Roots the Short version

🏛️ GBD ROOTS: THE SHORT VERSION

  1. AGR- (Αγρός / Άγριος)
  • Agriculture: Η καλλιέργεια του αγρού.
  • Aggressive επιθετικός
  •  Aggression: επίθεσις

Η ορμή αυτού που βγαίνει έξω από τα όρια (προς τον αγρό).

  1. AMO- (Αγαπώ / Φιλώ)
  • Amateur: Ο ερασιτέχνης (αυτός που ενεργεί από καθαρή αγάπη).
  • Amiable αξιαγάπητος
  •  Amicable: φιλικός.
  • Amity: Η φιλία.
  • Enamoured: Ο ξελογιασμένος (μέσα στην αγάπη).
  • Enemy: Ο εχθρός (όχι φίλος).
  1. ANIMA- (Άνεμος / Ψυχή)
  • Animal: Το έμψυχο ον (αυτό που έχει «άνεμο»/πνοή μέσα του).
  • Animation: Το να δίνεις ζωή/πνοή σε κάτι άψυχο.
  • Unanimous: Ομόφωνος (μία ψυχή/πνοή για όλους).
  • Equanimity: Ψυχραιμία (σταθερή/ίσια ψυχή).
  1. ANNO- (Ενιαυτός / Έτος)
  • Anniversary: Η επέτειος (εκεί που «στρέφει» ο χρόνος/ενιαυτός).
  • Annual: Το ετήσιο.
  • Perennial: Το παντοτινό (διά μέσου των ετών).
  • Millennium: Η χιλιετία.
  1. ARM- (Αρμός / Αραρίσκω)
  • Armour: Πανοπλία.
  • Armory: Οπλοστάσιο.
  • Armistice: Ανακωχή.
  • Alarm: Συναγερμός.
  • Army: Στρατός.
  • Arm: Μπράτσο.
  1. BENE- (Εὖ / Βέντιστος)
  • Benefit: Όφελος.
  • Benevolent: Καλοπροαίρετος.
  • Benediction: Ευλογία.
  • Benefaction Ευεργεσία
  • Benefactor Ευεργέτης
  • Beneficence Αγαθοεργία
  • Benign Καλοήθης (-tumour)
  1. BI- / BIN- / BIS- (Δίς / Δύο)
  • Bicycle: Δίκυκλος.
  • Binocular: Κιάλια.
  • Combination: Συνδυασμός.
  1. BIO- (Βίος)
  • Biography: Βιογραφία.
  • Biology: Βιολογία.
  • Antibiotic: Αντιβιοτικό.
  1. CAP– / CAPT– / CEPT– (Κάπτω, λαμβάνω,αρπάζω,δέχομαι)
  • Capable: Ικανός.
  • Concept: Έννοια.
  • Capture: Σύλληψη.
  1. CAPITA- (Κάρα / Κεφαλή)
  • Decapitate: Αποκεφαλίζω.
  • Capital: Πρωτεύουσα.
  • Recapitulate: Ανακεφαλαιώνω.
  1. CARNA- (Σάρξ)
  • Carnival: Απόκρεω.
  • Reincarnate: Μετεμψυχώνομαι.
  • Carnivore: Σαρκοβόρο.
  1. -CEIVE (Λαμβάνω )
  • Conceive: Συλλαμβάνω.
  • Perceive: Αντιλαμβάνομαι.
  • Receive: Λαμβάνω.
  1. CHRON- (Χρόνος)
  • Chronological: Χρονολογικός.
  • Chronic: Χρόνιος.
  • Synchronize: Συγχρονίζω.
  • Chronometer: Χρονόμετρο.
  1. CID- / CAS- (Χάζω=χαλάω,υποχωρώ/πτώσις)
  • Accident: Ατύχημα.
  • Incident: Περιστατικό.
  • Occasion: Ευκαιρία.
  • Casual: Πρόχειρος.
  1. CIDE- / CISE- (Κόπτω / Κεάζω=σχίζω / Κτείνω=φονεύω)
  • Decide: Αποφασίζω.
  • Precise: Ακριβής.
  • Suicide: Αυτοκτονία.
  • Concise: Περιεκτικός.
  1. CLAUD- / CLUS- (Κλείω / Κλείδα)
  • Close: Κλείνω.
  • Include: Συμπεριλαμβάνω.
  • Exclude: Εξαιρώ.
  • Conclusion: Συμπέρασμα.
  • Clause: Ρήτρα (Νομ.)πρόταση.
  1. COGN- / GNO- (Γιγνώσκω / Γνώσις)
