ + φαλιόν (= λαμπρόν). Το λαμπρό κέντρο (ΟΜ).
  1. , η ταύτιση του ΟΜ με τον Ομφαλό και τη Θεϊκή Φωνή (Ομφή) είναι το «κλειδί» για να καταλάβουμε γιατί οι Δελφοί θεωρούνταν το κέντρο της Γης. Δεν ήταν απλώς γεωγραφικό κέντρο, ήταν το σημείο όπου η δονητική ισχύς του Σύμπαντος (ΟΜ) γινόταν αντιληπτή από την ανθρώπινη νόηση. Κόνξ Ομ Παξ & Μάγια: Η ομοιότητα με το ΚΟΝΕΞ ΟΜΟΝ ΠΑΝΕΞ των Μάγια αποδεικνύει ότι υπήρχε μια παγκόσμια πνευματική «γλώσσα» που ξεκίνησε από τα Ελληνικά Μυστήρια. Το ΟΜ είναι ο ήχος της δημιουργίας που «διώχνει την κακή ενέργεια».

 

 

.

  • Όνομα:
    • «Διδασκαλικόν όργανον και διακριτικόν της ουσίας των πραγμάτων».
    • Μίμηση της ουσίας κάθε πράγματος μέσω της φωνής.
    • < ον-ου-μασμα (= αναζήτηση): Το αποτέλεσμα της αναζήτησης της ουσίας.
  • Οι Πτώσεις της Ουσίας:
    • Ονομαστική: Απορρέει η ουσία.
    • Γενική: Η ουσία που απορρέει σε όλους.
    • Δοτική: Για να  δίνεται η ουσία.
    • Αιτιατική: Η αιτία για την οποία θα μας καλέσει πίσω ο Κοσμικός Νους.
    • Κλητική: Η κλήση της επιστροφής.
  • οξυδερκής: < ὀξύς + δέρκομαι (= βλέπω). Αυτός που βλέπει με οξύτητα.
  • οπαδός: < ὀπάζω (= έπομαι, ακολουθώ).
  • όπλον: < ἕπω (= καταπιάνομαι, ασχολούμαι). Το εργαλείο με το οποίο καταπιανόμαστε για μια εργασία ή μάχη.
  • οπτασία: < ὄψομαι (μέλλοντας του ὁρῶ).
  • οργή: < ὀρέγω (= επιθυμώ σφόδρα). Η έντονη ορμή προς κάτι.
  • Όργια: < ἔργον. Μυστική τελετή, λατρευτικό έργο (καμία σχέση με τη σύγχρονη παρεξηγημένη σημασία).
  • Ορέστης: < ὄρος + ἵσταμαι. Ο άνθρωπος του βουνού, ο «βουνίσιος».
  • ορκωμοσία: < ὅρκος + ὄμνυμι (= ορκίζομαι).
  • όρνις: < ὄρνυμι (= σηκώνομαι, ορμώ). Το πτηνό που υψώνεται.
  • Ορφεύς:
    1. < ρίζα ὀρφ-: Δηλώνει τη στέρηση και την έλλειψη (απώλεια της Ευρυδίκης).
    2. < Φορεύς της μυστηριακής γνώσης από την Όρφνη (= βαθιά νύχτα, το σκότος του Άδη).
  • οσμή: < ὀδμή (ομηρικός τύπος).
    1. Ετυμολογία: Ρήμα ὄζω (θέμα οδ-). Στην Αττική το δ τρέπεται σε σ (οδ+μη >οσμή).
    2. Σύνδεση: Odour (λατινικά/αγγλικά).
  • Όσιρις: < ὀσίρη (= πολυόφθαλμος).
    1. Σύνδεση: < ὄσσαι (= οι δύο οφθαλμοί στον Όμηρο).

Ρίζα: ΟΚ- (όπως οκ-ία μου στην Κέρκυρα, oculus στα λατινικά). : Η απόδειξη ότι ο Αιγυπτιακός Όσιρις ονομάστηκε έτσι από την ελληνική ρίζα της όρασης (ὄσσε / οκ-) καταρρίπτει κάθε θεωρία περί «ανατολικής» προέλευσης των πάντων. Ο «Πολυόφθαλμος» Ήλιος είναι ελληνικός Λόγος.

 

  • οσονούπω: (= σε λίγο) < ὅσον + οὔπω (= όχι ακόμα). Η χρονική διάρκεια που υπολείπεται μέχρι το «τώρα».
  • Ουρανός: < ὄρος (= όριο) + ἄνω. Το ορατό όριο που μας χωρίζει από το ανώτερο, το θείο πεδίο. Ο Ουρανός δεν είναι απλώς «κενό», είναι το σύνορο (το όρος) της ανθρώπινης αντίληψης. Εκεί που τελειώνει η ύλη και αρχίζει το πνεύμα.
  1. Ουρουγουάη: < Ἄρεως Γῆ. Μια συγκλονιστική ετυμολογική προσέγγιση που συνδέει τη μακρινή Λατινική Αμερική με τον Έλληνα θεό του πολέμου. Αν σκεφτούμε την εξάπλωση των αρχαίων Ελλήνων θαλασσοπόρων, η ονοματοδοσία μακρινών τόπων με βάση τους Θεούς μας είναι μια απόλυτα λογική (και ιστορικά παραμελημένη) εκδοχή.
  • ουτοπία: < οὐ + τόπος. Αυτό που δεν υπάρχει σε κανέναν συγκεκριμένο τόπο, το ιδεατό αλλά ανύπαρκτο.
  1. οφθαλμός: < ὀπτικός + θάλαμος. Ο εσωτερικός «θάλαμος» όπου συντελείται το θαύμα της όρασης. Το να βλέπεις το μάτι ως «οπτικό θάλαμο» δείχνει ότι οι πρόγονοί μας κατανοούσαν τη βιολογική μηχανική της όρασης χιλιάδες χρόνια πριν τη σύγχρονη οφθαλμολογία.
  •  
  • όχλος: μοχλός <μοχλεύω Ομηρος>mob mobile
  • οχυρός: < ἔχω. Αυτό που «κρατάει» γερά, το ασφαλές μέρος.
  • όψιμος: < ὀψέ (= αργά). Αυτός που έρχεται ή ανθίζει αργότερα από το κανονικό.
  • όψις: < ὄψομαι (μέλλοντας του ὁρῶ). Η εξωτερική εμφάνιση, αυτό που υποπίπτει στην όραση.
  • Πι & Φι Οι δύο άρρητοι αριθμοί, τα εργαλεία του Κοσμικού Νου.
    • Πι : 3,14 Για τα κυκλικά τμήματα.
    • Φι: Ο Χρυσός Αριθμός (1,618 / 0,618) για τα ευθύγραμμα τμήματα, δώρο των Μουσών.
    • Φράση: «Στο Πι και Φι» = Στην τελειότητα, με την ταχύτητα του Νου.
  • παγιώνω / πάγιος / παγίς / πάγος=βράχος: < πήγνυμι (= στερεώνω, καθιστώ συμπαγή).
  • παλληκάρι:
    1. < πάλληξ / πάλλαξ: Ο νεαρός που δεν έχει φτάσει ακόμα στην εφηβεία.
    2. < πάλλω + κάρα (= κεφάλι): Από τους Λακεδαιμόνιους που έσειαν το κεφάλι τους (και το λοφίο του κράνους) για να προκαλέσουν δέος στον εχθρό.
  • παῖς (παιδί): < παίω =χτυπώ, πλήττω, ρίχνω (ακόντιο ή τραυματίζω κάποιον
  • πάλη: < πάλλω (= σείω, κινώ με δύναμη).
  • παλίμψηστος: < πάλιν + ψηστός (< ψήχω = τρίβω). Το κείμενο που ξαναγράφτηκε πάνω σε ξυσμένη επιφάνεια.
  • Παν: < Φαν < φαίνομαι < φάος (= φως). Η εμφάνιση των πάντων μέσα από το φως (Ρίζα σαF και FαF φῶς).
  • Πανάκεια: < πᾶν + ἄκος (= ίαση, θεραπεία) < ἀκέομαι.

1.Μυθολογία: Κόρη του Ασκληπιού, η θεραπεία για κάθε νόσο. (Κόρη του Ασκληπιού και της Ηπιόνης αδελφή της Υγιείας, της Ιασού, του Ποδειλάριου και του Μαχάωνος).

