ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ ΤΩΝ «ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ» ΛΕΞΕΩΝ
- ΑΓΑΣ (δεσποτικός-αυταρχικός): Προέρχεται από το ρήμα ΑΓΩ (μεταφέρω, κατευθύνω, οδηγώ), εξ ου και ΑΓΙΟΣ (Καθοδηγητής). Άλλη εκδοχή το θέλει εκ του ΜΕΓΑΣ, με τροπή του Ε σε Α [(Μ)ΑΓΑΣ].
- ΑΓΙΑΖΙ (πρωινός ή νυχτερινός κρύος αέρας): Από το ΓΑΙΑΖΕ, ο αέρας που προέρχεται από τη γη (γαία/στεριά).
- ΑΛΑΝΑ (ανοιχτός χώρος): Από το ελληνικό Αλώνι. Στις ευρωπαϊκές γλώσσες, λόγω της δασείας, το (Σ)αλώνι έγινε Σαλόνι και κατέληξε Σαλούν.
- ΑΛΑΝΙ (αλήτης): Από το ρήμα ΑΛΑΟΜΑΙ (περιπλανώμαι) και τη λέξη ΑΛΗ (αδιάκοπη περιπλάνηση).
- ΑΦΕΝΤΗΣ – ΑΦΕΝΤΙΚΟ (ηγεμών, κύριος): Από το ΑΥΘΕΝΤΗΣ (αυτός + άνυμι = φέρω εις πέρας).
- ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΣ (αχρείος, αχάριστος): Από το στερητικό α + χαΐρι, το οποίο προέρχεται από το ελληνικό ΧΑΡΙΣ.
- ΑΧΟΥΡΙ (στάβλος): Από το ΑΧΥΡΟΝ / ΑΧΥΡΩΝ (στα Περσικά αχβάρ).
- ΑΧΤΙ (μίσος, φόρτιση): Από το ΑΧΘΟΣ (βάρος).
- ΓΙΑΚΑΣ (περιλαίμιο): Από την ΟΥΪΑ (ΟΥΓΙΑ), που σημαίνει την άκρη ή το τελείωμα του υφάσματος.
- ΓΙΑΟΥΡΤΙ (πηγμένο γάλα): Από το ΥΑΡΤΟΣ, με τη συνήθη τροπή του Υ σε Γ (όπως το Ύαλος έγινε Γυαλί).
- ΓΙΑΡΜΑΣ (το ώριμο ροδάκινο): Από το ρήμα ΩΡΙΜΑΖΩ.
- ΓΙΑΠΙ (οικοδομή): Από το τουρκικό yap (κτίζω), που ανάγεται στο ελληνικό ΑΠΤΩ (προσκολλώ).
- ΓΙΑΧΝΙ (αχνιστός): Από το ρήμα ΑΧΝΙΖΩ.
- ΓΙΛΕΚΟ (περιθωράκιον): Από τη λέξη ΓΛΟΚΚΗ, είδος ενδύματος.
- ΓΙΟΥΡΟΥΣΙ (επίθεση): Σχετίζεται με το ΓΙΟΥΧΑ (αποδοκιμασία) και την αρχαιοελληνική ΙΑΧΗ.
- ΓΚΑΪΝΤΑ (άσκαυλος): Από το ΓΟΑΩ (θρηνώ, βογκάω), ρίζα της λέξης ΓΟΗΣ.
- ΓΛΕΝΤΙ (διασκέδαση): Από το ΕΚΛΕΝΤΙΟΝ (υφαντό), αλλά και την εορτή μετά το πέρας της εργασίας.
- ΖΑΜΑΝΙΑ (μεγάλο χρονικό διάστημα): Σύνθεση του ΖΑ (επιτατικό μόριο) + ΜΗΝ (μήνας). ΖΑΜΗΝ(ΙΟΝ) > ΖΑΜΑΝΙ.
- ΖΟΡΙ (δυσκολία): Από το ΖΑ (επιτατικό) + ΟΡΙΟΝ (Ζαόριον). Επίσης, ο ΖΟΡΜΠΑΣ προκύπτει από το ΖΟΡΙ + ΒΙΩ (αυτός που ζει επικινδύνως στα όρια).
- ΚΑΒΟΥΡΔΙΖΩ (φρυγανίζω): Από το ΚΑΠΥΡΟΣ (ξηρός).