  • Recognize: Αναγνωρίζω.
  • Cognitive: Γνωστικός.
  • Ignore: Αγνοώ.
  • Diagnosis: Διάγνωση.
  1. CON- (Σύν Ιωνική / Ξύν / ΚονΔωρική)
  • Congratulate: Συγχαίρω.
  • Collaborate: Συνεργάζομαι.
  • Compose: Συνθέτω.
  1. CORP- (Σώμα)
  • Incorporate: Ενσωματώνω.
  • Corporate: Συλλογικός.
  • Corporation: Εταιρεία.
  • Corpse: Πτώμα.
  • Corpulent: Παχύσαρκος.
  1. CRED- (Καρδία / Κύδος=δόξα,τιμή / Πιστεύω)
  • Credit: Πίστη.
  • Incredible: Απίστευτος.
  • Credo: Πιστεύω.
  • Credentials: Διαπιστευτήρια.
  1. CURR- / CURS- (Τρέχω / Θέω)
  • Current: Ρεύμα.
  • Currency: Νόμισμα.
  • Course: Πορεία.
  • Excursion: Εκδρομή.
  1. DEBIT- (Χρέωσις)
  • Debit: Χρέωση.
  • Indebted: Υπόχρεος.
  • Debt: Χρέος.
  • Debtor: Οφειλέτης.
  1. DENSE- (Δασύς)
  • Density: Πυκνότητα.
  • Condense: Συμπυκνώνω.
  • Condensation: Υγροποίηση.
  1. DEX- (Δεξιός)
  • Dexterity: Επιδεξιότητα.
  • Dexterous: Επιδέξιος.
  1. DOM- (Δόμος / Δέμω=χτίζω)
  • Domestic: Οικιακός.
  • Dominate: Κυριαρχώ.
  • Domain: Τομέας.
  • Kingdom: Βασίλειο.
  1. DON- (Δίδωμι / Δίνω)
  • Donate: Δωρίζω.
  • Donor: Δωρητής.
  • Pardon: Συγχωρώ.
  • Condone: Ανέχομαι.
  1. DUC- / DUCT- (Άγω / Δεύκω=οδηγω ελκω)
  • Conduct: Οδηγώ.
  • Education: Εκπαίδευση.
  • Product: Προϊόν.
  • Introduce: Εισάγω.
  1. EQU- (Εικός= ομοιον,το αναμενόμενον / Ίσος)
  • Equal: Ίσος.
  • Equation: Εξίσωση.
  • Equality: Ισότητα.
  • Adequate: Επαρκής.
  1. EU- (Εὖ = καλό/ ΕF)
  • Eugenics: Ευγονική.
  • Eulogise: Εξυμνώ.
  • Euphemism: Ευφημισμός.
  • Euphony: Ευφωνία.
  • Euthanasia: Ευθανασία.
  • Euphoria: Ευφορία.
  1. FER- (Φέρω)
  • Conifer: Κωνοφόρο.
  • Lucifer: Εωσφόρος.
  • Auriferous: Χρυσοφόρος.
  • Saliferous: Αλατούχος.
  1. FIN- (Περαίνω=ολοκληρώνω / Πέρας)
  • Final: Τελικός.
  • Finish: Τελειώνω.
  • Infinite: Άπειρο.
  • Define: Ορίζω.
  1. FLEX- / FLECT- (Πλέκω / Λύγισμα)
  • Flexible: Εύκαμπτος.
  • Reflect: Αντανακλώ.
  • Reflex: Αντανακλαστικό.
  1. FLU- / FLUX- (Φλύω=πλέω / Φλοιός / Ρέω)
  • Fluid: Υγρό.
  • Fluency: Ευχέρεια.
  • Influence: Επιρροή.
  • Flu: Γρίπη (εισροή).
  1. FORM- (Μορφή)
  • Formation: Σχηματισμός.
  • Reform: Μεταρρύθμιση.
  • Uniform: Στολή (μία μορφή).
  1. FORT- (Πύργος / Οχυρό / Ισχύς)
  • Fort: Οχυρό.
  • Fortitude: Ψυχικό σθένος.
  • Fortress: Φρούριο.
  • Effort: Προσπάθεια.
  • Effortless = άκοπος
  • Reinforce = ενισχύω
  • Forceful = φρούριον
  1. FR<fρίγος>ρίγος
  • Frigid= ψυχρός
  • Frigidity=ψυχρότης
  • Fresh= δροσερός
  • Refresh= δροσίζω
  • Refreshments=αναψυκτικά
  • Refrigerator=ψυγείον
  • Freeze=ψύχω/καθηλώνω
  • Freezer=καταψύκτης