    1. Ανήκεστος: Ο μη δυνάμενος να θεραπευτεί.
  • πανδαισία: < πᾶν + δαίς (= γεύμα).
  • πανήγυρις: < πᾶν + ἀγείρω (= συγκεντρώνω). (Συγγενικά: ἀγορά, ἀγύρτης).
  • Πανικός: < Πάν (Φάν/Φῶς) + ἵκω (= έρχομαι). Η έλευση και μετάδοση της πανίσχυρης δύναμης του θείου φωτός που «παραλύει» την ανθρώπινη λογική.
  • Παξοί: < πάθος (ερωτικό).
    • Μυθολογία: Ο Ποσειδώνας έκοψε με την τρίαινα ένα κομμάτι από την Κέρκυρα για να στεγάσει τον έρωτά του με τη νύμφη Αμφιτρίτη.
  1. Παράδεισος: < παρά + δεῖσα (= υγρασία, συλλογή βοτάνων). Ο περίφρακτος κήπος, ο δροσερός τόπος που σφύζει από ζωή. Πολύ συχνά νομίζουμε ότι η λέξη είναι περσική, αλλά η σύνδεση με τη δεῖσα (υγρασία/δροσιά) την επαναφέρει στην ελληνική φύση. Ο Παράδεισος είναι ο κήπος που «ποτίζεται» από τη θεία γνώση.
  • παραίνεσις: < παρά + αἶνος (= λόγος δοξαστικός υπέρ τρίτου). Η θερμή προτροπή ή συμβουλή.
  • Πάρις: < Παρ- / Βαρ- < Μαρ- < μάρναμαι/βάρναμαι (= πολεμώ). (Σύνδεση: βροτός μορτός mortal).
  1. Παρθένος: < παρά τοῦ ἑνός. Αυτή που παραμένει ενιαία, αδιαίρετη και δεν μετέχει στη δυαδικότητα της γέννας. . Η Παρθένος (όπως η Αθηνά ή η Άρτεμις) δεν είναι απλώς μια βιολογική κατάσταση, είναι μια οντολογική στάση: η επιστροφή στην ενότητα, εκεί που δεν υπάρχει διάσπαση και φθορά.
  • Παρίσι: ιδρυτές Κέλτος / Γαλάτης

 (Παρίσιοι), μεταφέροντας την ηχητική και τη δύναμη της ρίζας.

  1. Παρνασσός: < παρά + νάσος / νῆσος. Το βουνό που έστεκε σαν νησί (κιβωτός) κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Η κατάληξη -σσός είναι Πελασγική. Το ότι το βουνό ονομάζεται «νησί» (νάσος) μας θυμίζει ότι στην κοσμική μνήμη, οι κορυφές των βουνών ήταν τα μόνα σημεία σωτηρίας όταν τα νερά κάλυψαν τη γη.
  2. παροιμία: < παρά + οἶμος (= οδός, δρόμος). Ο ωφέλιμος λόγος που λέγεται δίπλα στο δρόμο, στην πορεία της ζωής. Η λέξη οἶμος μας λέει ότι η σοφία δεν κλείνεται σε βιβλία, αλλά βρίσκεται «παρά την οδόν». Είναι η γνώση που συναντάς καθώς περπατάς τη ζωή σου.
  • Πάρος: < παραλία. Το νησί που η ίδια του η ονομασία υμνεί τις ακτές του.
  • παρρησία: < πᾶν + ῥῆσις (= λόγος). Το να λέει κανείς τα πάντα ελεύθερα.
  • «Παρ’ τ’ αυγό και κούρευτο»: < ὠόν τείλλεις (= μαδάς το αυγό). Φράση για το αδύνατο ή το μάταιο.
  • Πατήρ: < τα πάντα τηρών (παρατηρών). Ο φύλακας και παρατηρητής της ζωής.
  • παχύς: < πήγνυμι (= στερεώνω). Αυτό που έχει συμπαγή και στερεή μάζα.
  • Peak (κορυφή): < Πίκο (ονομοσία του Διός = Κορυφαίος). Μια ακόμα ελληνική ρίζα που «κορυφώνει» την αγγλική γλώσσα.
  • πειθήνιος: < πείθω + ἡνία (= χαλινάρια). Αυτός που άγεται από τα χαλινάρια της πειθούς.
  • Πειραιεύς / Πέραμα: < πείρω (= διαπερνώ, περνώ απέναντι).

Σύνδεση: Port (λιμάνι). Η ρίζα πείρω (διαπερνώ) είναι η μητέρα της επικοινωνίας και του εμπορίου. Από αυτήν προέρχεται το πέρασμα, το πείραμα (η διείσδυση στη γνώση) και το λατινικό Port. Ο Πειραιεύς είναι το αιώνιο «πέρασμα».

    •  
  • πείσμα: < πείθω. Η εσωτερική σταθερότητα σε μια πεποίθηση.
  • πέλαγος: < πελάζω (= πλησιάζω). Η ανοιχτή θάλασσα που δεν πλησιάζει εύκολα τη γη, ή αυτή που «πέλας» (κοντά) στη γη χτυπά με δύναμη.
  • Πελασγός:
    1. Αυτός που εμφανίζεται στη γη (πέλαγος + ἄγω).
  1. < ἐπιπολάζω (= εμφανίζομαι στην επιφάνεια και εξαπλώνομαι).Στράβων Σύνδεση με τους Σελλούς και το Σέλας (φως). Η ταύτιση των Πελασγών με τους Σελλούς και το Φως (Σέλας) επιβεβαιώνει ότι οι πρώτοι κάτοικοι αυτού του τόπου θεωρούσαν τους εαυτούς τους «παιδιά του φωτός» και της «επιπόλασης» (εμφάνισης) της συνείδησης πάνω στη γη.

 

