Ο Ν. Μάντζαρος μελοποιεί τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν»
Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
Σε γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή, σε γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη ποὺ μὲ
βία μετράει τὴ γῆ.
Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά, καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη, χαῖρε,
ὦ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
Η συνάντηση του Διονυσίου Σολωμού με τον Νικόλαο Μάντζαρο δεν υπήρξε απλώς
μια συνεργασία ποιητή και μουσουργού· υπήρξε η σπάνια εκείνη στιγμή όπου ο
λόγος αναγνώρισε τον φυσικό του ήχο και η μουσική βρήκε το κείμενο που της άξιζε.
Ο Σολωμός, βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης αλλά και απόλυτα
συντονισμένος με τον ελληνικό ρυθμό, δεν έγραφε για να μελοποιηθεί. Κι όμως, ο
λόγος του ζητούσε μουσική όπως το σώμα ζητά πνοή.
Ο Μάντζαρος, με παιδεία ιταλική και ψυχή ελληνική, διέκρινε αμέσως ότι ο «Ύμνος
εις την Ελευθερίαν» δεν απαιτούσε επιδεικτική σύνθεση αλλά εσωτερική ακρίβεια. Η
μουσική του δεν επικάθησε στον λόγο· τον υπηρέτησε. Σεβάστηκε τον τονισμό, τον
ρυθμό, την ανάσα της ελληνικής γλώσσας, επιτρέποντας στο ποίημα να ακουστεί
χωρίς να αλλοιωθεί.
Η ένωση αυτή δεν ήταν αυτονόητη ούτε εύκολη. Προϋπέθετε κοινό μέτρο, κοινή
αντίληψη περί ελευθερίας και βαθιά συναίσθηση του ιστορικού βάρους της στιγμής.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς ένα άσμα· ήταν μια μορφή συλλογικής μνήμης. Ο
λόγος του Σολωμού και η μουσική του Μάντζαρου συνυπάρχουν από τότε
αδιαχώριστα, όχι επειδή το επέβαλε η Ιστορία, αλλά επειδή το επέβαλε η αλήθεια του
έργου.
Εκείνη τη στιγμή, η ποίηση δεν έντυσε τη μουσική ούτε η μουσική στόλισε την
ποίηση. Συναντήθηκαν ισότιμα, όπως σπάνια συμβαίνει. Και από αυτή τη συνάντηση
γεννήθηκε κάτι που ξεπερνά τους δημιουργούς του: ένας ζωντανός λόγος που ακόμη
ψάλλεται, ακόμη συγκινεί, ακόμη θυμίζει ότι η ελευθερία πρώτα υμνείται — και
ύστερα τραγουδιέται.
Η στιγμή της ένωσης — Σολωμός & Μάντζαρος
(αυτούσιο κείμενο)
Ο Κερκυραίος μουσουργός Νικόλαος Μάντζαρος
προχωρεί στην πρώτη μελοποίηση του «Ύμνου εις την
Ελευθερίαν». Σύμφωνα με μαρτυρίες, έχει αρχίσει το
έργο πριν ο ποιητής έλθει στην Κέρκυρα. Ο μαθητής του
Σπ. Δε Βιάζης θα γράψει ότι η πρώτη μελοποίηση έγινε
«με δημοτικόν χαρακτήρα εις ωραιότατον χορόν με δύο
τενόρους και δύο βαθυφώνους με συνοδείαν πιάνου».
Ο Ν. Μάντζαρος θα μελοποιήσει τον «Ύμνον» κι άλλες
φορές, συνεργαζόμενος με τον ποιητή. «Πολλάκις
ηκούσαμεν τον Μάντζαρον λέγοντα», γράφει ο Σπ. Δε
Βιάζης, «ότι, οσάκις κατά την σύνθεσιν των δύο
μελοποιήσεων του Ύμνου επαιάνιζεν απόσπασμα εις τον
Σολωμόν, ή ενώπιον αυτού εμπνεόμενος έθετε επί του
χάρτου τας νότας και έπειτα τας έκρουεν εις το πιάνον
τραγουδώντας , ο ποιητής εσκίρτα εκ του ενθουσιασμού.
Ετραγούδαε και αυτός μετά του φίλου μουσουργού.
Βλέπων ο Ποιητής ότι η μουσική ήτο ανταξία της
ποιήσεως, δηλαδή ότι αι νότες διερμήνευον την ιδέαν της
ποιήσεως, ανελύετο εις δάκρυα εκ της συγκινήσεως.
Τότε εξαφθείς υπό εκστάσεως και ο Μελοποιός και έτι
πλέον εμπνευσθείς, εξηκολούθει γράφων. «Τόσον ήτο
μεγάλη κατά την στιγμήν εκείνην η συγκίνησίς μας,
εξηκολούθει λέγων ο Μάντζαρος, που ενομίζαμεν ότι
δεν ήμεθα εις την γην και κλαίοντες ο ένας κατησπάζετο
τον άλλον. Ήσαν δάκρυα προερχόμενα το μεν εκ του
ενθουσιασμού της επιτυχίας του έργου, το δε (…) ότι η
τέχνη κατώρθωνε πρεπόντως να υμνήση την ελευθερίαν
της αναγεννωμένης πατρίδος διά του αίματος τόσων
αγίων ηρώων».
