🏛️ GBD ROOTS: THE SHORT VERSION
- AGR- (Αγρός / Άγριος)
- Agriculture: Η καλλιέργεια του αγρού.
- Aggressive επιθετικός
- Aggression: επίθεσις
Η ορμή αυτού που βγαίνει έξω από τα όρια (προς τον αγρό).
- AMO- (Αγαπώ / Φιλώ)
- Amateur: Ο ερασιτέχνης (αυτός που ενεργεί από καθαρή αγάπη).
- Amiable αξιαγάπητος
- Amicable: φιλικός.
- Amity: Η φιλία.
- Enamoured: Ο ξελογιασμένος (μέσα στην αγάπη).
- Enemy: Ο εχθρός (όχι φίλος).
- ANIMA- (Άνεμος / Ψυχή)
- Animal: Το έμψυχο ον (αυτό που έχει «άνεμο»/πνοή μέσα του).
- Animation: Το να δίνεις ζωή/πνοή σε κάτι άψυχο.
- Unanimous: Ομόφωνος (μία ψυχή/πνοή για όλους).
- Equanimity: Ψυχραιμία (σταθερή/ίσια ψυχή).
- ANNO- (Ενιαυτός / Έτος)
- Anniversary: Η επέτειος (εκεί που «στρέφει» ο χρόνος/ενιαυτός).
- Annual: Το ετήσιο.
- Perennial: Το παντοτινό (διά μέσου των ετών).
- Millennium: Η χιλιετία.
- ARM- (Αρμός / Αραρίσκω)
- Armour: Πανοπλία.
- Armory: Οπλοστάσιο.
- Armistice: Ανακωχή.
- Alarm: Συναγερμός.
- Army: Στρατός.
- Arm: Μπράτσο.
- BENE- (Εὖ / Βέντιστος)
- Benefit: Όφελος.
- Benevolent: Καλοπροαίρετος.
- Benediction: Ευλογία.
- Benefaction Ευεργεσία
- Benefactor Ευεργέτης
- Beneficence Αγαθοεργία
- Benign Καλοήθης (-tumour)
- BI- / BIN- / BIS- (Δίς / Δύο)
- Bicycle: Δίκυκλος.
- Binocular: Κιάλια.
- Combination: Συνδυασμός.
- BIO- (Βίος)
- Biography: Βιογραφία.
- Biology: Βιολογία.
- Antibiotic: Αντιβιοτικό.
- CAP– / CAPT– / CEPT– (Κάπτω, λαμβάνω,αρπάζω,δέχομαι)
- Capable: Ικανός.
- Concept: Έννοια.
- Capture: Σύλληψη.
- CAPITA- (Κάρα / Κεφαλή)
- Decapitate: Αποκεφαλίζω.
- Capital: Πρωτεύουσα.
- Recapitulate: Ανακεφαλαιώνω.
- CARNA- (Σάρξ)
- Carnival: Απόκρεω.
- Reincarnate: Μετεμψυχώνομαι.
- Carnivore: Σαρκοβόρο.
- -CEIVE (Λαμβάνω )
- Conceive: Συλλαμβάνω.
- Perceive: Αντιλαμβάνομαι.
- Receive: Λαμβάνω.
- CHRON- (Χρόνος)
- Chronological: Χρονολογικός.
- Chronic: Χρόνιος.
- Synchronize: Συγχρονίζω.
- Chronometer: Χρονόμετρο.
- CID- / CAS- (Χάζω=χαλάω,υποχωρώ/πτώσις)
- Accident: Ατύχημα.
- Incident: Περιστατικό.
- Occasion: Ευκαιρία.
- Casual: Πρόχειρος.
- CIDE- / CISE- (Κόπτω / Κεάζω=σχίζω / Κτείνω=φονεύω)
- Decide: Αποφασίζω.
- Precise: Ακριβής.
- Suicide: Αυτοκτονία.
- Concise: Περιεκτικός.
- CLAUD- / CLUS- (Κλείω / Κλείδα)
- Close: Κλείνω.
- Include: Συμπεριλαμβάνω.
- Exclude: Εξαιρώ.
- Conclusion: Συμπέρασμα.
- Clause: Ρήτρα (Νομ.)πρόταση.
- COGN- / GNO- (Γιγνώσκω / Γνώσις)
- Recognize: Αναγνωρίζω.
- Cognitive: Γνωστικός.
- Ignore: Αγνοώ.
- Diagnosis: Διάγνωση.
- CON- (Σύν Ιωνική / Ξύν / ΚονΔωρική)
- Congratulate: Συγχαίρω.
- Collaborate: Συνεργάζομαι.
- Compose: Συνθέτω.
- CORP- (Σώμα)
- Incorporate: Ενσωματώνω.