  • Πελοπόννησος: Η νήσος του Πέλοπος. Η Πελοπόννησος ονομάζετο τότε Απία = περίρρυτος.Φορονεύς γενάρχης Πελασγών και βασιλεύς του Άργους  +Λαοδίκη= Άπις  βασιλεύς Αιγιαλείας ,  κ.α.. ΣΑΡΑΠΙΣ
  • Πέλοψ: < πελλός (= σκουρόχρωμος, σταχτής ή «χαμένος») + ὤψ (= όψη).
  • πένθος: < πάσχω, πάθος. Η βίωση του πόνου.
  • Περικλής: < περί + κλέος (= δόξα). Ο υπέρδοξος.
  • Περίπατος: < περί του Π. Η σχολή του Αριστοτέλη (Λύκειον) είχε σχήμα Π.
  • περόνη (πιρούνι): < πείρω (= τρυπώ, διαπερνώ). Το εργαλείο που διαπερνά την τροφή.
  • Περσεφόνη: < φέρεις γαρ αεί και πάντα φονεύεις (από ορφικό ύμνο. Η Περσεφόνη δεν είναι απλώς η «κόρη», αλλά η κοσμική δύναμη που φονεύει (τερματίζει) μια κατάσταση για να φέρει (γεννήσει) μια νέα. Είναι ο νόμος της εντροπίας και της αναγέννησης). Συμβολίζει τον αέναο κύκλο των ενσαρκώσεων και της φθοράς.
  • πετεινός: < πέτομαι.
  1. Πηνελόπη: < πήνη (= νήμα) + λέπω (= ξετυλίγω, peel). Αυτή που ξετυλίγει το νήμα (το πηνίο). Η σύνδεση με το αγγλικό peel (ξεφλουδίζω/ξετυλίγω) δείχνει πώς η ελληνική τεχνολογία της υφαντικής ονόμασε την πιο πιστή σύζυγο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η Πηνελόπη «λύνει» το χρόνο.
  • πλαγκτόν: < πλάζομαι (= περιπλανώμαι). Οι οργανισμοί που περιπλανώνται στα νερά.
  • πλάτανος / πλαίσιον: < πλατύς.
  • πλεονέκτης: < πλέον + ἔχω. Αυτός που επιζητά να έχει πάντα περισσότερα.
  • πίμπλημι (= γεμίζω): Η ρίζα που «γεμίζει» τις λέξεις μας:
    • πλήθος: Η κατάσταση του να είναι κάτι γεμάτο.
    • πλημμύρα: Η υπερπλήρωση.
    • πλήρης: Ο γεμάτος.
    • πλούτος: Η αφθονία που γεμίζει τη ζωή.
  • πλήκτρον: < πλήττω (= χτυπώ). Το μέσο με το οποίο χτυπάμε τις χορδές ή τα κλειδιά.
  • Πλούτων: Ο πλούσιος, ο κύριος του υπόγειου πλούτου. Ο πλούτος στην αρχαία αντίληψη δεν είναι η συσσώρευση, αλλά η «πλήρωση» (το να είσαι πλήρης).
  1. πνεύμα: < πνεύμων. Εκεί θεωρούσαν οι αρχαίοι ότι εδράζεται η ζωτική πνοή και το πνεύμα. Η σύνδεση αυτή μας θυμίζει ότι η πνευματικότητα για τους Έλληνες δεν ήταν κάτι αφηρημένο, αλλά συνδεδεμένο με την ίδια την αναπνοή και τη βιολογία μας. Χωρίς ανάσα (πνεύμονα), δεν υπάρχει πνεύμα.
  • Ποίος: Η εξέλιξη του {πι} σε {κάπα}:
    • Ποίος (Αττικό/Ιωνικό) >Κοίος (Αιολικό).
    • Σύνδεση: Qui (Λατινικά), Aqua (από το άπα/άκα).
  • πολιορκία: < πόλις + ἕρκος (= φραγμός, δίχτυ). Ο εγκλωβισμός της πόλης μέσα σε φραγμό.
  • πολίτης: Ο κάτοικος της πόλης.
    • Σύνδεση: Polite (Αγγλικά) = Ο ευγενικός, αυτός που έχει τους τρόπους της πόλης. Η λέξη «ευγενικός» (Polite) στην Ευρώπη σημαίνει κυριολεκτικά «αυτός που συμπεριφέρεται σαν Έλληνας πολίτης». Η πόλη είναι ο χώρος του πολιτισμού και της αβρότητας.
  • οἱ πολλοί / οἱ πληθείς: < ρίζα πλε-.
    • Σύνδεση: Plex, Plebis (Λατινικά) Πληβείοι.
  • Πόρος: < πόρος (= πέρασμα). Ο Πόρος είναι στην ουσία δύο νησιά. Το ένα λεγόταν Σφαιρία από τον Σφαίρο, ηνίοχο του άρματος του Πέλοπα (ο οποίος σημειωτέον υπήρξε ονοματοδότης της Πελοπονήσου) ο οποίος Σφαίρος πέθανε και τάφηκε στο ένα νησί. Το άλλο νησί ήταν η Καλαυρία και ονομάστηκε έτσι επειδή είχε καλή αύρα. Τα δύο αυτά νησάκια γίνανε ένα και ονομάστηκαν Πόρος γιατί εκεί υπάρχει ένας μικρός πόρος, ένα πέρασμα δηλαδή που χωρίζει το νησί από τον Γαλατά.
  • Πόλεμος:
    1. < πολέω (= αναστρέφω, περιστρέφω, κυλιέμαι). Η κατάσταση που ανατρέπει τα πάντα και «αναδεύει» την κοινωνία.
    2. < πάλλω (= σείω με δύναμη). Η σύγκρουση που δονεί τα θεμέλια του κόσμου. η ετυμολογία από το πολέω (περιστρέφω) είναι η κλειδαριά της φιλοσοφίας. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο σφαγή· είναι η βίαιη περιστροφή του τροχού της ιστορίας που φέρνει τα πάνω-κάτω για να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος.
    3.  
  • Ποσειδών:
    1. < πόσις (= κύριος) + Δᾶ (= Γη). Ο «Σύζυγος της Γης».
    2. < Ποσιδεσμός (= αυτός που δένει τα πόδια). Η επίδραση του δέους μπροστά στη θάλασσα. (Σύνδεση: Neptune < Νέποδες = θαλάσσιοι οργανισμοί).
    3. < Π + ὁ σείων + Δᾶ. Αυτός που σείει τη γη (σεισμοί).
    4. < πότος (= ποταμός) + διδών. Αυτός που προσφέρει τα ποτάμια.
  • : Είναι συγκλονιστικό πώς ο «Κύριος της Γης» (Πόσις-Δᾶ) είναι ταυτόχρονα και ο δότης των ποταμών. Η θάλασσα, τα ποτάμια και οι σεισμοί είναι οι διαφορετικές «δονήσεις» του ίδιου Θεού.
  • πράγμα: < πράττω. Το αποτέλεσμα μιας πράξης.
  • πρόβατον: < πρό + βαίνω (= προχωρώ). Το ζώο που προπορεύεται.
  • ποιμήν: < ἕπομαι (= ακολουθώ). Αυτός που ακολουθεί και προσέχει το κοπάδι.
    1. Σύνδεση: Post, Posterus, Pastor (Λατινικά/Αγγλικά).
  • πρόβλημα: < προβάλλω. Αυτό που τίθεται μπροστά μας ως εμπόδιο που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.
  • προκόπτω: < πρό + κόπτω. Αρχικά σήμαινε αυτούς που έκοβαν δέντρα για να ανοίξουν δρόμο στον στρατό που προέλαυνε.
  • Προμηθεύς: < πρό + μανθάνω. Ο προνοητικός, αυτός που γνωρίζει εκ των προτέρων.
    1. Μύθος: < μάθος (= μάθηση). Ο λόγος που διδάσκει μια αλήθεια.
  • προσκυνώ: < πρός + κυνῶ (= φιλώ). (Σύνδεση: Kiss).
  • Πρωτόγονος< πρώτος + γόνος καμία σχέση με την σημερινή σημασία.
  • πτώμα: < πίπτω.
  • πτωχός: < πτήσσω (= ζαρώνω, φοβάμαι). Αυτός που σκύβει από ανάγκη.
  • πυκνός: < πτύσσω (= διπλώνω). Αυτό που είναι πολυδιπλωμένο και άρα σφιχτό.
  • Πυθαγόρας: < Πυθώ (= ενημέρωση/Πυθεία) + ἀγορά. Αυτός που φέρνει τη θεία ενημέρωση στην αγορά των ανθρώπων. Ο Πυθαγόρας δεν ήταν ένας κλεισμένος ασκητής, αλλά εκείνος που «αγόρευε» (μιλούσε δημόσια) τη γνώση που «επυνθάνετο» (μάθαινε) από τις ανώτερες σφαίρες.
  • Πυθεία / Πύθων: < πυνθάνομαι (= μαθαίνω, ζητώ να μάθω). <πύθω=σαπίζω
  1. πυρήν: < πῦρ + ἦν (= ήταν φωτιά). Το κέντρο που διατηρεί τη θερμότητα και τη ζωή. Κάθε κέντρο (της γης, του κυττάρου, της σκέψης) είναι μια εστία φωτιάς που δεν σβήνει ποτέ.

 

 