- ΚΑΪΚΙ (βάρκα): Από το ΑΚΑΤΙΟΝ < ΑΚΑΤΟΣ.
- ΚΑΛΕΜΙ (γραφίδα): Από το ΚΑΛΑΜΟΣ (καλάμι).
- ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙ (λιθόστρωτο): Από το ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΕΙΟΝ.
- ΚΑΤΣΙΚΑ (ερίφι): Στα τουρκικά keçi (από το αλβανικό kac = σκαρφαλώνω). Όμως ελληνικά προέρχεται από το (F)ΑΙΞ (ΑΙΓΑ), που παραφθαρμένο έγινε ΚΑΙΚΣ και τελικά ΚΑΤΣ. Συνδέεται με την Αίγα Αμάλθεια, την τροφό του Διός, από το δέρμα της οποίας φτιάχτηκε η Αιγίδα.
- ΚΕΦΤΕΣ: Από το ΚΟΠΤΑΙ > ΚΟΦΤΑΔΕΣ, δηλαδή το κοπτόν κρέας.
- ΚΙΜΑΣ (ή ΚΕΜΑΣ): Από το ΚΕΑΖΩ (κόπτω).
- ΚΙΟΣΚΙ (περίπτερο): Από το ΣΥΣΚΙΟΣ (σκιασμένος), εκ του ΣΚΙΑΖΩ.
- ΚΟΛΑΪ (ευκολία): Από την ΕΥΚΟΛΙΑ.
- ΚΟΥΣΟΥΡΙ (ελάττωμα): Από το ΚΟΥΤΣΟΥΡΟΝ, που αντιστοιχεί στο KU-SU-RO της Γραμμικής Β΄ (πρβλ. ξύλον απελέκητον).
Σημείωση για τη Γραμμική Β΄: Πολλές λέξεις που θεωρούνται ξένες προϋπάρχουν στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄, όπως το KNOW (KO-NO-SO / Γιγνώσκω), το QUATRE (QUE-TRO / Τέσσερα) και το MOTHER (MA-TE-RE / Μήτηρ).
- ΛΑΓΟΥΜΙ (υπόνομος): Από τη λέξη ΛΑΚΚΟΣ.
- ΜΑΓΙΑ (προζύμη): Από το ΜΑΣΣΩ (ζυμώνω).
- ΜΕΖΕΣ (ορεκτικά): Από τα ΜΕΖΕΑ (γεννητικά μόρια ζώων – μικρά τεμάχια κρέατος).
- ΜΕΡΑΚΙ (πόθος): Από το ΙΜΕΡΑΚΙΟΝ < ΙΜΕΡΟΣ (πόθος).
- ΜΕΡΕΜΕΤΙ (επισκευή): Από τη λέξη ΜΑΡΗ (χείρ/χέρι), εργασία δια χειρός.
- ΜΠΑΚΑΛΗΣ (παντοπώλης): Από το ΒΑΚΑΛΑΟΣ > ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΣ, λόγω της οσμής στα παντοπωλεία.
ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ <) βάκλα, η και μπάκλα (ουσ.) (γεν. πληθ. -ών) μεγάλο ραβδί που χρησιμοποιούν για να χτυπάνε και να ρίχνουν τους καρπούς (κυρίως ελιές, αμύγδαλα κ.λπ.) από τα δέντρα, κοινά ραβδιστήρι. Πριν οι Τούρκοι πατήσουν το πόδι τους στη Μικρά Ασία, οι Βυζαντινοί και οι Αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν ένα γλυκό που λεγόταν Κοπτή (ή κοπτοπλακούς).
- Τι ήταν; Στρώσεις από λεπτά φύλλα ζύμης, ανάμεσα στα οποία έβαζαν καρύδια, αμύγδαλα και μέλι.
- Η Ετυμολογία: Η λέξη «κοπτή» προέρχεται από το ρήμα κόπτω, επειδή το γλυκό κοβόταν σε μικρά κομμάτια (ρόμβους ή τετράγωνα) πριν ή μετά το ψήσιμο. Ακριβώς όπως ο μπακλαβάς!
- ΜΠΕΛΑΣ (ενόχληση): Από το ΒΕΛΛΙΟΝ (ατυχές) ή το ΒΕΛΑΣ (είρων).
- ΜΠΟΛΙΚΟΣ (άφθονος): Από το ΠΟΛΥΣ.