 

  1. FRACT– / FRAG– (Ρήγνυμι / Ράκος / Θραύση)
  • Fracture: Κάταγμα.
  • Fragile: Εύθραυστος.
  • Fragment: Απόσπασμα.
  • Fraction: Κλάσμα.
  1. FUG- (Φεύγω / Φυγή)
  • Fugitive: Δραπέτης.
  • Refuge: καταφύγιον
  • Refugee: Πρόσφυγας.
  • Centrifugal: Φυγόκεντρος.
  • Subterfuge= υπεκφυγή
  1. 3 FUSE (Χέω/χύνω)
  • Confusion = σύγχυσις
  • Diffusion = διάχυσις
  • Transfuse = μεταγγίζω
  • Infuse = εγχέω
  1. Gen = γένος/γίγνομαι
  • Generation: Γενεά (αυτοί που «γίνονται» μαζί).
  • Genius: Ιδιοφυΐα (το πνεύμα που γεννιέται μαζί με τον άνθρωπο).
  • Generous: Γενναιόδωρος (αυτός που έχει ευγενές «γένος»/καταγωγή).
  • Genuine: Γνήσιος (αυτός που είναι όπως γεννήθηκε, χωρίς νοθεία).

 

  1. GRAD– / GRESS– (βαίνω>βαθμίς>βαθμός/ Βαδίζω / Βήμα)
  • Graduate: Αποφοιτώ.
  • Grade: Βαθμός (η βαθμίδα που πατάς).
  • Gradual: Σταδιακός (βήμα-βήμα).
  • Progress: Πρόοδος (βήμα προς τα μπροστά).
  • Congress: Συνέδριο (βαδίζουμε μαζί προς ένα σημείο).
  1. GRAT- (Χάρις / Χαρά)
  • Gratitude: Ευγνωμοσύνη.
  • Grace: Χάρη.
  • Congratulate: Συγχαίρω.
  • Grateful: Ευγνώμων.
  1. HYDR- (Ύδωρ)
  • Hydrant: Κρουνός.
  • Hydraulic: Υδραυλικός.
  • Hydrogen: Υδρογόνο.
  • Dehydrate: Αφυδατώνω.
  1. JAC- / JEC- (Ίημι / Ρίπτω/εκτινάσσω)
  • Inject: Κάνω ένεση (ρίπτω μέσα).
  • Reject: Απορρίπτω.
  • Project: Έργο (προβολή).
  1. JUD- / JUR- / JUS- (Δίκη / Δίκαιο / Όρκος)
  • Judge: Δικαστής.
  • Jury: Ένορκοι.
  • Justice: Δικαιοσύνη.
  • Prejudice = προκατάληψις
  1. JUV(Νέος/Ήβη)
  • Juvenile: Ανήλικος, νεανικός.
  • Rejuvenate: Αναζωογονώ (ξανακάνω κάποιον νέο, του δίνω πίσω την ήβη του).
  • Junior: Ο νεότερος.
  1. LAB- (Λαμβάνω / Λάβ- / Εργασία)
  • Labour: Εργασία.
  • Collaborate: Συνεργάζομαι.
  • Laboratory: Εργαστήριο.
  • Elaborate: Επεξεργάζομαι λεπτομερώς (βγάζω κάτι μέσα από πολύ μόχθο).
  1. LACT (Γάλα / Γάλακτος)
  • Lactose: Λακτόζη (το σάκχαρο του γάλακτος).
  • Lactate: Παράγω γάλα / θηλάζω.
  • Lactic: Γαλακτικός.
  • Galaxy Γαλαξίας
    •  
  1. LAT (Φέρω / Λατός / Πλάτος)
  • Relate: Σχετίζομαι (φέρω πίσω μια σύνδεση).
  • Relative: Συγγενής / Σχετικός.
  • Latitude: Γεωγραφικό πλάτος.
  1. LECT- / LEG- / LIG- (Λέγω / Συλλέγω / Διαβάζω)
  • Lecture: Διάλεξη.
  • Legend: Θρύλος.
  • Select: Επιλέγω.
  • Eligible: Επιλέξιμος.
  • Collect=συλλέγω
  • Elect=εκλέγω
  1. LEG(νόμος):
  • legislate=νομοθετώ.
  • legislation=νομοθεσία
  • legislative=νομοθετικός
  • legislature=νομοθετικό σώμα,
  • legitimate=νόμιμος.
  1. LIB (Ελεύθερος / Ε-λευ-)
  • Liberty: Ελευθερία.
  • Liberate: Απελευθερώνω.
  • Liberal: Προοδευτικός, φιλελεύθερος (αυτός που έχει ελεύθερο πνεύμα).
  • Delivery: Παράδοση (από το de-liberare = ελευθερώνω κάτι για να φτάσει στον προορισμό του).
  1. LIN (Λίνον / Λινάρι)
  • Line: Γραμμή.
  • Linear: Γραμμικός.
  • Lineage: Καταγωγή (η «γραμμή» του αίματος).
  • Lining: Φόδρα (το εσωτερικό λινό ύφασμα).