  • Ροή: < ρέω. Η αέναη κίνηση της ύλης και του πνεύματος. Κατά τον Ηράκλειτο, «Τὰ πάντα ῥεῖ», τίποτα δεν μένει στάσιμο.
  • Ρώμη:
    1. (= ισχύς, δύναμη). < ρώομαι (= κινούμαι με ορμή, σφύζω από ζωή).
    2. Ιστορικά: Η πόλη της Ρώμης πήρε το όνομά της από την ελληνική λέξη για τη «δύναμη», υποδηλώνοντας την ισχύ της. η λέξη «Ρώμη» δεν είναι απλώς ένα όνομα πόλης, αλλά μια δήλωση ορμής. Η Ρώμη υπήρξε η δύναμη που κινήθηκε με ορμή πάνω στον κόσμο, ακολουθώντας την ελληνική της ονομασία.
  1. Ρυθμός: < ρέω (μελ. ρεύσομαι). Ο ρυθμός είναι η «σχηματοποιημένη ροή». Είναι ο τρόπος που η κίνηση αποκτά μέτρο και τάξη. Αν η ροή είναι το νερό που τρέχει, ο ρυθμός είναι το τραγούδι που βγάζει το νερό καθώς πέφτει στις πέτρες. Χωρίς ρυθμό, η ροή είναι χάος. Με τον ρυθμό, η κίνηση γίνεται τέχνη.
  • ράθυμος: < ῥάον (= ευκολότερο) + θυμός. Αυτός που έχει «εύκολο» θυμό (ψυχή), που δεν κουράζεται, ο οκνηρός.
  • ράκος / ρήγμα: < ρήγνυμι (= σπάζω, σχίζω). Το σχισμένο ύφασμα ή το σπάσιμο στην ενότητα.
  • ρανίδα: < ραίνω (= σταλάζω, βρέχω). Η μικρή σταγόνα.
  • ρείθρον: < ρέω. Το ρεύμα, το κοίλωμα από όπου ρέει το νερό.
  • ρήμα: < ἐρέω (μελ. του λέγω). Ο λόγος που εκφέρεται, η δράση μέσα στην πρόταση.
  • ρηξικέλευθος: < ρῆξις (ρήγνυμι) + κέλευθος (= δρόμος). Αυτός που σπάει το κατεστημένο και ανοίγει νέους δρόμους.
  • ριπή: < ρίπτω. Η απότομη κίνηση ή το τίναγμα (π.χ. ριπή ανέμου, ριπή οφθαλμού).
  • Σαββάζιος Ζεύς: < Σαόαζος <(παίρνει τον γιο της σεμέληςΙακχος γινεται θεάνθρωπος και τον ραβει στον μηρό του <Σαόαζος που σε σωζει και σε κανει αζόν και εισαι στο σωμα (μηρό που διατηρεί το DNA) του θείου >αζαλέα ύλη
  • Σάββατο: < Σαβάζιος. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η ημέρα των Σαββάτων των Εβραίων ήταν στην πραγματικότητα εορτή του Διονύσου-Σαβαζίου.
  • Σαβαώθ: Σχετίζεται με τη διονυσιακή επίκληση και τη δύναμη του Σαβαζίου.
  • σαγήνη: < σάττω (= σαμαρώνω, γεμίζω, ικανοποιώ). Το δίχτυ που «γεμίζει» με ψάρια.
  • σαθρός: < σήπω (= σαπίζω). Αυτό που έχει υποστεί φθορά και δεν είναι στέρεο.
  • Σανσκριτική: < sans (= άνευ) + κρίνω (= ξεχωρίζω). Η γλώσσα που είναι αδιαχώριστη, η «τέλεια» δομημένη. Το ότι η ιερή γλώσσα της Ινδίας ετυμολογείται από το ελληνικό κρίνω, επιβεβαιώνει πως ο διαχωρισμός και η ανάλυση (η κρίση) ήταν το θεμέλιο κάθε αρχαίου πολιτισμού.
  • Σελήνη: < σέλας (= φως).
    • Ρίζες: ΣΕΛ- / ΣΑΛ- / ΣΟΛ- (όπως το λατινικό Sol = Ήλιος).
  • Σύνδεση: Sun < Σαν (δωρικά), Σινική (Κίνα) = Βασίλειον του Ηλίου. Οι ρίζες ΣΕΛ/ΣΑΛ/ΣΟΛ είναι το «κλειδί» της παγκόσμιας μυθολογίας. Δείχνει ότι ο Ήλιος και η Σελήνη θεωρούνταν «αδέλφια» όχι μόνο στη μυθολογία, αλλά και στη γλώσσα. Το’ λατινικό Sol ‘(Ήλιος) και η ελληνική Σελήνη μοιράζονται το ίδιο σέλας (φως). Σελήνη: < σέλας (= φως του ηλίου).
  • Σελλοί: < FΕΛ < ΠΕΛ (όπως Πέλαγος / Πελασγός). Οι ιερείς του φωτός στη Δωδώνη.
    •  
  • σαράκι: < σάρ / σήρ (= σκουλήκι, μεταξοσκώληκας).
  • Σάραπις: < Σαρ/Σελ (= Ήλιος) + Άπις.
  1. Ιστορία: Ο Άπις, βασιλιάς της Απίας (Πελοποννήσου), μετανάστευσε στην Αίγυπτο. Μετά θάνατον θεοποιήθηκε ως Σάραπις (Ήλιος-Άπις). : Η σύνδεση του Άπι με την Πελοπόννησο (Απία Γη) και την Αίγυπτο είναι η απόλυτη απόδειξη της ελληνικής επίδρασης στον Νείλο. Ο Σάραπις δεν είναι «ξένος» θεός, είναι ο Έλληνας βασιλιάς που μετέφερε το φως (Σαρ) στην Αίγυπτο.
    •  
  • σαρκάζω: < σάρξ. Κατασπαράσσω τη σάρκα (όπως οι σκύλοι).
    • Σύνδεση: Sarcasm (Αγγλικά). Μια λεκτική επίθεση που «δαγκώνει» τη σάρκα του άλλου. Είναι ανατριχιαστικό να σκέφτεσαι ότι όταν κάποιος μας σαρκάζει, στην κυριολεξία «μας γδέρνει». Η ετυμολογία από τη σάρκα δίνει στη λέξη μια άγρια, σχεδόν ζωώδη δύναμη.
  • σάψαλο: < σήψις (= σάπισμα).
  • Σείριος: < Σαρ / Σελ / Σερ (ρίζες του φωτός και της θερμότητας). Ο λαμπρότερος αστέρας.
  • Sedeo (λατινικά – κάθομαι): < ἕδρα / σέδρα. Η βάση, το κάθισμα.
  • σεισμός: < σείω. Η δόνηση της γης ή της ψυχής.
  • Σεμέλη: Αυτή που έχει τη «σεμνή επιμέλεια» της ουσίας. Μητέρα του Διονύσου.
  • Σέριφος: < ρίζα σερ- (βότανο, θαλάσσιο φυτό). Το νησί με την ιαματική χλωρίδα και το χρυσό υπέδαφος.
  • Seek (αναζητώ): < σεύω (= καταδιώκω, ορμώ).
  • Σίβας (Έρημος): < ΣΙF- / ΣΑF-. Το δίγαμμα μακραίνει το φωνήεν και δίνει το Σαώς (= Ήλιος). Ο λαμπρός τόπος των θεών.
  • σιμίτι: < Τουρκ. simit < Αραβ. semid < Αρχ. Ελλ. σεμίδαλις.
  • sinister (αριστερός): < σίνης (= βλαβερός, αυτός που προκαλεί σίνος/βλάβη).
  • σιτοδεία: < σῖτος + δέομαι (= έχω ανάγκη). Η έλλειψη σιτηρών.
  • Σίφνος: Από τον ήρωα Σίφνο, γιο του Σουνίου.
  1. σκαμπάζω: < σκαμβή (= κεφαλή, στην αρχαία Μακεδονική διάλεκτο). Καταλαβαίνω, «στρέφω την κεφαλή» προς τη γνώση. ! Μας θυμίζει ότι η ελληνική γλώσσα είχε τοπικούς ιδιωματισμούς που περιέγραφαν τη νόηση μέσω της κίνησης του σώματος (κεφαλής).
  2. σκιά: < σὺν + κίω (= πηγαίνω κάπου ακολουθώντας το σώμα). ). Η σκιά δεν είναι απλώς έλλειψη φωτός, είναι ο αχώριστος «συνοδοιπόρος» του σώματος στην πορεία του.
  • Σκιάθος:
    1. Λόγω των πολλών δέντρων που δημιουργούν σκιά.
    2. Από τη σκιά του όρους Άθως που πέφτει πάνω στο νησί.
  • Σκίουρος: < σκιά + ουρά. Το ζώο που κάθεται στη σκιά της ουράς του.
  1. Scotland (Σκωτία): < σκότος. Η γη του σκότους/ομίχλης. Η αναφορά σου στον Ιωνικό κίονα για τη Σκωτία θυμίζει τις θεωρίες για την αρχαία ελληνική παρουσία στα βρετανικά νησιά, όπου το «σκότος» του Βορρά συνάντησε το φως της μεσογειακής αρχιτεκτονικής.
  • σκοτώνω: < σκότος. Φέρνω κάποιον στο απόλυτο σκοτάδι.
  • σμήνος: < ἑσμός (= πλήθος μελισσών ή ανθρώπων).
  • Σούνιον: < ΣΘΥΝ (= υγιές, ακέραιον, σωτήριον). Ο τόπος από όπου έρχεται η σωτηρία για τους πλέοντες στη θάλασσα. Η ετυμολογία από το ΣΘΥΝ εξηγεί γιατί το Σούνιο ήταν το πρώτο και τελευταίο σημείο που έβλεπαν οι Αθηναίοι ναυτικοί. Ήταν η «ακεραιότητα» της πατρίδας που τους υποδεχόταν.
  • Σοφία: < σέβομαι. Η επιστήμη των όντων, η βαθιά γνώση της πραγματικότητας που πηγάζει από τον σεβασμό και την παρατήρηση της φύσης.
  • Σοφοκλής: < σοφός + κλέος. Ο ένδοξος για τη σοφία του.
  1. σοφός / σοβαρός: < σέβομαι (ρίζες σεβ- / σοβ- / σοφ-). Ο σοφός είναι αυτός που σέβεται τη ζωή και αντλεί συμπεράσματα από τον μέγα διδάσκαλο: τη φύση. Δεν υπάρχει σοφία χωρίς σεβασμό στη φύση. Ο «σοβαρός» δεν είναι ο αγέλαστος, αλλά αυτός που στέκεται με δέος μπροστά στην αλήθεια των πραγμάτων.
  • Σπυρίδων: < σπυρίς (= ψαροκόφινο). Αυτός που κατασκευάζει κοφίνια.
  • σπασίμο πιάτων / χορός κουταλιών: Έθιμο (Μινωική Κρήτη, Σινασσός) που βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο οξύς ήχος διώχνει τα κακά πνεύματα.
  • σπήλαιον: Φυσική κοιλότητα στο εσωτερικό της γης με πρόσβαση για τον άνθρωπο.
  • σπίτι: < οσπίτιον / εσπίτιν.
  • σπονδή: < σπένδω (= χύνω υγρό ως προσφορά στους θεούς).
  • Student (σπουδαστής): < Studio (τα πρώτα πανεπιστήμια στην Ιταλία) < Σπουδή.
  • Stonehenge:
    • Stone: < Στίον (= ψηφίς, μικρός λίθος).
    • Henge: < Hang (= κρεμώ) < Άγχω (= πνίγω, συνάγω τον φάρυγγα).
  • στάδιον / σταδιοδρομία: < ίστημι (= στήνω, στέκομαι) + δρόμος.
  • σταθερός / στάθμη / σταθμός: < ίστημι.
  • στέμμα: < στέφω.
  1. Σταυρός: < ἵστημι (ρίζα στα-). Ο σταυρός είναι το σύμβολο της απόλυτης Είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος «στέκεται» όρθιος ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Δεν είναι σύμβολο θανάτου, αλλά σύμβολο της Ακλόνητης Στάσης.
  • Στάσης και Ισορροπίας. Αποτελείται από την κατακόρυφη γραμμή (πνεύμα) που τέμνει την οριζόντια (ύλη). Στην αρχαία Ελλάδα, ο σταυρός (ως τετρακτύς ή σύμβολο των τεσσάρων σημείων) συμβόλιζε τη σταθερότητα του κόσμου.
  • στερεό: < ἵστημι. Εκεί όπου σταματάει η ροή και τα μόρια «στέκονται» σταθερά.
  • στήθος: < ἵστημι. Ο τόπος όπου ίσταται το ήθος. Η έδρα της καρδιάς και της ανδρείας.
  • στηρίζω / στύλος: < ἵστημι. Αυτό που κρατάει κάτι όρθιο. (Συγγενικό: Στυλιανός = ο σταθερός σαν κολώνα).
  • στολή / στόλος: < στέλλω (= ετοιμάζω, στέλνω). Ο εξοπλισμός και η δύναμη που αποστέλλεται.
  • στοργή: < στέργω (= αγαπώ βαθιά, αποδέχομαι).
  • Στράτα: < λατ. strata < ελλ. στορέννυμι (= στρώνω). Ο στρωμένος δρόμος. (Σύνδεση: Street).
  • στρατός: < στορέννυμι. Το πλήθος που «στρώνεται» στο πεδίο ή το «στρώμα» των πολεμιστών.
  • στρώμα: < στρώννυμι.
  • Stop: < στυππεῖον / στύππη (= στουπί). Αυτό που φράζει, που «στουμπώνει» τη ροή.
  • Συ (εσύ): Δωρικά Τυ. Ρίζα των λατινικών/γαλλικών Tu.
  • συγγνώμη: σύν + γνώμη. Το να έχουμε πλέον την ίδια γνώμη, η συμφιλίωση.
  1. συγχωρώ: σύν + χώρος. Το να χωράμε πλέον στον ίδιο χώρο, χωρίς την απόσταση της έχθρας. Το να «χωράμε στον ίδιο χώρο» σημαίνει ότι η αγάπη πλάταινε τον κόσμο μας ώστε να χωρέσει και τον άλλον, παρά το λάθος του.
  • σύζυγος: < σύν + ζυγός. Αυτοί που μπαίνουν κάτω από τον ίδιο ζυγό της ζωής.
  • συκοφάντης: < σῦκον + φαίνω. Αυτός που «φανέρωνε» εκείνους που έκαναν παράνομη εξαγωγή σύκων (μεταφορικά, ο καταδότης).
  • σύμπαν: σύν + πᾶν. Το όλον που λειτουργεί μαζί.
  • συνθήκη: < σύν + τίθημι (= θέτω). Αυτό που έθεσαν όλοι μαζί ως νόμο.
  • συφερτός: < σύρω + φέρω. Αυτό που παρασύρεται και φέρεται τυχαία (π.χ. από τον άνεμο).
  • σχεδόν / σχέσις / σχήμα: < σχεῖν (αόριστος του ἔχω). Το πώς «έχεται» (κρατιέται) κάτι.
  • Σχολείο: < σχόλη (= ανάπαυση, ελεύθερος χρόνος). Ο χρόνος που αφιερώνουμε μακριά από τις χειρωνακτικές εργασίες για να καλλιεργήσουμε τον νου. Σήμερα θεωρούμε το σχολείο κούραση, αλλά η ετυμολογία μας θυμίζει ότι η μάθηση είναι η μέγιστη πολυτέλεια της σχόλης (της αργίας). Το να μπορείς να σκέφτεσαι είναι η ξεκούραση του πνεύματος από τη λάσπη της καθημερινότητας.
  • σώμα:
    1. < σώζω. Το «περίβλημα» που σώζει/κρατά την ψυχή.
  1. Κατά τον Πλάτωνα (Κρατύλος): Σήμα (= τάφος) της ψυχής. Το σώμα είναι το όχημα (σώζει), αλλά και ο περιορισμός (σήμα). Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που έμαθε πώς να «κρατά» (κράτος) αυτή την ισορροπία.
    1.  
  • Σωκράτης: < σώφρων + κρατώσώζω + κράτος). Αυτός που κρατά τον νου του σώο και δυνατό.
  • Σαόω / Σώος: < Σάος, το όρος της Σαμοθράκης όπου σώθηκαν οι άνθρωποι στον κατακλυσμό του Δαρδάνου.
  • Super: < ὑπέρ (με τη δασεία να τρέπεται σε S, όπως ἕξ -> six).