- ΜΠΟΣΤΑΝΙ (λαχανόκηπος): Από το ΒΟΤΑΝΟΝ / ΒΟΤΑΝΗ.
- ΜΠΟΥΖΙ (πάγος): Τουρκικά buz, από το ελληνικό ΠΑΓΟΣ / ΠΗΓΝΥΜΙ (πήζω).
- ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ (άτακτο πλήθος): Από το ΠΛΕΟΣ / ΠΛΗΡΗΣ ή ΠΟΛΥΣ.
- ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΣ (παχουλός): Τουρκικά bolluk, από το ΠΟΛΛΟΥ / ΠΟΛΥΣ.
- ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ (φυλακή): Παραφθορά του ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ, λόγω των σκοτεινών υπογείων (πρβλ. ΙΣΤΑΜΠΟΥΛ < ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ).
- ΝΑΖΙ (φιλαρέσκεια): Από το ΝΕΑΖΩ (κάνω το μικρό/νέο).
- ΝΤΑΝΤΑ (τροφός): Από την ΤΙΤΘΗ (τροφός).
- ΝΤΕΛΑΛΗΣ (διαλαλητής): Από το ΔΙΑΛΑΛΩ (Δ > ΝΤ).
- ΝΤΙΒΑΝΙ (κρεβάτι): Από το ΔΙΒΑΝΙΟΝ (ανάκλιντρο).
- ΠΑΖΑΡΙ (αγορά): Από το ΠΕΖΟΣ + ΠΟΡΕΥΟΜΑΙ (πεζέμπορος).
- ΠΑΠΟΥΤΣΙ (υπόδημα): Από το ΠΑΤΩ + ΠΟΥΣ (πόδι).
- ΣΕΝΤΟΥΚΙ (κιβώτιο): Από το ΣΑΝΔΥΞ (γενική: Σάνδυκος).
- ΣΙΝΑΦΙ (συντεχνία): Από το ΣΥΝΑΦΗΣ / ΣΥΝΑΦΕΙΑ (συνένωση).
- ΣΟΪ (καταγωγή): Από τη φράση ΣΟΙ (οι δικοί σου).
- ΤΕΦΤΕΡΙ (κατάστιχο): Από τη ΔΙΦΘΕΡΑ (κατεργασμένο δέρμα).
- ΤΣΙΜΠΟΥΣΙ (φαγοπότι): Από το ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ.
- ΦΑΡΑΣΙ (σκουπιδολόγος): Από το ρήμα ΦΕΡΩ.
- ΦΕΡΕΤΖΕΣ Στην αρχαία ελληνική γλώσσα, από το ρήμα φέρω, είχαμε τη λέξη φορέω-ώ (φοράω) και το φόρημα (αυτό που φοριέται, το ένδυμα).
- Στους βυζαντινούς χρόνους, το μακρύ, εξωτερικό ένδυμα που «έφεραν» οι άνδρες και οι γυναίκες ονομάστηκε φορεσία ή φερέσιον (από το φέρειν).
- Οι Άραβες ήρθαν σε επαφή με το Βυζάντιο, πήραν τη λέξη φερέσιον και την παρέφρασαν στη δική τους γλώσσα ως farajiyya (farájya), που σήμαινε το μακρύ, χαλαρό εξωτερικό ένδυμα με μακριά μανίκια.
- Οι Τούρκοι πήραν την αραβική λέξη, την έκαναν ferace (φερατζέ) και κατέληξε σε εμάς ως φερετζές, παίρνοντας τη σημασία του καλύμματος του προσώπου.
Δηλαδή, ο ίδιος ο φερετζές, το κατ’ εξοχήν σύμβολο της ανατολίτικης κάλυψης, είναι στην πραγματικότητα… ένα μεταμφιεσμένο ελληνικό «φερέσιον» (φόρεμα) που προέρχεται από το ΦΕΡΩ! Από εκεί και το φάριον (ή φάριο) είναι το επίσημο κόκκινο πλεκτό καπέλο (τύπου φέσι) που φέρει μακριά μαύρη μεταξωτή φούντα και το εθνόσημο στο μέτωπο. [1, 2]
- ΦΕΣΙΦέσι < Φάριον (ή Φάρος)
- Η Αρχαία Ρίζα: Στην αρχαιότητα, η λέξη φάρος σήμαινε το μεγάλο κομμάτι υφάσματος, το ένδυμα, τον πέπλο ή το κάλυμμα της κεφαλής (εξ ου και το «φάρος» της Πηνελόπης που ύφαινε).