- Corporate: Συλλογικός.
- Corporation: Εταιρεία.
- Corpse: Πτώμα.
- Corpulent: Παχύσαρκος.
- CRED- (Καρδία / Κύδος=δόξα,τιμή / Πιστεύω)
- Credit: Πίστη.
- Incredible: Απίστευτος.
- Credo: Πιστεύω.
- Credentials: Διαπιστευτήρια.
- CURR- / CURS- (Τρέχω / Θέω)
- Current: Ρεύμα.
- Currency: Νόμισμα.
- Course: Πορεία.
- Excursion: Εκδρομή.
- DEBIT- (Χρέωσις)
- Debit: Χρέωση.
- Indebted: Υπόχρεος.
- Debt: Χρέος.
- Debtor: Οφειλέτης.
- DENSE- (Δασύς)
- Density: Πυκνότητα.
- Condense: Συμπυκνώνω.
- Condensation: Υγροποίηση.
- DEX- (Δεξιός)
- Dexterity: Επιδεξιότητα.
- Dexterous: Επιδέξιος.
- DOM- (Δόμος / Δέμω=χτίζω)
- Domestic: Οικιακός.
- Dominate: Κυριαρχώ.
- Domain: Τομέας.
- Kingdom: Βασίλειο.
- DON- (Δίδωμι / Δίνω)
- Donate: Δωρίζω.
- Donor: Δωρητής.
- Pardon: Συγχωρώ.
- Condone: Ανέχομαι.
- DUC- / DUCT- (Άγω / Δεύκω=οδηγω ελκω)
- Conduct: Οδηγώ.
- Education: Εκπαίδευση.
- Product: Προϊόν.
- Introduce: Εισάγω.
- EQU- (Εικός= ομοιον,το αναμενόμενον / Ίσος)
- Equal: Ίσος.
- Equation: Εξίσωση.
- Equality: Ισότητα.
- Adequate: Επαρκής.
- EU- (Εὖ = καλό/ ΕF)
- Eugenics: Ευγονική.
- Eulogise: Εξυμνώ.
- Euphemism: Ευφημισμός.
- Euphony: Ευφωνία.
- Euthanasia: Ευθανασία.
- Euphoria: Ευφορία.
- FER- (Φέρω)
- Conifer: Κωνοφόρο.
- Lucifer: Εωσφόρος.
- Auriferous: Χρυσοφόρος.
- Saliferous: Αλατούχος.
- FIN- (Περαίνω=ολοκληρώνω / Πέρας)
- Final: Τελικός.
- Finish: Τελειώνω.
- Infinite: Άπειρο.
- Define: Ορίζω.
- FLEX- / FLECT- (Πλέκω / Λύγισμα)
- Flexible: Εύκαμπτος.
- Reflect: Αντανακλώ.
- Reflex: Αντανακλαστικό.
- FLU- / FLUX- (Φλύω=πλέω / Φλοιός / Ρέω)
- Fluid: Υγρό.
- Fluency: Ευχέρεια.
- Influence: Επιρροή.
- Flu: Γρίπη (εισροή).
- FORM- (Μορφή)
- Formation: Σχηματισμός.
- Reform: Μεταρρύθμιση.
- Uniform: Στολή (μία μορφή).
- FORT- (Πύργος / Οχυρό / Ισχύς)
- Fort: Οχυρό.
- Fortitude: Ψυχικό σθένος.
- Fortress: Φρούριο.
- Effort: Προσπάθεια.
- Effortless = άκοπος
- Reinforce = ενισχύω
- Forceful = φρούριον
- FR<fρίγος>ρίγος
- Frigid= ψυχρός
- Frigidity=ψυχρότης
- Fresh= δροσερός
- Refresh= δροσίζω
- Refreshments=αναψυκτικά
- Refrigerator=ψυγείον
- Freeze=ψύχω/καθηλώνω
- Freezer=καταψύκτης
- FRACT– / FRAG– (Ρήγνυμι / Ράκος / Θραύση)
- Fracture: Κάταγμα.
- Fragile: Εύθραυστος.
- Fragment: Απόσπασμα.
- Fraction: Κλάσμα.
- FUG- (Φεύγω / Φυγή)
- Fugitive: Δραπέτης.
- Refuge: καταφύγιον
- Refugee: Πρόσφυγας.
- Centrifugal: Φυγόκεντρος.
- Subterfuge= υπεκφυγή
- 3 FUSE (Χέω/χύνω)
- Confusion = σύγχυσις
- Diffusion = διάχυσις
- Transfuse = μεταγγίζω
- Infuse = εγχέω
- Gen = γένος/γίγνομαι
- Generation: Γενεά (αυτοί που «γίνονται» μαζί).
