ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 7 — Ο ΠΡΩΤΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Το Δέλτα του Νείλου ανοίγεται σε επτά στόμια, ενώ η Ιώ, ακόμη λευκή δαμάλα, σκύβει να πιει.

Η Μυθολογία δεν είναι Παραμύθια

Κύκλος 1 · Ιώ — το κορίτσι που έγινε χάρτης

Επεισόδιο 7

Ο Πρωτεύς και
το Άγγιγμα

Την υποδέχθηκε αυτός που αλλάζει μορφή όποτε θέλει —
εκείνην, που δεν μπορούσε να αλλάξει τη δική της ούτε μία φορά.

Άρχισε την αφήγηση

Οι εφτά αγκαλιές

Ο ποταμός ανοίγει σαν παλάμη

Το Δέλτα δεν μοιάζει με κανένα τοπίο απ’ όσα είχε δει στα χρόνια του δρόμου. Εδώ ο μεγάλος ποταμός, πριν σμίξει με τη θάλασσα, ανοίγει σαν παλάμη σε εφτά δάχτυλα — εφτά στόμια, εφτά αγκαλιές νερού, και ανάμεσά τους ένας κόσμος από καλαμιώνες, πάπυρους, νησίδες και πουλιά που δεν έχουν ξανακούσει βήμα. Η δαμάλα στάθηκε στο δυτικότερο στόμιο — αυτό που οι Έλληνες θα ονόμαζαν αργότερα Κανωβικό — και έσκυψε να πιει. Το νερό ήταν γλυκό. Και για πρώτη φορά από τη Λέρνη, το κεντρί δεν ήρθε.1

Ο Πρωτεύς, εν μέρει μεταμορφωμένος, υποδέχεται τη λευκή δαμάλα ανάμεσα στις φώκιες της Φάρου.
Ο μετρ της μεταμόρφωσης κοιτάζει το θύμα της μεταμόρφωσης.

Στην αμμουδιά της Φάρου

Ο Γέρος της Θάλασσας

Στα νερά εκείνα, λέει η αρχαιότερη ποίηση που έχουμε, κατοικούσε ένας γέροντας που δεν έμοιαζε με τίποτα στον κόσμο. Ο Όμηρος τον ξέρει καλά και τον τοποθετεί ακριβώς εδώ, στη νησίδα Φάρο, αντίκρυ στο Δέλτα: ο Πρωτεύς, «ο γέρος της θάλασσας», βοσκός της φώκιας αντί για πρόβατα, υπηρέτης του Ποσειδώνος — και κάτοχος του πιο ιλιγγιώδους χαρίσματος της μυθολογίας μας: άλλαζε μορφή κατά βούληση. Λιοντάρι, δράκος, λεοπάρδαλη, κάπρος· νερό που γλιστράει μέσα από τα δάχτυλα· δέντρο φουντωμένο. Ο Μενέλαος, αιώνες αργότερα, θα πάλευε να τον κρατήσει όσο εκείνος περνούσε όλο το βεστιάριο της πλάσης.2

Φαντάσου τώρα τη συνάντηση — γιατί εδώ η σειρά μας βρίσκει την πιο καθαρή της ομοιοκαταληξία. Στην αμμουδιά του Φάρου, μέσα στο κάθετο μεσημέρι που ο γέροντας βγαίνει να μετρήσει τις φώκιες του, ζυγώνει μια λευκή δαμάλα με μάτια ανθρώπου. Ο μετρ της μεταμόρφωσης κοιτάζει το θύμα της μεταμόρφωσης. Αυτός φοράει και βγάζει τα σώματα σαν ιμάτια· εκείνη είναι κλειδωμένη σε ένα σώμα ξένο, χρόνια τώρα, χωρίς κλειδί. Αν υπάρχει πλάσμα στον κόσμο που να μπορεί να καταλάβει τι θα πει να μην ορίζεις τη μορφή σου, είναι αυτός που την ορίζει απόλυτα. Η παράδοση της σειράς μας τον θέλει να την υποδέχεται — και ταιριάζει: οι μεγάλοι μεταμορφωτές αναγνωρίζουν τη συντεχνία τους. Καμία μάχη εδώ, καμία δοκιμασία· μόνο ένας γέροντας-θάλασσα που παραμερίζει, δείχνοντάς της τον δρόμο προς τα μέσα, προς το ποτάμι.3

Η στιγμή της υπόσχεσης

Ένα χέρι που δεν τρομάζει

Και τότε ήρθε αυτό που είχε υποσχεθεί ο δεσμώτης του Καυκάσου, με τα ίδια σχεδόν λόγια που το είχε προφητέψει. Όχι κεραυνός. Όχι αρπαγή. Ο Αισχύλος διάλεξε τις λέξεις του σαν χρυσοχόος: ο Δίας την αγγίζει «ἐπαφῶν ἀταρβεῖ χειρί» — με χέρι ήρεμο, που δεν τρομάζει και δεν τρομάζεται. Ένα άγγιγμα μόνο, στο μέτωπο. Και η μορφή λύθηκε όπως λύνεται ένας κόμπος που τον πάλευες χρόνια και ήθελε τελικά μία μόνο σωστή κίνηση: τα κέρατα υποχώρησαν, οι οπλές άνοιξαν ξανά σε δάχτυλα, η ράχη ίσιωσε — και στην όχθη του Νείλου στάθηκε όρθια, ξανά, ύστερα από τόσα χρόνια και τόσες χιλιάδες στάδια, μια γυναίκα. Το πρώτο πράγμα που έκανε, θέλω να πιστεύω, ήταν να κοιτάξει τα χέρια της.4