- Το Βυζαντινό «Φάριον»: Στα βυζαντινά χρόνια, το φάριον (ή φάρεον) έγινε το μικρό, κυλινδρικό κάλυμμα της κεφαλής, το καπέλο.
- Η Αραβική/Τουρκική Παραφθορά: Οι ανατολικοί λαοί (Άραβες και Τούρκοι) πήραν το βυζαντινό φάριον, το προσάρμοσαν στη δική τους προφορά και το κατέγραψαν ως φέσι (fes)! Μάλιστα, επειδή αργότερα η μεγάλη παραγωγή αυτών των καπέλων γινόταν στην πόλη Φεζ του Μαρόκου, δημιουργήθηκε ο μύθος ότι το καπέλο ονομάστηκε έτσι από την πόλη, ενώ στην πραγματικότητα η πόλη πήρε το όνομά της από το ελληνικό ένδυμα!
- Ο Νόστος της Ευζωνικής Στολής: Σήμερα, το φάριο (ή φάριον) έχει επιστρέψει στις ρίζες του και αποτελεί το επίσημο, ένδοξο κόκκινο καπέλο των Ευζώνων μας στην Προεδρική Φρουρά, με τη μακριά μαύρη μεταξωτή φούντα και το εθνόσημο!
- ΦΙΣΤΙΚΙ: Από την ΠΙΣΤΑΚΗ (τροπή Π σε Φ).
- ΦΛΙΤΖΑΝΙ (κύπελλο): Από τη ΦΥΑΛΗ / ΦΥΑΛΙΣ.
- ΧΑΛΑΛΙ (δίκαιο, χαρισμένο, ευχή): Άμεσο δάνειο από το αραβικό halal (νόμιμο, επιτρεπτό). Προέρχεται απώτατα από το αρχαιοελληνικό ρήμα ΧΑΛΑΩ – Ω (χαλαρώνω, λύνω, αφήνω ελεύθερο). Το halal στην Ανατολή σημαίνει ακριβώς αυτό: το «λελυμένο», αυτό που λύθηκε από τους περιορισμούς του νόμου και είναι πλέον ελεύθερο και επιτρεπτό να το απολαύσει κανείς. Άρα, όταν λέμε «χαλάλι σου», εννοούμε «στο χαρίζω, σε λύνω από κάθε υποχρέωση».
- ΧΑΛΙ (τάπητας): Από το ΧΗΛΙΟΝ (πλεκτόν).
- ΧΑΛΚΑΣ (κρίκος): Από το ΧΑΛΚΟΣ / ΧΑΛΚΕΥΩ.
- ΧΑΜΑΛΗΣ (αχθοφόρος): Από το ΧΘΑΜΑΛΟΣ / ΧΑΜΗΛΟΣ (επειδή σκύβει για το βάρος, όπως και η κάμηλος).
- ΧΑΝΙ (πανδοχείο): Από το ΧΑΝΔΑΝΩ (χωρώ, δέχομαι).
- ΧΑΣΑΠΙΚΟ (κρεοπωλείο): Τουρκικά kasap, από το ΚΕΑΖΩ (σχίζω, χωρίζω).
- ΧΑΠΙ (καταπότι): Από το ΧΑΠΤΩ (καταπίνω).
- ΧΑΡΑΜΙ (άδικο, χαμένο, απαγορευμένο): Άμεσο δάνειο από το αραβικό haram (ιερό/άβατο/απαγορευμένο). Η λέξη όμως ανάγεται στο αρχαιοελληνικό ρήμα ΧΕΡΣΟΩ – Ω (ξεραίνω, καθιστώ μια γη άγονη και ακαλλιέργητη, άρα άχρηστη, χαμένη). Από εκεί προκύπτει ο χέρσος (άγονος) και το χάρμα (με την έννοια της ερήμωσης/καταστροφής, εξ ου και «χάρμα ιδέσθαι» αρχικά για τρομακτικό θέαμα), που έδωσαν τη ρίζα στην ανατολική λέξη για το άδικο και το χαμένο.
- ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (χρηματικό ποσό): Από το ΧΑΡΙΣΤΕΙΟΝ (προσφορά).
- ΧΑΤΙΡΙ (χάρη): Από το ΧΑΡΙΣ.