54 . LINGUA (Λείχω / Γλώσσα)

  • Linguist: Γλωσσολόγος.
  • Bilingual: Δίγλωσσος.
  • Language: Γλώσσα.
  • Slang: Ιδιωματισμός (λαϊκή γλώσσα).
  1. LITER (Διφθέρα / Γράμμα)
  • Literature: Λογοτεχνία.
  • Literal: Κυριολεκτικός (κατά γράμμα).
  • Literacy: Εγγραμματοσύνη.
  • Obliterate: Εξαλείφω (σβήνω τα γράμματα).
  1. LOC- (Λόχος / Τόπος)
  • Location: Τοποθεσία.
  • Local: Τοπικός.
  • Allocate: Κατανέμω.
  1. LOG- (Λόγος)
  • Logic: Λογική.
  • Apology: Απολογία.
  • Dialogue: Διάλογος.
  1. LUC- / LUM- / LUS- (Λευκός / Λύκη / Φως)
  • Lucid: Διαυγής.
  • Illuminate: Φωτίζω.
  • Illustration: Εικονογράφηση.
  • Luminous: Φωτεινός.
  • Translucent: Ημιδιαφανής (που αφήνει το φως να περάσει).
  1. MAGN (Μέγας)
    • Magnify: Μεγεθύνω (κάνω κάτι μέγα).
    • Magnificent: Μεγαλοπρεπής (αυτός που κάνει μεγάλα έργα).
    • Magnitude: Μέγεθος.
    • Magnate: Μεγιστάνας.
  1. MAL(κακός):
  • maladjusted=απροσάρμοστος
  • maladroit=αδέξιος
  • malady=ασθένεια
  • malediction=κατάρα
  • malefactor=κακοποιός
  • malevolent=κακόβουλος
  • malformation=δυσμορφία
  • malice=κακία
  • malicious=μοχθηρόςmalign=κακοήθης (όγκος)
  • malnutrition=υποσιτισμός
  • malodorous=δύσοσμος
  • malpractice=αθέμιτη πρακτική.
  1. MANU- (Μάρη / Χείρ)
  • Manufacture: Κατασκευάζω.
  • Manuscript: Χειρόγραφο.
  • manipulate=χειρίζομαι
  • manipulation=χειραγώγησις
  • emancipate=χειραφετώ
  • manual=εγχειρίδιον
  1. MARE (Μαίρω / Θάλασσα)
  • Marine: Θαλάσσιος.
  • Marina: Μαρίνα.
  • Maritime: Ναυτιλιακός.
  • Submarine: Υποβρύχιο (κάτω από τη θάλασσα).
  1. MEDI- (Μέσος / Μέδω)
  • Medium: Μέσο.
  • Immediate: Άμεσος.
  • Mediator: Διαμεσολαβητής.
  1. MEM- (Μνήμη / Μεριμνώ)
  • Memory: Μνήμη.
  • Memento: Ενθύμιο.
  • Commemorate: Τιμώ τη μνήμη.
  • Memorial: Μνημείο.
  • Mention: Αναφέρω (φέρνω στη μνήμη).
  • Memorandum:Μνημόνιο
  1. METER- / METR- (Μέτρον)
  • Diameter: Διάμετρος.
  • Symmetry: Συμμετρία.
  • Metric: Μετρικός.
  1. MIT- / MISS- (Ίημι / Στέλνω)
  • Mission: Αποστολή.
  • Dismiss: Απολύω.
  • Transmit: Μεταδίδω.
  • Admit: Παραδέχομαι.
  1. MOB– / MOT– / MOV– (Αμείβω /μοχλέυω/ Κινώ)
  • Mobile: Κινητό.
  • Motion: Κίνηση.
  • Motivation: Κίνητρο.
  • Remove: Αφαιρώ.
  • Remote: Απομακρυσμένος (κινημένος μακριά).
  1. MORT- (Μορτός / Θάνατος)
  • Mortal: Θνητός.
  • Immortal: Αθάνατος.
  • Mortuary: Νεκροτομείο.
  • Mortality: Θνησιμότητα.
  1. NAV- (Ναύς / Πλοίο)
  • Navy: Ναυτικό.
  • Navigate: Πλοηγώ.
  • Naval: Ναυτικός.
  • Navigate: Πλοηγώ (άγω τη ναυν).
  • Naval: Ναυτικός.
  • Nausea: Ναυτία (η ζάλη του πλοίου).
  • Navigable=πλωτός,
  • Navigator=θαλασσοπόρος
  • Navigation=ναυσιπλοΐα.
  1. NOM- / NYM- (Όνομα)
  • Nominate: Προτείνω.
  • Synonym: Συνώνυμο.
  • Anonymous: Ανώνυμος.
  1. NOV- (νέfος νέfα, νέfη (Αττική) νέα/(Ιωνική)  νεfαρός (Νέος)
  • Novel: Μυθιστόρημα (κάτι νέο).
  • Innovate: Καινοτομώ.
  • Novice: Πρωτάρης.
  • innovate=καινοτομώ
  • innovation=καινοτομία
  • novelty=νεωτερισμός
  • novice=αρχάριος
  • renovate=ανακαινίζω.
  1. OPER- (Έργον / Οφέλλω)
  • Operate: Λειτουργώ.
  • Cooperate: Συνεργάζομαι.
  • Opus: Έργο.
  • Opera
  1. PAC- (Πήγνυμι / Πακτόω / Ειρήνη)
  • Pact: Σύμφωνο.