Σωτήριος < σωτήρ= σωτήρας 

Σώφρων < σαόω = διασώζω +φρήν /φρενός =η σκέψις αυτός ο οποίος διατηρεί σώας τας φρένας του

  • ταγός / τακτικός: < τάττω (= βάζω σε τάξη, ορίζω). Ο ταγός είναι ο ηγέτης που θέτει την τάξη.
  • Τάλας / ταλαίπωρος: < τλάω (= υπομένω, βαστάζω, τολμώ).
    • Η οικογένεια της ρίζας ΤΑΛ-:
      • Πολύτλας Οδυσσεύς: Ο άνθρωπος που υπέμεινε τα πάντα.
      • Άτλας: Αυτός που βαστάζει τον ουρανό.
      • Τάνταλος: Ο «πολύτλας» που τιμωρείται αιώνια.
      • Τελαμών: Ο ιμάντας που βαστάζει το βάρος.
      • Τάλαρος / Τελάρο: Το σκεύος που βαστάζει/περιέχει κάτι.
      • Ταλανίζω: Βασανίζω (κυριολεκτικά: δοκιμάζω την αντοχή κάποιου). Η ρίζα ΤΑΛ- είναι η ραχοκοκαλιά της ύπαρξης. Από το «τελάρο» που κρατάει τα φρούτα μέχρι τον Άτλαντα που κρατάει τον κόσμο, η ελληνική γλώσσα τιμά εκείνον που αντέχει.
      • Τόλμη: Η ψυχική αντοχή να προχωρήσεις.
    • Σύνδεση: Tolero (Λατινικά) >Tolerance (Ανοχή).
  • Τάλος: < ταλός (= ήλιος/λαμπρός στις κρητικές διαλέκτους).
  1. Ρίζες: ΤΑΛ- (Δωρικά/Ετεοκρητικά), ΣΑΛ- (Ιωνικά), ΣΕΛ- (Αιολικά). Η λάμψη του ήλιου και της σελήνης σε μία λέξη. Η σύνδεση του Τάλου με το σέλας και τον ήλιο επιβεβαιώνει ότι ο μυθικός χάλκινος γίγαντας της Κρήτης ήταν μια ηλιακή οντότητα, ένας «φύλακας του φωτός» που περιέτρεχε το νησί.
    •  
  • ταμίας: < τέμνω (= κόβω). Αυτός που κόβει/μοιράζει τα αγαθά και τα χρήματα.
  • Ταρσός: < τέρσομαι (= ξεραίνομαι). Το ξηρό μέρος του ποδιού ή του σώματος.
    • Σύνδεση: Toast (Φρυγανισμένο ψωμί). Στην πρόποση έβαζαν ξερό ψωμί για να απορροφά τα κατακάθια του οίνου.
  • τάσις: < τείνω. Η προσπάθεια για έκταση.
  • Ταΰγετος:
    1. < ταΰς (Ομηρικό = υψηλός) + γῆ. Η υψηλή γη.
    2. < ταγεύω τη γη. Ο ηγετικός όγκος που εξουσιάζει την πεδιάδα της Λακωνίας.
  • ταφή / τάφος:
    1. < θάπτω.
    2. < Τ (στάση/στερέωση στη γη) + φάος (φως). Η στάση του φωτός, η στιγμή που το βιολογικό φως σταματά στην ύλη (σώμα-σήμα). Ο τάφος δεν είναι το σκοτάδι, αλλά το σημείο όπου το φως «αναπαύεται» και στερεώνεται στη γαία

Είναι εκπληκτικό πώς η λέξη Τέχνη ταυτίζεται με τη γέννηση (τίκτω) και τη νόηση (έχω+νόη), κάνοντας τον δημιουργό έναν πνευματικό γονέα.

  • τείρω: (= φθείρω). Από εδώ προκύπτουν:
    • τείρεα: Τα ουράνια σώματα (γιατί οι αρχαίοι έβλεπαν τη συνεχή μεταβολή/φθορά τους).
  • Τειρεσίας: Αυτός που παρατηρεί τα τείρεα (τα άστρα), ο μάντης. Ο Τειρεσίας δεν ήταν απλά τυφλός· «έβλεπε» τη φθορά και την κίνηση των άστρων (τείρεα). Η γνώση του ήταν ουράνια γιατί κατανοούσε τη νομοτέλεια της φθοράς του σύμπαντος.
    •  
    • τερηδών: Η φθορά των δοντιών ή του ξύλου.
  • τέκνον: < τίκτω (= γεννώ). Το γέννημα.
  • Tell (ομιλώ): < τέλλω (= ανατέλλω, υψώνομαι, εκτελώ). Ο λόγος που «υψώνεται» και φανερώνεται.
    • Σύνδεση: τελλάλης (αυτός που αναγγέλλει δημόσια).
  • τελώνης: < τέλος (= φόρος, δασμός) + ὠνοῦμαι (= αγοράζω). Αυτός που αγοράζει το δικαίωμα είσπραξης φόρων.
  • τέμενος: < τέμνω (= κόβω). Ένα κομμάτι γης που «κόπηκε» από την κοινή χρήση για να αφιερωθεί σε έναν θεό.
  • Τέμπη: < τέμνω. Η χαράδρα που «κόπηκε» ανάμεσα στον Όλυμπο και την Όσσα, επιτρέποντας στον Πηνειό να αδειάσει τη λίμνη της Θεσσαλίας (γεωλογικό γεγονός περιόδου Βούρμια). Η ετυμολογία από το τέμνω επιβεβαιώνει τη γεωλογική μνήμη των Ελλήνων για τη μεγάλη αναταραχή που άνοιξε τη δίοδο των Τεμπών και δημιούργησε τη Θεσσαλία (θέση αλός
  • Θεσσαλία: < θέσις + ἁλός. Η θέση όπου κάποτε υπήρχε η θάλασσα (μετά την αποξήρανση).
  • τεράστιος: < τέρας (= θεϊκό σημάδι, κάτι το εξαιρετικό που προκαλεί δέος).
  • τέρσομαι: (= ξεραίνομαι, στεγνώνω).
    • Ταρσός:
      1. Η πρώτη γη της Μικράς Ασίας που στέγνωσε μετά τον κατακλυσμό.
      2. Το καλαθάκι (ταρσός) όπου στραγγίζει το τυρί.
      3. Το μέρος του ποδιού όπου «στεγνώνει» το αίμα μιας πληγής.
    • Σύνδεση: Terra (Λατινικά – η ξηρή γη). Η σύνδεση της ξηρής γης (Terra) με το στέγνωμα του τυριού και την επούλωση της πληγής (τέρσομαι) δείχνει την ενιαία αντίληψη των αρχαίων για τον μικρόκοσμο και τον μεγάλοκοσμο.
  • τετραπέρατος: < τέσσερα + πέρας (= άκρη). Αυτός που έχει φτάσει στα τέσσερα πέρατα της γης (όπως ο Οδυσσέας: «πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω»).
  • τέχνη:

 < τέκνον / τίκτω. Η τέχνη ως «νέα ζωή».