- Genius: Ιδιοφυΐα (το πνεύμα που γεννιέται μαζί με τον άνθρωπο).
- Generous: Γενναιόδωρος (αυτός που έχει ευγενές «γένος»/καταγωγή).
- Genuine: Γνήσιος (αυτός που είναι όπως γεννήθηκε, χωρίς νοθεία).
- GRAD– / GRESS– (βαίνω>βαθμίς>βαθμός/ Βαδίζω / Βήμα)
- Graduate: Αποφοιτώ.
- Grade: Βαθμός (η βαθμίδα που πατάς).
- Gradual: Σταδιακός (βήμα-βήμα).
- Progress: Πρόοδος (βήμα προς τα μπροστά).
- Congress: Συνέδριο (βαδίζουμε μαζί προς ένα σημείο).
- GRAT- (Χάρις / Χαρά)
- Gratitude: Ευγνωμοσύνη.
- Grace: Χάρη.
- Congratulate: Συγχαίρω.
- Grateful: Ευγνώμων.
- HYDR- (Ύδωρ)
- Hydrant: Κρουνός.
- Hydraulic: Υδραυλικός.
- Hydrogen: Υδρογόνο.
- Dehydrate: Αφυδατώνω.
- JAC- / JEC- (Ίημι / Ρίπτω/εκτινάσσω)
- Inject: Κάνω ένεση (ρίπτω μέσα).
- Reject: Απορρίπτω.
- Project: Έργο (προβολή).
- JUD- / JUR- / JUS- (Δίκη / Δίκαιο / Όρκος)
- Judge: Δικαστής.
- Jury: Ένορκοι.
- Justice: Δικαιοσύνη.
- Prejudice = προκατάληψις
- JUV(Νέος/Ήβη)
- Juvenile: Ανήλικος, νεανικός.
- Rejuvenate: Αναζωογονώ (ξανακάνω κάποιον νέο, του δίνω πίσω την ήβη του).
- Junior: Ο νεότερος.
- LAB- (Λαμβάνω / Λάβ- / Εργασία)
- Labour: Εργασία.
- Collaborate: Συνεργάζομαι.
- Laboratory: Εργαστήριο.
- Elaborate: Επεξεργάζομαι λεπτομερώς (βγάζω κάτι μέσα από πολύ μόχθο).
- LACT (Γάλα / Γάλακτος)
- Lactose: Λακτόζη (το σάκχαρο του γάλακτος).
- Lactate: Παράγω γάλα / θηλάζω.
- Lactic: Γαλακτικός.
- Galaxy Γαλαξίας
- LAT (Φέρω / Λατός / Πλάτος)
- Relate: Σχετίζομαι (φέρω πίσω μια σύνδεση).
- Relative: Συγγενής / Σχετικός.
- Latitude: Γεωγραφικό πλάτος.
- LECT- / LEG- / LIG- (Λέγω / Συλλέγω / Διαβάζω)
- Lecture: Διάλεξη.
- Legend: Θρύλος.
- Select: Επιλέγω.
- Eligible: Επιλέξιμος.
- Collect=συλλέγω
- Elect=εκλέγω
- LEG(νόμος):
- legislate=νομοθετώ.
- legislation=νομοθεσία
- legislative=νομοθετικός
- legislature=νομοθετικό σώμα,
- legitimate=νόμιμος.
- LIB (Ελεύθερος / Ε-λευ-)
- Liberty: Ελευθερία.
- Liberate: Απελευθερώνω.
- Liberal: Προοδευτικός, φιλελεύθερος (αυτός που έχει ελεύθερο πνεύμα).
- Delivery: Παράδοση (από το de-liberare = ελευθερώνω κάτι για να φτάσει στον προορισμό του).
- LIN (Λίνον / Λινάρι)
- Line: Γραμμή.
- Linear: Γραμμικός.
- Lineage: Καταγωγή (η «γραμμή» του αίματος).
- Lining: Φόδρα (το εσωτερικό λινό ύφασμα).
54 . LINGUA (Λείχω / Γλώσσα)
- Linguist: Γλωσσολόγος.
- Bilingual: Δίγλωσσος.
- Language: Γλώσσα.
- Slang: Ιδιωματισμός (λαϊκή γλώσσα).
- LITER (Διφθέρα / Γράμμα)
- Literature: Λογοτεχνία.
- Literal: Κυριολεκτικός (κατά γράμμα).
- Literacy: Εγγραμματοσύνη.
- Obliterate: Εξαλείφω (σβήνω τα γράμματα).
- LOC- (Λόχος / Τόπος)
- Location: Τοποθεσία.
- Local: Τοπικός.
- Allocate: Κατανέμω.