  • Pacific: Ειρηνικός.
  • Pacify: Κατευνάζω ,ειρηνεύω.
  • peace=ειρήνη,
  • pacifist=ειρηνόφιλος
  • peaceful=γαλήνιος.
  1. PEND- / PENS- (Πένδομαι / Κρέμαμαι / Ζυγίζω)
  • Pendant: Κρεμαστό κόσμημα.
  • Pending: Εκκρεμής.
  • Expense: Έξοδο (ζύγισμα πληρωμής).
  • Pension: Σύνταξη.
  • Compensate: Αποζημιώνω.
  • Depend: Εξαρτώμαι (κρέμομαι από κάπου).
  • Suspend: Αναστέλλω (κρεμάω κάτι ψηλά, το σταματώ προσωρινά).
  • Expense: Έξοδο (αυτό που ζυγίστηκε και πληρώθηκε).
  • Pension: Σύνταξη (η πληρωμή που «ζυγίζεται» για τα γεράματα).
  1. PHIL- (Φίλος / Φιλώ)
  • Philosophy: Φιλοσοφία.
  • Philanthropy: Φιλανθρωπία.
  • Philology: Φιλολογία.
  • Anglophile: Αγγλόφιλος.
  1. PHON- (Φωνή)
  • Phonetic: Φωνητικός.
  • Telephone: Τηλέφωνο.
  • Symphony: Συμφωνία.
  • Microphone: Μικρόφωνο.
  • Gramophone: Γραμμόφωνο.
  1. PHOTO- (Φῶς)
  • Photograph: Φωτογραφία.
  • Photosynthesis: Φωτοσύνθεση.
  • Photon: Φωτόνιο.
  • Photogenic: Φωτογενής.
  1. PLIC- / PLY- (Πλέκω / Διπλώνω)
  • Complicated: Περίπλοκος.
  • Duplicate: Αντίγραφο (διπλό).
  • Imply: Υπονοώ.
  • Reply: Απαντώ (ξεδιπλώνω πίσω).
  • Application: Εφαρμογή.
  1. POL- (Πόλις / Πολίτης)
  • Politics: Πολιτική.
  • Police: Αστυνομία.
  • Metropolis: Μητρόπολη.
  • Cosmopolitan: Κοσμοπολίτης.
  1. PON- / POS- (Πάω / Τίθημι / Θέτω)
  • Position: Θέση.
  • Postpone: Αναβάλλω (θέτω μετά).
  • Compose: Συνθέτω.
  • Oppose: Αντιτίθεμαι.
  • Deposit: Κατάθεση.
  1. PORT- (Πορεία / Πορθμός / Μεταφέρω)
  • Export: Εξάγω.
  • Import: Εισάγω.
  • Transport: Μεταφέρω.
  • Portable: Φορητός.
  • Passport: Διαβατήριο (λιμάνι-πέρασμα).
  1. POST< ποιμήν<έπομαι (ευκτική. εποίμην)= αυτός που ακολουθεί>postposteruspastor (μετά):
  • post meridiem=μετά μεσημβρίαν
  • posterior=μεταγενέστερος
  • posterity=απόγονοι
  • postgraduate-μεταπτυχιακός
  • P.S. postscript=υστερόγραφον.
  1. POPUL(λαός):
  • depopulate=ερημώνω
  • populace=όχλος
  • popular=λαϊκός/δημοφιλής
  • popularity=δημοτικότητα
  • unpopular=μη δημοφιλής
  • populate=οικίζω
  • population=πληθυσμός
  • populous=πολυάνθρωπος
  • people=λαός/κόσμος.
  1. PRESS (Πιέζω / Πρήθω)
  • Pressure: Πίεση.
  • Express: Εκφράζω (βγάζω έξω με πίεση, όπως ο χυμός).
  • Impress: Εντυπωσιάζω (αφήνω σημάδι με πίεση).
  • Depression: Κατάθλιψη (πίεση προς τα κάτω).
  1. PRIME(πρώτος):
  • primacy=πρωτεία
  • primal=αρχικός
  • primarily=πρωταρχικά
  • primary=πρωταρχικός
  • primate=πρωτεύον θηλαστικόν
  • prime=κύριος/εξαίρετος/ακμή
  • primeval=αρχέγονος
  • primitive=πρωτόγονος.
  1. PSYCH- (Ψυχή)
  • Psychology: Ψυχολογία.
  • Psychiatry: Ψυχιατρική.
  • Psychosomatic: Ψυχοσωματικός.
  • Psychic: Ψυχικός.
  1. PURE< fαγνή>αγνή=αδνή (Δωρική)<fαγ-/(ομόρριζη )παρ->pure >παρθένος (αγνός):
  • purgation=κάθαρσις
  • purgative=καθαρτικός
  • purgatory=καθαρτήριον
  • puritan=πουριτανός
  • purity=αγνότης.
  1. PYR- (Πύρ)
  • Pyre: Πυρά.
  • Pyrotechnics: Πυροτεχνήματα.
  • Pyromaniac: Πυρομανής.
  • Antipyretic: Αντιπυρετικό.
  1. QUA(τέσσερα):
  • quadrangle=τετράπλευρον
  • quadrant=τεταρτοκύκλιον
  • quadrilateral=τετράπλευρον
  • quadruple=τετραπλάσιον
  • quadruplet=τετράδυμον
  • quartet=μουσικό κουαρτέτο.