Ήρεμο χρυσό φως αγγίζει την Ιώ στην όχθη του Νείλου, καθώς οι μπροστινές οπλές της γίνονται ξανά ανθρώπινα χέρια.
Ένα άγγιγμα στο μέτωπο, και η επιβεβλημένη μορφή λύθηκε.
Η Ιώ, ξανά σε ανθρώπινη μορφή, κρατά τον νεογέννητο Έπαφο δίπλα στον Νείλο.
Από το ήρεμο άγγιγμα γεννήθηκε ο Έπαφος, «το παιδί της επαφής».

Το παιδί του αγγίγματος

Ο Έπαφος

Από το άγγιγμα εκείνο γεννήθηκε γιος. Και το όνομά του είναι ολόκληρη η ιστορία του συμπυκνωμένη σε τρεις συλλαβές: Έπαφος — «ο εξ επαφής», το παιδί του αγγίγματος. Κανένα άλλο παιδί της μυθολογίας δεν κουβαλά στο όνομά του τόση τρυφερότητα και τόση θεολογία μαζί: ο πατέρας του είναι ο κύριος του κεραυνού, αλλά εκείνος γεννήθηκε από το απαλότερο κίνημα που διαθέτει ένα χέρι.5

Η Αίγυπτος, λέει η προφητεία και η γενεαλογία μαζί, θα τον έκανε βασιλιά της — τον μελαψό ιδρυτή της Μέμφιδος, τον γενάρχη από τον οποίο θα ξεκινούσαν η Λιβύη, ο Βήλος, ο Αγήνωρ, οι πενήντα Δαναΐδες, ο Περσεύς, ο Ηρακλής: ολόκληρο το δέντρο μας.6

Το τέλος της περιπλάνησης

Το κυνηγημένο κορίτσι έγινε βασίλισσα

Και η Ιώ; Η γη που την υποδέχθηκε τής έδωσε αυτό που η πατρίδα της τής είχε αρνηθεί: θέση. Ο Απολλόδωρος, με τη στεγνή του ακρίβεια, καταγράφει το τέλος της περιπλάνησης σε μία γραμμή που αξίζει βιβλίο: παντρεύτηκε τον Τηλέγονο, τον βασιλέα των Αιγυπτίων. Το κυνηγημένο κορίτσι έγινε βασίλισσα — όχι με κατάκτηση, με υπομονή. Ο δρόμος τελείωσε. Το μαστίγιο σώπασε.7

Θα θέλαμε να κλείσουμε εδώ, με τη μητέρα να κρατά το παιδί στη σκιά των παπύρων. Αλλά η Ήρα, ψηλά στον Όλυμπο, μετρούσε ακόμα. Και η επόμενη κίνησή της δεν θα χτυπούσε πια τη μάνα — οι μάνες, το είχε μάθει πια, αντέχουν τα πάντα. Θα χτυπούσε εκεί που καμία μάνα δεν αντέχει.

Την αυγή μια άδεια ψάθινη κούνια βρίσκεται δίπλα στον Νείλο, ενώ ένοπλες μορφές χάνονται στους καλαμιώνες.
Ένα πρωί, η κούνια του Επάφου βρέθηκε άδεια.
Ένα πρωί, η κούνια του Επάφου βρέθηκε άδεια.8

Η γλώσσα θυμάται

Λέξεις που ταξιδεύουν

Πρωτεύς → Protean

Όταν ο αγγλόφωνος κόσμος θαυμάζει έναν ηθοποιό «χίλιων προσώπων» ή μια ευφυΐα που αλλάζει πεδία σαν πουκάμισα, τον λέει protean — πρωτεϊκό. Ο γέρος της θάλασσας του Ομήρου έγινε το διεθνές επίθετο της απόλυτης ευελιξίας. Και οι βιολόγοι βάφτισαν Proteus ένα βακτήριο που αλλάζει διαρκώς σχήμα — ο Φάρος του ζει και στο μικροσκόπιο. [Α΄]

Φάρος → Phare · Faro · Farol

Η νησίδα του Πρωτέως φιλοξένησε αργότερα το ψηλότερο κτίσμα της αρχαιότητας — τον Φάρο της Αλεξανδρείας, ένα από τα Επτά Θαύματα. Και το νησί έγινε λέξη: phare στα γαλλικά, faro στα ιταλικά και ισπανικά, farol στα πορτογαλικά — «φάρος» σε όλες τις θάλασσες της Μεσογείου και του Ατλαντικού. Το σπίτι του γέροντα που έδειχνε δρόμους έγινε το όνομα κάθε πύργου που δείχνει δρόμους. [Α΄]

Εικονογραφημένο Υπόμνημα με λέξεις που ταξιδεύουν, τη διαδρομή του Νείλου και πηγές για τον Πρωτέα, την Ιώ και τον Έπαφο.
Ο Πρωτεύς και το Άγγιγμα — το εικονογραφημένο «Υπόμνημα» του επεισοδίου.

Η ιστορία συνεχίζεται…

Ένα πρωί, η κούνια του Επάφου βρέθηκε άδεια.

Επιστροφή στην αρχή ↑