- LOG- (Λόγος)
- Logic: Λογική.
- Apology: Απολογία.
- Dialogue: Διάλογος.
- LUC- / LUM- / LUS- (Λευκός / Λύκη / Φως)
- Lucid: Διαυγής.
- Illuminate: Φωτίζω.
- Illustration: Εικονογράφηση.
- Luminous: Φωτεινός.
- Translucent: Ημιδιαφανής (που αφήνει το φως να περάσει).
- MAGN (Μέγας)
-
- Magnify: Μεγεθύνω (κάνω κάτι μέγα).
- Magnificent: Μεγαλοπρεπής (αυτός που κάνει μεγάλα έργα).
- Magnitude: Μέγεθος.
- Magnate: Μεγιστάνας.
- MAL(κακός):
- maladjusted=απροσάρμοστος
- maladroit=αδέξιος
- malady=ασθένεια
- malediction=κατάρα
- malefactor=κακοποιός
- malevolent=κακόβουλος
- malformation=δυσμορφία
- malice=κακία
- malicious=μοχθηρόςmalign=κακοήθης (όγκος)
- malnutrition=υποσιτισμός
- malodorous=δύσοσμος
- malpractice=αθέμιτη πρακτική.
- MANU- (Μάρη / Χείρ)
- Manufacture: Κατασκευάζω.
- Manuscript: Χειρόγραφο.
- manipulate=χειρίζομαι
- manipulation=χειραγώγησις
- emancipate=χειραφετώ
- manual=εγχειρίδιον
- MARE (Μαίρω / Θάλασσα)
- Marine: Θαλάσσιος.
- Marina: Μαρίνα.
- Maritime: Ναυτιλιακός.
- Submarine: Υποβρύχιο (κάτω από τη θάλασσα).
- MEDI- (Μέσος / Μέδω)
- Medium: Μέσο.
- Immediate: Άμεσος.
- Mediator: Διαμεσολαβητής.
- MEM- (Μνήμη / Μεριμνώ)
- Memory: Μνήμη.
- Memento: Ενθύμιο.
- Commemorate: Τιμώ τη μνήμη.
- Memorial: Μνημείο.
- Mention: Αναφέρω (φέρνω στη μνήμη).
- Memorandum:Μνημόνιο
- METER- / METR- (Μέτρον)
- Diameter: Διάμετρος.
- Symmetry: Συμμετρία.
- Metric: Μετρικός.
- MIT- / MISS- (Ίημι / Στέλνω)
- Mission: Αποστολή.
- Dismiss: Απολύω.
- Transmit: Μεταδίδω.
- Admit: Παραδέχομαι.
- MOB– / MOT– / MOV– (Αμείβω /μοχλέυω/ Κινώ)
- Mobile: Κινητό.
- Motion: Κίνηση.
- Motivation: Κίνητρο.
- Remove: Αφαιρώ.
- Remote: Απομακρυσμένος (κινημένος μακριά).
- MORT- (Μορτός / Θάνατος)
- Mortal: Θνητός.
- Immortal: Αθάνατος.
- Mortuary: Νεκροτομείο.
- Mortality: Θνησιμότητα.
- NAV- (Ναύς / Πλοίο)
- Navy: Ναυτικό.
- Navigate: Πλοηγώ.
- Naval: Ναυτικός.
- Navigate: Πλοηγώ (άγω τη ναυν).
- Naval: Ναυτικός.
- Nausea: Ναυτία (η ζάλη του πλοίου).
- Navigable=πλωτός,
- Navigator=θαλασσοπόρος
- Navigation=ναυσιπλοΐα.
- NOM- / NYM- (Όνομα)
- Nominate: Προτείνω.
- Synonym: Συνώνυμο.
- Anonymous: Ανώνυμος.
- NOV- (νέfος νέfα, νέfη (Αττική) νέα/(Ιωνική) νεfαρός (Νέος)
- Novel: Μυθιστόρημα (κάτι νέο).
- Innovate: Καινοτομώ.
- Novice: Πρωτάρης.
- innovate=καινοτομώ
- innovation=καινοτομία
- novelty=νεωτερισμός
- novice=αρχάριος
- renovate=ανακαινίζω.
- OPER- (Έργον / Οφέλλω)
- Operate: Λειτουργώ.
- Cooperate: Συνεργάζομαι.
- Opus: Έργο.
- Opera
- PAC- (Πήγνυμι / Πακτόω / Ειρήνη)
- Pact: Σύμφωνο.
- Pacific: Ειρηνικός.
- Pacify: Κατευνάζω ,ειρηνεύω.
- peace=ειρήνη,
- pacifist=ειρηνόφιλος
- peaceful=γαλήνιος.