90 . RAD(ακτίς):

radar,radial=ακτινωτός

radiance=ακτινοβολία

radiant=ακτινοβόλο

radiation=ακτινοβολία

radius=ακτίνα.

  1. RECT- / REG- (Ορέγω / Ρήγας / Άρχω)
  • Correct: Διορθώνω.
  • Direct: Κατευθύνω.
  • Region: Περιοχή.
  • Regal: Βασιλικός.
  • Rectangle: Ορθογώνιο.

92 .REQU(απαιτώ):

require=απαιτώ

prerequisite=προαπαιτούμενο

request=αίτησις.

  1. RUPT- (Ρήγνυμι / Ρήξη / Σπάω)
  • Erupt: Εκρήγνυμαι.
  • Interrupt: Διακόπτω.
  • Bankrupt: Χρεοκοπημένος.
  • Corrupt: Διεφθαρμένος.

94 . SACR/SANCT< σιαρός>fιαρός>(δασεία)ιαρός (Δωρική )(ιερός):

sacred=ιερό

sacrifice=θυσιάζω/θυσία

sacrilege=ιεροσυλία

sacrosanct=ιερός και απαραβίαστος

sanction=κύρωσις

sanctuary=άδυτον,άσυλον.

95 . SAN (Σάος / Σώος / Υγιής)

  • Sane: Ο έχων σώας τας φρένας (λογικός).
  • Sanitary: Υγειονομικός.
  • Insane: Παράφρων (όχι σώος στο μυαλό).
  • Sanity: Ψυχική υγεία.

96 . SCRIB- / SCRIPT- (Γράφω / Σκάπτω)

  • Describe: Περιγράφω.
  • Script: Σενάριο.
  • Prescribe: Συνταγογραφώ.
  • Inscription: Επιγραφή.
  • Manuscript: Χειρόγραφο.

97 . SECT (Τέμνω / Σέκω)

  • Section: Τμήμα, κομμάτι.
  • Insect: Έντομο (το ζώο που το σώμα του είναι «εντομή», κομμένο σε τμήματα).
  • Sector: Τομέας.
  • Dissect: Ανατέμνω.
  • Bisect διχοτομώ
  • Vivisect ζωοτομώ

98 . SED- / SESS- (Έδος / Έζομαι / Κάθομαι)

  • Sedentary: Καθιστικός.
  • Session: Συνεδρία.
  • President: Πρόεδρος (αυτός που κάθεται μπροστά).
  • Sediment: Ίζημα.

99 . SENT- / SENS- (Αισθάνομαι / Νιώθω)

  • Sense: Αίσθηση.
  • Sensitive: Ευαίσθητος.
  • Sentiment: Συναίσθημα.
  • Consent: Συναίνεση.
  1. SEQU- / SECUT- (Έπομαι / Ακολουθώ)
  • Sequence: Σειρά.
  • Consequence: Συνέπεια.
  • Consecutive: Διαδοχικός.
  • Executive: Στέλεχος (εκτελεστικός).

101 . SN (Μύτη / Νύσσω / Νύξ

  • Sneeze: Φτερνίζομαι.
  • Sniff: Μυρίζω (ρουφώ).
  • Snore: Ροχαλίζω.
  • Snout: Το ρύγχος.
  • Snort:Ρουθουνίζω.

102 . SOL- (Όλος / Σόλος / Μόνος)

  • Solo: Σόλο.
  • Solitary: Μοναχικός.
  • Desolate: Ερημωμένος.
  • Solitude: Μοναξιά.

103 . SOLE<αfέλιος>ήλιος<f/σέλας Δωρική/// f/σαλ-σαν>sun Αττική///f/σολ Αιολική:

Solar=ηλιακός

Solarium

solstice=ηλιοστάσιον

104 . SOLID (Στέρεος / Όλος)

  • Solid: Στερεός.
  • Solidarity: Αλληλεγγύη (το να είμαστε όλοι ένα συμπαγές σώμα).
  • Consolidate: Σταθεροποιώ (κάνω κάτι «όλον»/συμπαγές).

105 . SOLV (Λύω)

  • Solve: Λύνω ένα πρόβλημα.
  • Solution: Λύση / Διάλυμα (το λύσιμο των δεσμών της ύλης).
  • Resolve: Αποφασίζω (ξαναλύνω το θέμα για να βρω την άκρη).
  • Dissolve: Διαλύω.

106 . SOMN (Ύπνος)

  • Insomnia: Αϋπνία (η έλλειψη ύπνου).
  • Somnambulant: Υπνοβάτης (αυτός που βαδίζει στον ύπνο του).
  • Somniferous: Υπνωτικός (αυτός που φέρνει ύπνο).