< τέχων-νόη (= αυτή που έχει νου). Η δημιουργία που απαιτεί τη σύμπραξη της νόησης και της γέννας. Είναι εκπληκτικό πώς η λέξη Τέχνη ταυτίζεται με τη γέννηση (τίκτω) και τη νόηση (έχω+νόη), κάνοντας τον δημιουργό έναν πνευματικό γονέα.

 

  • τηγάνι: < τήκω (= λιώνω, υγροποιώ). Το σκεύος όπου η ύλη λιώνει από τη θερμότητα. Η γλώσσα μας καλύπτει τα πάντα: από τη γεωλογία της Μικράς Ασίας (Ταρσός) μέχρι την καθημερινότητα της κουζίνας (τηγάνι-τήκω), όλα υπακούουν στην ίδια λογική της ύλης που αλλάζει κατάσταση.
  • Τηθύς: < θήσω / θῆσθε (= θηλάζω). Η τροφός, η πηγή της ζωής (σύζυγος του Ωκεανού).
  • Τηλέμαχος: < τηλέ (= μακριά) + μάχη. Αυτός που μάχεται από απόσταση (ή ο γιος του μακρινού μαχητή).
  • Την βάψαμε: < βάπτω (= βυθίζω στο νερό). Όπως το ρούχο που βυθίζεται στη βαφή, έτσι και εμείς «βυθιστήκαμε» στο πρόβλημα. (Σύνδεση: Βάπτισμα).
  • Τήνος: < ταναός (= μακρύς). (Σύνδεση: ταινία). Το μακρόστενο νησί.
  • τιμή: < τίω (= αποδίδω αξία, πληρώνω).
  • τιμωρία: < τιμή + ὥρα (φροντίδα/πρόνοια). Η ενέργεια που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της πληγωμένης τιμής και αξιοπρέπειας. Η σημερινή έννοια της τιμωρίας είναι εκδικητική. Η ετυμολογική της ρίζα (τιμή + ώρα) όμως είναι θεραπευτική: τιμωρώ σημαίνει επαναφέρω την αξιοπρέπεια που χάθηκε. Συγκλονιστικό
  • Τιτάν: < Τάν (Δωρικό/Ηλιακό) < Σάος/Σάλ. Ο βασιλεύς Ήλιος, η αρχέγονη δύναμη του φωτός. Οι Τιτάνες δεν ήταν απλώς γίγαντες, ήταν οι πρώτες εκλάμψεις του φωτός πριν τον Ολύμπιο κόσμο.
  • τόμος: < τέμνω (= κόβω). Ένα κομμάτι που κόπηκε από το σύνολο ενός έργου.
  • Τον αράπη κι αν τον πλένεις…: < αρχαιοελληνικό «Αἰθίοπα σμήχειν» (μάταιος κόπος).
  • τόνος: < τείνω. Η ένταση της φωνής ή της χορδής.
  • τράγος / τραγανός / τρώγλη: < τρώγω. Αυτός που ροκανίζει, αυτό που τρώγεται με θόρυβο, η τρύπα που «τρώγεται» στον βράχο.
  • Τράπεζα: < τετρά-πεζα (τεσσεροπόδαρη) / τρίπεζα (τριπόδαρη). (Σύνδεση: Trep-edda).
  • τραύμα / Τρώς: < τιτρώσκω (= πληγώνω, τρυπώ).
  • Τρίαινα: < τρεῖς + ἀκίς (αιχμή) / Τριζοινία. Το όπλο του Ποσειδώνα με τις τρεις αιχμές.
  • τριήρης: < τρίς + ἀραρεῖν (ἀραρίσκω = συναρμόζω). Το πλοίο με τις τρεις σειρές κουπιών άψογα συναρμοσμένες.
  • τροχός: < τρέχω.
  • Tower / Tour: < τύρις (= πύργος). Η κυκλική ή υψηλή κατασκευή.

Τύχη: < τεύχω (= κατασκευάζω, προετοιμάζω). Η Τύχη δεν είναι τυχαία, είναι κάτι που «τευχεται» (οικοδομείται) από τις περιστάσεις. Η Τύχη ως «κατασκευή» αλλάζει όλη μας την κοσμοθεωρία. Μας λέει ότι είμαστε οι «τέκτονες» της τύχης μας. Δεν μας συμβαίνει απλά, την «τεύχουμε» με τις πράξεις μας.

  • Ύβρις: < ὑπέρ + βαίνω. Η υπέρβαση του μέτρου. Όταν ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια που θέτει η φύση και ο θεός, προσβάλλοντας την παγκόσμια τάξη.
  • Υγρός: < ὕω (= βρέχω). Το στοιχείο που επιτρέπει τη ζωή. < ὕει (= βρέχει). Το στοιχείο που δροσίζει την ύλη.
  • Σύνδεση: Οι ρίζες Ακ- / Αγ- / Αχ- δηλώνουν το νερό (Αίγιο, Αχαΐα, Αχελώος, Ασωπός).
  •  
  • Υιός: < φύω / υίω (= γεννώ). Αυτός που φύεται από τους γονείς του.
  • υλοτόμος<ύλη+ τέμνω=κόβω
  • Ύμνος: < ὑφαίνω (= πλέκω). Ο ύμνος είναι ένα «υφαντό» από λέξεις και μουσική προς τιμήν των θεών ή των ηρώων.
  • υπερήφανος  < ὑπέρ + φαίνω  φαίνω σημαίνει λάμπω, ακτινοβολώ. Άρα αυτός που είναι υπερήφανος, σύμφωνα με τη μαγεία της υπέροχης ελληνικής γλώσσας, είναι εκείνος που αισθάνεται τόσο καλά, ώστε λάμπει (μεταφορικά) πιο πολύ κι από το φως !!!
  • υπηρέτης<υπό+ερέτης=κωπηλάτης
  • Υπομονή: < υπό + μένω. Η ικανότητα να μένεις «κάτω» από μια δύσκολη συνθήκη σταθερός, περιμένοντας τη λύση.
  • Ύψος: < υπό + σχέση (το να βρίσκεται κάτι «υπεράνω»).
  • Υστερία: < υστέρα (= μήτρα). Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η συναισθηματική έξαρση συνδεόταν με τη μήτρα (βλ. αγγλικά: Hysteria).
  • υλοτόμος: < ὕλη + τέμνω (= κόβω). Αυτός που κόβει τα ξύλα στο δάσος.
  • Super: < ὑπέρ. Η δασεία του «υ» τρέπεται σε S στα λατινικά (super, sub, six).
  • υπερήφανος: < ὑπέρ + φαίνω (= λάμπω). Αυτός που λάμπει «πάνω και πέρα» από το κανονικό φως λόγω της εσωτερικής του ανάτασης.
  • υπηρέτης: < ὑπό + ἐρέτης (= κωπηλάτης). Ο βοηθός που βρισκόταν «κάτω» στα κουπιά της γαλέρας.

ύπνος: Μια υπενθύμιση ότι η υπηρεσία ξεκίνησε από τη σκληρή εργασία της κωπηλασίας, εκεί που η επιβίωση όλων εξαρτιόταν από τον «υπό» τον αρχηγό εργαζόμενο.