- PEND- / PENS- (Πένδομαι / Κρέμαμαι / Ζυγίζω)
- Pendant: Κρεμαστό κόσμημα.
- Pending: Εκκρεμής.
- Expense: Έξοδο (ζύγισμα πληρωμής).
- Pension: Σύνταξη.
- Compensate: Αποζημιώνω.
- Depend: Εξαρτώμαι (κρέμομαι από κάπου).
- Suspend: Αναστέλλω (κρεμάω κάτι ψηλά, το σταματώ προσωρινά).
- Expense: Έξοδο (αυτό που ζυγίστηκε και πληρώθηκε).
- Pension: Σύνταξη (η πληρωμή που «ζυγίζεται» για τα γεράματα).
- PHIL- (Φίλος / Φιλώ)
- Philosophy: Φιλοσοφία.
- Philanthropy: Φιλανθρωπία.
- Philology: Φιλολογία.
- Anglophile: Αγγλόφιλος.
- PHON- (Φωνή)
- Phonetic: Φωνητικός.
- Telephone: Τηλέφωνο.
- Symphony: Συμφωνία.
- Microphone: Μικρόφωνο.
- Gramophone: Γραμμόφωνο.
- PHOTO- (Φῶς)
- Photograph: Φωτογραφία.
- Photosynthesis: Φωτοσύνθεση.
- Photon: Φωτόνιο.
- Photogenic: Φωτογενής.
- PLIC- / PLY- (Πλέκω / Διπλώνω)
- Complicated: Περίπλοκος.
- Duplicate: Αντίγραφο (διπλό).
- Imply: Υπονοώ.
- Reply: Απαντώ (ξεδιπλώνω πίσω).
- Application: Εφαρμογή.
- POL- (Πόλις / Πολίτης)
- Politics: Πολιτική.
- Police: Αστυνομία.
- Metropolis: Μητρόπολη.
- Cosmopolitan: Κοσμοπολίτης.
- PON- / POS- (Πάω / Τίθημι / Θέτω)
- Position: Θέση.
- Postpone: Αναβάλλω (θέτω μετά).
- Compose: Συνθέτω.
- Oppose: Αντιτίθεμαι.
- Deposit: Κατάθεση.
- PORT- (Πορεία / Πορθμός / Μεταφέρω)
- Export: Εξάγω.
- Import: Εισάγω.
- Transport: Μεταφέρω.
- Portable: Φορητός.
- Passport: Διαβατήριο (λιμάνι-πέρασμα).
- POST< ποιμήν<έπομαι (ευκτική. εποίμην)= αυτός που ακολουθεί>post–posterus–pastor (μετά):
- post meridiem=μετά μεσημβρίαν
- posterior=μεταγενέστερος
- posterity=απόγονοι
- postgraduate-μεταπτυχιακός
- P.S. postscript=υστερόγραφον.
- POPUL(λαός):
- depopulate=ερημώνω
- populace=όχλος
- popular=λαϊκός/δημοφιλής
- popularity=δημοτικότητα
- unpopular=μη δημοφιλής
- populate=οικίζω
- population=πληθυσμός
- populous=πολυάνθρωπος
- people=λαός/κόσμος.
- PRESS (Πιέζω / Πρήθω)
- Pressure: Πίεση.
- Express: Εκφράζω (βγάζω έξω με πίεση, όπως ο χυμός).
- Impress: Εντυπωσιάζω (αφήνω σημάδι με πίεση).
- Depression: Κατάθλιψη (πίεση προς τα κάτω).
- PRIME(πρώτος):
- primacy=πρωτεία
- primal=αρχικός
- primarily=πρωταρχικά
- primary=πρωταρχικός
- primate=πρωτεύον θηλαστικόν
- prime=κύριος/εξαίρετος/ακμή
- primeval=αρχέγονος
- primitive=πρωτόγονος.
- PSYCH- (Ψυχή)
- Psychology: Ψυχολογία.
- Psychiatry: Ψυχιατρική.
- Psychosomatic: Ψυχοσωματικός.
- Psychic: Ψυχικός.
- PURE< fαγνή>αγνή=αδνή (Δωρική)<fαγ-/(ομόρριζη )παρ->pure >παρθένος (αγνός):
- purgation=κάθαρσις
- purgative=καθαρτικός
- purgatory=καθαρτήριον
- puritan=πουριτανός
- purity=αγνότης.
- PYR- (Πύρ)
- Pyre: Πυρά.
- Pyrotechnics: Πυροτεχνήματα.
- Pyromaniac: Πυρομανής.
- Antipyretic: Αντιπυρετικό.
- QUA(τέσσερα):
- quadrangle=τετράπλευρον
- quadrant=τεταρτοκύκλιον
- quadrilateral=τετράπλευρον
- quadruple=τετραπλάσιον
- quadruplet=τετράδυμον
- quartet=μουσικό κουαρτέτο.