107 . SPEC- / SPECT- (Σκέπτομαι / Σκοπώ / Βλέπω)

  • Inspect: Επιθεωρώ.
  • Respect: Σεβασμός (κοιτάζω πίσω).
  • Spectacle: Θέαμα.
  • Perspective: Προοπτική.
  • Speculate: Εικάζω.

108  . SPIR- (Σπαίρω / Αναπνέω)

  • Spirit: Πνεύμα.
  • Inspire: Εμπνέω.
  • Respiration: Αναπνοή.
  • Conspire: Συνωμοτώ (αναπνέω μαζί).

109 . STA- / STAT- (Ίστημι / Σταθμός)

  • Station: Σταθμός.
  • Static: Στατικός.
  • Status: Κατάσταση.
  • Establish: Καθιερώνω.
  • Constant: Σταθερός.

110 .ST(ίσταμαι,στέκομαι):

  • stand=στέκομαι
  • stagnant=στάσιμος
  • stagnate=λιμνάζω
  • stance=άποψις
  • station=σταθμός
  • stationary=στάσιμος
  • statue=άγαλμα
  • stature=ανάστημα
  • status quo= η υπάρχουσα κατάστασις
  • stay=μένω
  • steady=σταθερός
  • steadfast=πάγιος.

111 .STICE(στάσις):

  • armistice=ανακωχή
  • solstice=ηλιοστάσιο.
  1. STRUCT- (Στορέννυμι / Στρώνω / Χτίζω)
  • Structure: Δομή.
  • Construct: Κατασκευάζω.
  • Destruction: Καταστροφή.
  • Instruction: Οδηγία.

113 . SUB(υπό):

  • submarine=υποβρύχιον
  • subconcience-υποσυνείδητο
  • suppose=υποθέτω

114 . TAIN- / TEN- / TIN- (Τείνω / Κρατώ)

  • Contain: Περιέχω.
  • Maintain: Συντηρώ (κρατώ με το χέρι).
  • Retain: Συγκρατώ.
  • Continue: Συνεχίζω.
  • Tenure: Θητεία.

115 . TECH- (Τέχνη)

  • Technical: Τεχνικός.
  • Technology: Τεχνολογία.
  • Technique: Τεχνική.
  • Pyrotechnics: Πυροτεχνήματα.

116 . TELE- (Τῆλε / Μακριά)

  • Television: Τηλεόραση.
  • Telescope: Τηλεσκόπιο.
  • Telegram: Τηλεγράφημα.
  • Telepathy: Τηλεπάθεια.

117 . TEMP- (Τέμνω / Χρόνος)

  • Temporary: Προσωρινός.
  • Contemporary: Σύγχρονος.
  • Temple: Ναός (τετμημένος χώρος).
  • Tempo: Ρυθμός.

118 . TERM- (Τέρμα / Όριο)

  • Terminal: Τερματικός.
  • Determine: Προσδιορίζω (θέτω όρια).
  • Exterminate: Εξοντώνω (βγάζω εκτός ορίων).

119 . TERR- (Τέρσομαι / Ξηρά / Γη)

  • Territory: Επικράτεια.
  • Terrain: Έδαφος.
  • Terrace: Ταράτσα.
  • Terrestrial: Επίγειος.

120 . THE- (Τίθημι / Θέτω)

  • Theme: Θέμα.
  • Thesis: Θέση.
  • Hypothesis: Υπόθεση.
  • Parenthesis: Παρένθεση.

121 . THERM- (Θερμός / Ζέστη)

  • Thermal: Θερμικός.
  • Thermometer: Θερμόμετρο.
  • Thermostat: Θερμοστάτης.
  • Thermos: Θερμός.

122 . TRACT- (Τρέχω / Έλκω / Σύρω)

  • Attract: Ελκύω.
  • Extract: Εκχυλίζω.
  • Contract: Συμβόλαιο.
  • Tractor: Τρακτέρ.
  • Subtract: Αφαιρώ.

123  . UNI- (Οινός / Εις / Ένας)

  • Unit: Μονάδα.
  • Universe: Σύμπαν (στρέφεται γύρω από το ένα).
  • Unique: Μοναδικός.
  • Union: Ένωση.
  • Uniform: Στολή.

124 . URB- (Άστυ / Πόλις)

  • Urban: Αστικός.
  • Suburb: Προάστιο.
  • Urbanization: Αστικοποίηση.
  • Urbane: Ευγενικός (αυτός που έχει τρόπους πόλης).

125 . VAC- (Χάος / Κενός / Άδειος)

  • Vacant: Άδειος.
  • Vacuum: Κενό αέρος.
  • Vacation: Διακοπές (άδειασμα από υποχρεώσεις).
  • Evacuate: Εκκενώνω.
  • Vanity: Ματαιοδοξία (το κυνήγι του κενού).