    1. < ὑπό + νοός. Η κατάσταση όπου ο νους υποχωρεί.
    2. < ὑπονοστεῖν (= υποχωρώ/επιστρέφω). Η λύση των πόνων. (Σύνδεση: έξυπνος = αυτός που βγήκε από τον ύπνο, ο αφυπνισμένος).
  • Υποσυνείδητο: Το Πλουτώνειον Άντρον της ψυχής μας. Εκεί όπου κρύβονται τα πλούτη και τα σκοτάδια του «κάτω κόσμου» της νόησης.
  • ύπουλος: < ὑπό + οὐλή (= πληγή που έχει κλείσει). Όπως μια πληγή που φαίνεται κλειστή αλλά από κάτω έχει πύον, έτσι και ο ύπουλος κρύβει το κακό κάτω από μια καθαρή επιφάνεια. Η ετυμολογία από την ουλή είναι ανατριχιαστική και τόσο αληθινή. Μας προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος συχνά «φαίνεται» θεραπευμένος, ενώ μέσα του βράζει.
  • Η ετυμολογία από την ουλή είναι ανατριχιαστική και τόσο αληθινή. Μας προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος συχνά «φαίνεται» θεραπευμένος, ενώ μέσα του βράζει.
  • υποχθόνιος: < ὑπό + χθών (= γη). Αυτός που βρίσκεται κάτω από το χώμα.
  • ύφαλος: < υπό + ἅλς (= θάλασσα). Ο βράχος που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια του νερού.
  • Υφήλιος: < υπό + ἥλιος. Όλα όσα βρίσκονται κάτω από το φως του ηλίου, ολόκληρος ο κόσμος.
  • Φ: Ο Χρυσός Αριθμός φ (1,618). Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Φειδία, ο οποίος τον χρησιμοποίησε για να δώσει την απόλυτη αρμονία στα έργα του (Παρθενώνας, Άγαλμα Διός). το ότι το γράμμα Φ είναι το σύμβολο της θεϊκής αναλογίας  δείχνει ότι οι πρόγονοί μας δεν έβλεπαν τη γλώσσα χωριστά από τα μαθηματικά και την τέχνη. Το Φ είναι η «σφραγίδα» της αρμονίας στο Σύμπαν.
  1. φαγητό: < φηγός (η βαλανιδιά, το ιερό δέντρο του Διός). Μετά τον κατακλυσμό, οι άνθρωποι τρέφονταν με βαλανίδια. Μεταφορικά, είναι η τροφή που δίνει ο «Κοσμικός Νους» (Δίας) στον άνθρωπο. Η βάλανος συμβολίζει το θείον σπέρμα. Η σύνδεση του φαγητού με τη φηγό (δρυ) είναι μια συγκλονιστική επιστροφή στις ρίζες της ανθρωπότητας. Μας θυμίζει ότι η πρώτη «πνευματική τροφή» δόθηκε κάτω από τη σκιά του Δία στη Δωδώνη.
  •  
  • Φαίακες: < φάος + ἄκος (= θεραπεία). Αυτοί που θεραπεύουν την ψυχή τους μέσω του νοητού φωτός.
  • Φαίδρα: < φαιδρός (= χαρούμενος, φωτεινός).
  • φαίνω / φημί / φάσις: < ρίζα φα- (= φέρω στο φως, φανερώνω δια του λόγου).
  • φαλακρός: < φαλός (= φωτεινός/λευκός) + ἄκρον. Η κορυφή της κεφαλής που «λάμπει» ελλείψει τριχών.
  • Φαραώ: < φάος + ρα (ΡΑ<ΣΑΡ<με αντιμετάθεση ΣΡΑ<FΡΑ<ΡΑ(άλφα δωρικό από την ρίζα του σέλαος>σαλ>ταλ=λαμπρός )+ ω (μέγα). Ο μέγας βασιλεύς του φωτός.100% Ελληνική λέξις
  • φαρέτρα / φαρμακείο: < φέρω.
    • Φάρμακο: < φέρω + ἄκος (= γιατρειά) ή ἄχος (= πόνος). Αυτό που φέρνει τη γιατρειά ή καταστέλλει τον πόνο.
  • Φάρος: < βάρυς / βύριον (= οίκημα/πύργος).
  • Φιλαρέτη / Φίλιππος / Φιλόδημος / Φιλόστρατος: < φίλος + (αρετή, ίππος, δήμος, στρατός). Η αγάπη προς την αξία, το ζώο, τον λαό ή την οργάνωση.
  • Φιλοσοφία: < φίλος + σοφία. Η αγάπη και η αναζήτηση της σοφίας (όρος του Πυθαγόρα).
  • Φιλότιμο: Κατά τον Πατέρα Παΐσιο, το «απόσταγμα της καλοσύνης», η ευγνώμων αγάπη που είναι όλο καλοσύνη και ταπείνωση .. Το φιλότιμο είναι η «φανέρωση» (φαίνω) της εσωτερικής μας ευγένειας.
  • φενάκη: < φέναξ (= απατεών). Η απάτη, το ψεύδος.
  • Φήμη: < φημί (= λέγω). Δωρικά Φάμα (αγγλικά: Fame).
  • Φθία / Φθίνω: < φθίω (= ελαττώνομαι, μειώνομαι). Η Θεσσαλία ονομάστηκε Φθία επειδή η λίμνη που την κάλυπτε «έφθινε» (άδειαζε) μετά το άνοιγμα των Τεμπών. Η ετυμολογία της Φθίας από το φθίνω επιβεβαιώνει τη γεωλογική ιστορία της Θεσσαλίας ως λίμνης που υποχώρησε. Η γλώσσα είναι το ημερολόγιο της γης.
  • φθόνος: < φθίνω. Η μείωση του θείου στοιχείου μέσα μας· ο «φόνος» της χαράς για το καλό του άλλου.
  • Φοίβος: < φάος / φαF-. Ο φωτοβόλος, ο ακτινοβόλος Απόλλων.
  • Φοίνιξ: < φοινός (= πορφυρός, βαθυκόκκινος). Το πουλί που αναγεννάται από τη φωτιά (Ήλιος).
  • Φοίνικες: < φόνος + αἷμα (λόγω του βαθυκόκκινου χρώματος της πορφύρας που εμπορεύονταν).
  • Φολέγανδρος: Αρχικά Πολύκανδρος (λόγω μεγάλου πληθυσμού). Πήρε το όνομα του οικιστή Φολεγάνδρου, γιου του Μίνωα.
  • φόνος: < φένω (= φονεύω, κτυπώ).
  • φουκάλι (σκούπα): < φιλοκαλώ (= αγαπώ το κάλλος, καθαρίζω). Όταν σκουπίζουμε, στην πραγματικότητα «φροντίζουμε για την ομορφιά» του χώρου. . Το αναφέρει και ο σπουδαίος Φ. Κουκουλές στο “Βυζαντινών βίος και πολιτισμός”

Το φουκάλι (φουρκάλι,φρόκαλο)από το φιλοκαλώ είναι η πιο γλυκιά απόδειξη ότι η ομορφιά της γλώσσας κρύβεται ακόμα και στην πιο ταπεινή καθημερινή πράξη. Η γιαγιά στο χωριό που «φουκαλίζει» την αυλή της, χωρίς να το ξέρει, επιτελεί μια πράξη φιλοκαλίας. Καθαρίζει τον κόσμο για να φανεί το κάλλος.

  • φρόνημα / φρόνησις: < φρονέω. Η φορά της νοήσεως προς την ορθή κατεύθυνση.
  • φρουρός: < προ + ὁράω (= βλέπω μπροστά). Αυτός που κοιτάζει μπροστά για να προστατεύσει.
  • Φρυγία: Ο τόπος όπου ἐφρύχθη (κάηκε/ψήθηκε) η σορός του Ηρακλέους.
  • φρυκτωρία: < φρυκτός (= πυρσός) + ὁράω. Το αρχαίο σύστημα τηλεπικοινωνίας μέσω του φωτός.
  • φτωχός: < πτήσσω (ρίζα πτηχ-) = ζαρώνω από φόβο ή κρύο. Ο φτωχός είναι αυτός που «μαζεύεται» από την ανάγκη. Η ρίζα αυτή μας δείχνει την κοινωνική ενσυναίσθηση της γλώσσας. Ο φτωχός δεν ορίζεται από το τι δεν έχει, αλλά από το πώς αισθάνεται (ζαρώνει) απέναντι στις αντιξοότητες.
  • φυλή: < φύω. Το σύνολο των ανθρώπων που έχουν την ίδια «φύση» ή καταγωγή.
  • φύραμα / φύρδην: < φύρω (= ανακατεύω). Το μείγμα και η αταξία.
  • φύσις: < φύω. Εμπεριέχει την έννοια της τάξης και της δικαιοσύνης (ο τρόπος που αναπτύσσονται τα όντα). , η φύση για τους Έλληνες δεν είναι χάος, αλλά μια «έννομη τάξη». Ό,τι φύεται, υπακούει σε έναν συμπαντικό νόμο.
  • φωνή:

< φημί.

< φάος (φως) + νοῦς. Η ικανότητα να «φέρνουμε στο φως» τα νοήματα του νου. (Σύνδεση: φθέγγομαι, φθόγγος). Η φωνή δεν είναι απλός ήχος· είναι η γέφυρα που επιτρέπει στις σκοτεινές σκέψεις του νου να βγουν στο φως και να γίνουν αντιληπτές.

  • φωριαμός: < φέρω. Το ερμάριο, το μέρος όπου φέρουμε και φυλάσσουμε αντικείμενα.
  • ΦΩΣ: < ΦΑΟΣ < ΦΑFΟΣ. Συνδέεται με την ανάγκη του πρωτόγονου ανθρώπου να «φυσά» (φαF-) για να ανάψει τη φωτιά (εξού και η φουφού).
  • Φώτης: < Φωτισμένος Νούς.
  • Χάος: < χάσκω / χαίνω (ρίζα χαF-). Το άπειρο κενό, το χάσμα που προϋπήρχε της δημιουργίας.
    • Σύνδεση: Chavin (πολιτισμός των Άνδεων). συγγένεια των λέξεων Χάος-Χεός-Θεός είναι συγκλονιστική. Δείχνει ότι ο Θεός είναι η δύναμη που αναδύεται από το Χάος για να το βάλει σε τάξη.