90 . RAD(ακτίς):
radar,radial=ακτινωτός
radiance=ακτινοβολία
radiant=ακτινοβόλο
radiation=ακτινοβολία
radius=ακτίνα.
- RECT- / REG- (Ορέγω / Ρήγας / Άρχω)
- Correct: Διορθώνω.
- Direct: Κατευθύνω.
- Region: Περιοχή.
- Regal: Βασιλικός.
- Rectangle: Ορθογώνιο.
92 .REQU(απαιτώ):
require=απαιτώ
prerequisite=προαπαιτούμενο
request=αίτησις.
- RUPT- (Ρήγνυμι / Ρήξη / Σπάω)
- Erupt: Εκρήγνυμαι.
- Interrupt: Διακόπτω.
- Bankrupt: Χρεοκοπημένος.
- Corrupt: Διεφθαρμένος.
94 . SACR/SANCT< σιαρός>fιαρός>(δασεία)ιαρός (Δωρική )(ιερός):
sacred=ιερό
sacrifice=θυσιάζω/θυσία
sacrilege=ιεροσυλία
sacrosanct=ιερός και απαραβίαστος
sanction=κύρωσις
sanctuary=άδυτον,άσυλον.
95 . SAN (Σάος / Σώος / Υγιής)
- Sane: Ο έχων σώας τας φρένας (λογικός).
- Sanitary: Υγειονομικός.
- Insane: Παράφρων (όχι σώος στο μυαλό).
- Sanity: Ψυχική υγεία.
96 . SCRIB- / SCRIPT- (Γράφω / Σκάπτω)
- Describe: Περιγράφω.
- Script: Σενάριο.
- Prescribe: Συνταγογραφώ.
- Inscription: Επιγραφή.
- Manuscript: Χειρόγραφο.
97 . SECT (Τέμνω / Σέκω)
- Section: Τμήμα, κομμάτι.
- Insect: Έντομο (το ζώο που το σώμα του είναι «εντομή», κομμένο σε τμήματα).
- Sector: Τομέας.
- Dissect: Ανατέμνω.
- Bisect διχοτομώ
- Vivisect ζωοτομώ
98 . SED- / SESS- (Έδος / Έζομαι / Κάθομαι)
- Sedentary: Καθιστικός.
- Session: Συνεδρία.
- President: Πρόεδρος (αυτός που κάθεται μπροστά).
- Sediment: Ίζημα.
99 . SENT- / SENS- (Αισθάνομαι / Νιώθω)
- Sense: Αίσθηση.
- Sensitive: Ευαίσθητος.
- Sentiment: Συναίσθημα.
- Consent: Συναίνεση.
- SEQU- / SECUT- (Έπομαι / Ακολουθώ)
- Sequence: Σειρά.
- Consequence: Συνέπεια.
- Consecutive: Διαδοχικός.
- Executive: Στέλεχος (εκτελεστικός).
101 . SN (Μύτη / Νύσσω / Νύξ
- Sneeze: Φτερνίζομαι.
- Sniff: Μυρίζω (ρουφώ).
- Snore: Ροχαλίζω.
- Snout: Το ρύγχος.
- Snort:Ρουθουνίζω.
102 . SOL- (Όλος / Σόλος / Μόνος)
- Solo: Σόλο.
- Solitary: Μοναχικός.
- Desolate: Ερημωμένος.
- Solitude: Μοναξιά.
103 . SOLE<αfέλιος>ήλιος<f/σέλας Δωρική/// f/σαλ-σαν>sun Αττική///f/σολ Αιολική:
Solar=ηλιακός
Solarium
solstice=ηλιοστάσιον
104 . SOLID (Στέρεος / Όλος)
- Solid: Στερεός.
- Solidarity: Αλληλεγγύη (το να είμαστε όλοι ένα συμπαγές σώμα).
- Consolidate: Σταθεροποιώ (κάνω κάτι «όλον»/συμπαγές).
105 . SOLV (Λύω)
- Solve: Λύνω ένα πρόβλημα.
- Solution: Λύση / Διάλυμα (το λύσιμο των δεσμών της ύλης).
- Resolve: Αποφασίζω (ξαναλύνω το θέμα για να βρω την άκρη).
- Dissolve: Διαλύω.
106 . SOMN (Ύπνος)
- Insomnia: Αϋπνία (η έλλειψη ύπνου).
- Somnambulant: Υπνοβάτης (αυτός που βαδίζει στον ύπνο του).
- Somniferous: Υπνωτικός (αυτός που φέρνει ύπνο).