126 . VAD- / VAS- (Βαίνω / Βαδίζω / Πηγαίνω)

  • Invade: Εισβάλλω.
  • Evasive: Φυγόδικος (αυτός που ξεφεύγει).
  • Pervasive: Διάχυτος (αυτός που πηγαίνει παντού).
  • Invasion: Εισβολή.

127 . VAL- / VAIL- (Άλκις / Ισχύς / Αξία)

  • Value: Αξία.
  • Valid: Έγκυρος (ισχυρός).
  • Prevail: Επικρατώ.
  • Valiant: Γενναίος (ισχυρός).
  • Equivalent: Ισοδύναμος.

128 . VAP (Καπνός / Ατμός)

  • Vapour: Ατμός.
  • Evaporate: Εξατμίζω.
  • Vaporize: Μετατρέπω σε ατμό.

129 . VEN- / VENT- (Βαίνω / Έρχομαι)

  • Event: Γεγονός.
  • Prevent: Προλαμβάνω (έρχομαι πριν).
  • Invent: Εφευρίσκω.
  • Adventure: Περιπέτεια.
  • Convention: Συνέδριο (έρχομαι μαζί).
  • Revenue: Έσοδα.

130 . VERB- (Ρήμα / Λέξη)

  • Verb: Ρήμα.
  • Proverb: Παροιμία.
  • Verbal: Λεκτικός.
  • Adverb: Επίρρημα.
  • Verbatim: Κατά λέξη.
  1. VERT- / VERS- (Βέργω / Στρέφω)
  • Reverse: Αντιστρέφω.
  • Universe: Σύμπαν (όλο-στρέφω).
  • Convert: Μετατρέπω.
  • Version: Εκδοχή.
  • Advertise: Διαφημίζω (στρέφω την προσοχή).
  • Versatile: Πολυτάλαντος (στρέφεται εύκολα).

132 . VEST (fεσθής / Εσθήτα / Ένδυμα)

  • Vest: Γιλέκο.
  • Invest: Επενδύω (ντύνω κάποιον ή κάτι με αξία/εξουσία).
  • Divest: Απογυμνώνω.
  • Travesty: Παρωδία (μεταμφίεση, αλλαγή ενδύματος).

133 . VIA- / VEY- / VOY- (Οδός / Δρόμος)

  • Via: Μέσω.
  • Voyage: Ταξίδι.
  • Convoy: Συνοδεία.
  • Obvious: Προφανής (αυτό που βρίσκεται πάνω στον δρόμο).
  • Previous: Προηγούμενος (πριν τον δρόμο).

134 . VIC- / VICE- (Οίκος / Αλλάζω / Αντί)

  • Vice-president: Αντιπρόεδρος.
  • Viceroy: Αντιβασιλέας.
  • Vicarious: Δι’ αντιπροσώπου.
  • Vicissitude: Μεταβολή.

135 . VID- / VIS- (Είδον / Οίδα / Βλέπω)

  • Video: Βίντεο.
  • Vision: Όραμα.
  • Visible: Ορατός.
  • Evidence: Απόδειξη.
  • Advice: Συμβουλή (αυτό που βλέπεις ως σωστό).
  • Supervise: Επιβλέπω.

136 . VINC- / VICT- (Νίκη / Καταβάλω)

  • Victory: Νίκη.
  • Victim: Θύμα (ο νικημένος).
  • Convince: Πείθω (νικώ το μυαλό).
  • Invincible: Αήττητος.

137 . VIV- / VIT- (βίfος, Βίος / Ζωή)

  • Vivid: Ζωηρός.
  • Vital: Ζωτικός.
  • Vitamin: Βιταμίνη.
  • Survive: Επιβιώνω.
  • Revive: Αναβιώνω.

138 . VOC- / VOK- (Βοή / Φωνή / Καλώ)

  • Voice: Φωνή.
  • Vocal: Φωνητικός.
  • Vocation: Κλίση / Επάγγελμα (το κάλεσμα της ψυχής).
  • Advocate: Συνήγορος.
  • Provoke: Προκαλώ.
  • Invoke: Επικαλούμαι.

139 . VOL- (Βούλομαι / Θέλω)

  • Voluntary: Εθελοντικός.
  • Volunteer: Εθελοντής.
  • Benevolence: Καλοσύνη (βούλομαι το καλό).
  • Malevolent: Κακεντρεχής (βούλομαι το κακό).

 

140 .-VOLVE (στρέφω)

  • evolve, =εξελίσσω-ομαι
  • revolve=περιστρέφομαι.

 

141 . VOR- (Βορά / Βιβρώσκω / Τρώω)

  • Voracious: Αχόρταγος.
  • Carnivore: Σαρκοβόρο.
  • Herbivore: Φυτοφάγο.
  • Omnivore: Παμφάγο.
  • Devour: Καταβροχθίζω.

142 . ZO- (Ζώον / Ζωή)

  • Zoo: Ζωολογικός κήπος.
  • Zoology: Ζωολογία.
  • Zodiac: Ζωδιακός κύκλος.
  • Protozoa: Πρωτόζωα.