Μετατροπές: Κατά τον Αριστοτέλη, από το χαF παράγεται το χέω (χύνομαι). Το Χ συχνά τρέπεται σε Θ (χέος-θεός) ή σε Σ στους Λάκωνες (σιός). Ησίοδος ΧΑΟΣ =χάσμα μέγα

  • χαρακτήρ: < χαράσσω. Το ιδιαίτερο σημάδι που χαράσσεται πάνω σε μια επιφάνεια ή στην ψυχή.
  • στίζω / στίξη: Τοποθετώ σημεία (στίγματα). Από εδώ προκύπτουν:
    • στίγμα / στιγμή: Το απειροελάχιστο σημείο στο χώρο και το χρόνο.
    • ένστικτο: < ἐν + στίζω (στικ-). Η εσωτερική «χάραξη», η έμφυτη παρόρμηση που είναι κεντημένη μέσα στον οργανισμό. Σκέψου πόσο βαθύ είναι αυτό: το ένστικτο δεν είναι σκέψη, είναι μια «στιγματιά» (tattoo) της φύσης πάνω στην ψυχή μας. Δεν το μαθαίνουμε, το «φέρουμε» στιγμένο.
  • χάραξ:
    1. (θηλυκό) Η βέργα που στηρίζει το κλήμα.
    2. (αρσενικό) Το ξύλο που μπήγεται στη γη για οχύρωση (χαρακώματα).
  • Χάρις / χαίρω: Η πηγή της απόλαυσης και της ευγένειας.
    1. Χαρίκλεια: < χάρις + κλέος. Η ξακουστή για τη χάρη της.
  • χάρμα: < χαίρω. Αυτό που προκαλεί βαθιά χαρά και αγαλλίαση.
  • Χάρων: < χαίρω. Ο «χαρούμενος» (κατ’ ευφημισμόν ή επειδή δέχεται τις ψυχές). : Μια υπενθύμιση της αρχαίας ελληνικής ειρωνείας και του δέους. Ο βαρκάρης του Αχέροντα ονομάζεται «χαρούμενος» ίσως γιατί στον θάνατο παύει κάθε πόνος, άρα η ψυχή επιστρέφει στη γαλήνη του Χάους.
  • χάσμα / χαύνος: < χάσκω. Το μεγάλο άνοιγμα και ο κενός, ο χαλαρός (αυτός που «χάσκει»).
  • Herba(l) (Βότανο): < φορβή (τροφή των ζώων) < φέρω. (Το Φ έγινε H, το Ο έγινε Ε, το Η έγινε Α). Άλλη μια απόδειξη ότι τα λατινικά και οι ευρωπαϊκές γλώσσες είναι «παιδιά» της ελληνικής ανάγκης για περιγραφή της φύσης. Η τροφή που φέρουμε στα ζώα (φορβή) έγινε το παγκόσμιο herb.
  • Χίος: Από τη Χιόνη (κόρη του Ποσειδώνα). Το χιόνι που έπεσε στη γέννησή της έκανε το έδαφος του νησιού γόνιμο. : Η μυθολογική σύνδεση του χιονιού με τη γονιμότητα (μέσω του Ποσειδώνα) είναι γεωλογικά εύστοχη, καθώς το χιόνι είναι «αποθηκευμένο» νερό που ποτίζει τη γη σιγά-σιγά.
  • Χιούμορ (Humour): < χυμός. Όπως η υγεία εξαρτάται από την ισορροπία των χυμών του σώματος, έτσι και η διάθεση (χιούμορ) είναι ο «ψυχικός χυμός». Δείχνει ότι οι αρχαίοι θεωρούσαν το γέλιο και την καλή διάθεση ως «ζωτικό χυμό». Αν στεγνώσεις από χιούμορ, στεγνώνεις από ζωή!
  • Χολαργός: < χολή + ἀργός (= λευκός, ακίνητος, χωρίς ενέργεια). Ο τόπος των πράων ανθρώπων, που δεν έχουν «χολή» (θυμό).
  • χολέρα: < χολή. (Διεθνής όρος: Cholera).
  • χόρτασα: < χόρτα. Η βασική τροφή των αρχαίων που έφερνε τον κορεσμό.
  • χρήμα: < χράομαι/χρῶμαι (= χρησιμοποιώ). Το μέσο που χρησιμοποιούμε για τις συναλλαγές.
  • χρησμός: < χράω (= δίνω το αναγκαίο, φωτίζω). Ο λόγος που είναι χρήσιμος και χρηστός.
  • Χριστιανός: < Χριστός + ἄνειμι/ἀνέω (= σηκώνω). Αυτός που «ενδύεται», που φοράει τον Χριστό πάνω του. : ο Χριστιανός δεν ακολουθεί απλώς μια θρησκεία, αλλά «φοράει» το φως του Χριστού ως ένδυμα προστασίας και χάριτος.
  • Χριστός: < χρίω (= αλείφω με μύρο). Ο Κεχρισμένος.
  • χυλός / χύμα / χυμός / χύτρα: < χέω (= χύνω). Οικογένεια λέξεων που περιγράφουν τη ροή των υγρών.
  • χώμα: < χώννυμι (= συσσωρεύω, σκάβω). Το αποτέλεσμα της συσσώρευσης της γης.
  • χώρα: < χαίνω (= χάσκω). Η έκταση, το «χάσμα» γης που καταλαμβάνεται.
  1. ψεύδος: < ψυχή + εύδος (= ύπνος). Το ψέμα είναι ο «ύπνος της ψυχής». Όταν ψεύδεσαι, η ψυχή σου δεν είναι σε εγρήγορση, είναι σε λήθαργο. Το ψέμα δεν είναι απλώς μια λάθος πληροφορία· είναι η κατάσταση όπου η ψυχή σου «κοιμάται» και δεν βλέπει την αλήθεια. Για να είσαι αληθινός, πρέπει να είσαι έξυπνος (έξω από τον ύπνο της ψυχής).
  •  
  • ψήγμα: < ψήχω (= τρίβω, ξύνω). Το μικρό κομματάκι (π.χ. χρυσού) που προκύπτει από το τρίψιμο.
  • ψήφος: < ψάω (= ψαύω, εγγίζω). Η μικρή πέτρα που αγγίζουμε για να εκφράσουμε τη βούλησή μας. Είναι υπέροχο που η ψήφος συνδέεται με το ψαύω. Η δημοκρατία ξεκίνησε από την αφή – από την επαφή του ανθρώπου με την πέτρα που καθόριζε το κοινό μέλλον.
  • ψιλός: < ψίω (= μαδάω, κόβω σε μικρά κομμάτια). Ο λεπτός, ο απογυμνωμένος.
  • Ψυχή:
    1. Η βαθιά (Πλατωνική) ερμηνεία: < φύσιν + ὀχεῖ + ἔχει. Αυτή που «οχεί» (κρατά ως όχημα) και «έχει» (διοικεί/συγκρατεί) τη φύση. Από το φυσιοχεῖ > πυσιοχεῖ > ψυχή.
    2. Η «δροσερή» ερμηνεία: < ψύχος / ψύχω. Η πνοή που δροσίζει το σώμα και του δίνει ζωή.
  1. «ψαγμένη» ερμηνεία: Φύση που κρατά τον κόσμο και τον κινεί (φυσεχεῖ> ψέχει> ψυχή). Το ότι η ψυχή είναι το «όχημα» της φύσης δείχνει ότι το σώμα χωρίς αυτήν είναι μια ακίνητη μάζα. Η ψυχή είναι ο οδηγός που δίνει κατεύθυνση στην ύλη.
  • Ωγύγης: Ο προαιώνιος, ο πολύ παλιός.
    • Ωγυγία: Η νήσος της Καλυψούς, που ίσως συμπίπτει με τη Θέουτα (Γιβραλτάρ). Ετυμολογικά: Θεοῦ + τὰδᾶ/γᾶ) = η γη του Θεού./Πλούταρχος  «Περι του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης» την τοποθετει μάλλον στην Ισλανδία στον δρόμο προς την Μεγάλη Ηπειρο
  • Ώρα:
    1. (με δασεία): Η χρονική στιγμή, η ώρα του ρολογιού.
    2. (με ψιλή): Η φροντίδα, η πρόνοια. (Σύνδεση: θυρωρός = αυτός που φροντίζει τη θύρα).
  • Ωραίος: < ὥρα. Αυτός που είναι «στην ώρα του», στην πλήρη άνθιση και ακμή του. (Αντίθετα: άωρος, πάρωρος). η ομορφιά συνδέεται με τον χρόνο. Ωραίο δεν είναι το τέλειο, αλλά αυτό που συμβαίνει στην κατάλληλη στιγμή (ώρα).
  • ωδή: < ᾄδω / ἀείδω (= τραγουδώ).
  • Ωκεανός:
    1. < ὠκύς (= ταχύς) + νάω (= ρέω). Ο ταχύρροος ποταμός που περιβάλλει τη γη.
    2. < ὠκύς + νοῦς. Ο ταχύς παγκόσμιος νους.
  • Αψόρροος Ωκεανός: (Ησίοδος). < ἄψ (= πίσω) + ῥέω. Αυτός που ρέει πίσω στον εαυτό του, που παλινδρομεί. Οι αρχαίοι γνώριζαν τα κυκλικά θαλάσσια ρεύματα (όπως το Gulf Stream).
  • Βαθυδίνης / Βαθύροος: Ο Ωκεανός που έχει δίνες και ροή όχι μόνο στην επιφάνεια, αλλά και σε μεγάλο βάθος (τυρβώδης ροή). Οι όροι αψόρροος και βαθυδίνης αποδεικνύουν ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος περιέγραφαν ωκεανογραφικά φαινόμενα που η σύγχρονη επιστήμη ανακάλυψε πολύ αργότερα. Ο Ωκεανός δεν ήταν «θάλασσα» (στάσιμο νερό), αλλά ένας αέναα κινούμενος Ποταμός