107 . SPEC- / SPECT- (Σκέπτομαι / Σκοπώ / Βλέπω)
- Inspect: Επιθεωρώ.
- Respect: Σεβασμός (κοιτάζω πίσω).
- Spectacle: Θέαμα.
- Perspective: Προοπτική.
- Speculate: Εικάζω.
108 . SPIR- (Σπαίρω / Αναπνέω)
- Spirit: Πνεύμα.
- Inspire: Εμπνέω.
- Respiration: Αναπνοή.
- Conspire: Συνωμοτώ (αναπνέω μαζί).
109 . STA- / STAT- (Ίστημι / Σταθμός)
- Station: Σταθμός.
- Static: Στατικός.
- Status: Κατάσταση.
- Establish: Καθιερώνω.
- Constant: Σταθερός.
110 .ST(ίσταμαι,στέκομαι):
- stand=στέκομαι
- stagnant=στάσιμος
- stagnate=λιμνάζω
- stance=άποψις
- station=σταθμός
- stationary=στάσιμος
- statue=άγαλμα
- stature=ανάστημα
- status quo= η υπάρχουσα κατάστασις
- stay=μένω
- steady=σταθερός
- steadfast=πάγιος.
111 .STICE(στάσις):
- armistice=ανακωχή
- solstice=ηλιοστάσιο.
- STRUCT- (Στορέννυμι / Στρώνω / Χτίζω)
- Structure: Δομή.
- Construct: Κατασκευάζω.
- Destruction: Καταστροφή.
- Instruction: Οδηγία.
113 . SUB(υπό):
- submarine=υποβρύχιον
- subconcience-υποσυνείδητο
- suppose=υποθέτω
114 . TAIN- / TEN- / TIN- (Τείνω / Κρατώ)
- Contain: Περιέχω.
- Maintain: Συντηρώ (κρατώ με το χέρι).
- Retain: Συγκρατώ.
- Continue: Συνεχίζω.
- Tenure: Θητεία.
115 . TECH- (Τέχνη)
- Technical: Τεχνικός.
- Technology: Τεχνολογία.
- Technique: Τεχνική.
- Pyrotechnics: Πυροτεχνήματα.
116 . TELE- (Τῆλε / Μακριά)
- Television: Τηλεόραση.
- Telescope: Τηλεσκόπιο.
- Telegram: Τηλεγράφημα.
- Telepathy: Τηλεπάθεια.
117 . TEMP- (Τέμνω / Χρόνος)
- Temporary: Προσωρινός.
- Contemporary: Σύγχρονος.
- Temple: Ναός (τετμημένος χώρος).
- Tempo: Ρυθμός.
118 . TERM- (Τέρμα / Όριο)
- Terminal: Τερματικός.
- Determine: Προσδιορίζω (θέτω όρια).
- Exterminate: Εξοντώνω (βγάζω εκτός ορίων).
119 . TERR- (Τέρσομαι / Ξηρά / Γη)
- Territory: Επικράτεια.
- Terrain: Έδαφος.
- Terrace: Ταράτσα.
- Terrestrial: Επίγειος.
120 . THE- (Τίθημι / Θέτω)
- Theme: Θέμα.
- Thesis: Θέση.
- Hypothesis: Υπόθεση.
- Parenthesis: Παρένθεση.
121 . THERM- (Θερμός / Ζέστη)
- Thermal: Θερμικός.
- Thermometer: Θερμόμετρο.
- Thermostat: Θερμοστάτης.
- Thermos: Θερμός.
122 . TRACT- (Τρέχω / Έλκω / Σύρω)
- Attract: Ελκύω.
- Extract: Εκχυλίζω.
- Contract: Συμβόλαιο.
- Tractor: Τρακτέρ.
- Subtract: Αφαιρώ.
123 . UNI- (Οινός / Εις / Ένας)
- Unit: Μονάδα.
- Universe: Σύμπαν (στρέφεται γύρω από το ένα).
- Unique: Μοναδικός.
- Union: Ένωση.
- Uniform: Στολή.
124 . URB- (Άστυ / Πόλις)
- Urban: Αστικός.
- Suburb: Προάστιο.
- Urbanization: Αστικοποίηση.
- Urbane: Ευγενικός (αυτός που έχει τρόπους πόλης).
125 . VAC- (Χάος / Κενός / Άδειος)
- Vacant: Άδειος.
- Vacuum: Κενό αέρος.
- Vacation: Διακοπές (άδειασμα από υποχρεώσεις).
- Evacuate: Εκκενώνω.
- Vanity: Ματαιοδοξία (το κυνήγι του κενού).
126 . VAD- / VAS- (Βαίνω / Βαδίζω / Πηγαίνω)
- Invade: Εισβάλλω.
- Evasive: Φυγόδικος (αυτός που ξεφεύγει).
- Pervasive: Διάχυτος (αυτός που πηγαίνει παντού).
- Invasion: Εισβολή.
127 . VAL- / VAIL- (Άλκις / Ισχύς / Αξία)
- Value: Αξία.
- Valid: Έγκυρος (ισχυρός).
- Prevail: Επικρατώ.
- Valiant: Γενναίος (ισχυρός).
- Equivalent: Ισοδύναμος.
128 . VAP (Καπνός / Ατμός)
- Vapour: Ατμός.
- Evaporate: Εξατμίζω.
- Vaporize: Μετατρέπω σε ατμό.
129 . VEN- / VENT- (Βαίνω / Έρχομαι)
- Event: Γεγονός.
- Prevent: Προλαμβάνω (έρχομαι πριν).
- Invent: Εφευρίσκω.
- Adventure: Περιπέτεια.
- Convention: Συνέδριο (έρχομαι μαζί).
- Revenue: Έσοδα.
130 . VERB- (Ρήμα / Λέξη)
- Verb: Ρήμα.
- Proverb: Παροιμία.
- Verbal: Λεκτικός.
- Adverb: Επίρρημα.
- Verbatim: Κατά λέξη.
- VERT- / VERS- (Βέργω / Στρέφω)
- Reverse: Αντιστρέφω.
- Universe: Σύμπαν (όλο-στρέφω).
- Convert: Μετατρέπω.
- Version: Εκδοχή.
- Advertise: Διαφημίζω (στρέφω την προσοχή).
- Versatile: Πολυτάλαντος (στρέφεται εύκολα).
132 . VEST (fεσθής / Εσθήτα / Ένδυμα)
- Vest: Γιλέκο.
- Invest: Επενδύω (ντύνω κάποιον ή κάτι με αξία/εξουσία).
- Divest: Απογυμνώνω.
- Travesty: Παρωδία (μεταμφίεση, αλλαγή ενδύματος).
133 . VIA- / VEY- / VOY- (Οδός / Δρόμος)
- Via: Μέσω.
- Voyage: Ταξίδι.
- Convoy: Συνοδεία.
- Obvious: Προφανής (αυτό που βρίσκεται πάνω στον δρόμο).
- Previous: Προηγούμενος (πριν τον δρόμο).
134 . VIC- / VICE- (Οίκος / Αλλάζω / Αντί)
- Vice-president: Αντιπρόεδρος.
- Viceroy: Αντιβασιλέας.
- Vicarious: Δι’ αντιπροσώπου.
- Vicissitude: Μεταβολή.
135 . VID- / VIS- (Είδον / Οίδα / Βλέπω)
- Video: Βίντεο.
- Vision: Όραμα.
- Visible: Ορατός.
- Evidence: Απόδειξη.
- Advice: Συμβουλή (αυτό που βλέπεις ως σωστό).
- Supervise: Επιβλέπω.
136 . VINC- / VICT- (Νίκη / Καταβάλω)
- Victory: Νίκη.
- Victim: Θύμα (ο νικημένος).
- Convince: Πείθω (νικώ το μυαλό).
- Invincible: Αήττητος.
137 . VIV- / VIT- (βίfος, Βίος / Ζωή)
- Vivid: Ζωηρός.
- Vital: Ζωτικός.
- Vitamin: Βιταμίνη.
- Survive: Επιβιώνω.
- Revive: Αναβιώνω.
138 . VOC- / VOK- (Βοή / Φωνή / Καλώ)
- Voice: Φωνή.
- Vocal: Φωνητικός.
- Vocation: Κλίση / Επάγγελμα (το κάλεσμα της ψυχής).
- Advocate: Συνήγορος.
- Provoke: Προκαλώ.
- Invoke: Επικαλούμαι.
139 . VOL- (Βούλομαι / Θέλω)
- Voluntary: Εθελοντικός.
- Volunteer: Εθελοντής.
- Benevolence: Καλοσύνη (βούλομαι το καλό).
- Malevolent: Κακεντρεχής (βούλομαι το κακό).
140 .-VOLVE (στρέφω)
- evolve, =εξελίσσω-ομαι
- revolve=περιστρέφομαι.
141 . VOR- (Βορά / Βιβρώσκω / Τρώω)
- Voracious: Αχόρταγος.
- Carnivore: Σαρκοβόρο.
- Herbivore: Φυτοφάγο.
- Omnivore: Παμφάγο.
- Devour: Καταβροχθίζω.
142 . ZO- (Ζώον / Ζωή)
- Zoo: Ζωολογικός κήπος.
- Zoology: Ζωολογία.
- Zodiac: Ζωδιακός κύκλος.
- Protozoa: Πρωτόζωα.
