Η Μυθολογία δεν είναι Παραμύθια · Κύκλος 1 · Επεισόδιο 3 — Εκατό μάτια, ένας αυλός

Ο Άργος ο Πανόπτης, ακίνητος σαν βράχος, φυλά τη λευκή δαμάλα.

Η Μυθολογία δεν είναι Παραμύθια

Κύκλος 1 · «Ιώ — το κορίτσι που έγινε χάρτης»

Επεισόδιο 3

Εκατό μάτια,
ένας αυλός

Το ισχυρότερο όπλο του Ολύμπου δεν ήταν ο κεραυνός.
Ήταν ένα νανούρισμα.

Άρχισε την αφήγηση ↓

Πρέπει πρώτα να γνωρίσεις τον δεσμοφύλακα

Πρέπει πρώτα να γνωρίσεις τον δεσμοφύλακα, για να μετρήσεις την απόδραση. Ο Άργος ο Πανόπτης δεν ήταν ένα τέρας της σειράς. Ήταν ο υπερήρωας της εποχής του: αυτός που έπνιξε τον ταύρο που ρήμαζε την Αρκαδία και φόρεσε το τομάρι του· αυτός που καθάρισε τον τόπο από τον Σάτυρο που άρπαζε τα κοπάδια· αυτός που βρήκε την Έχιδνα — το φίδι-γυναίκα που κατάπινε διαβάτες — και την αποτελείωσε στον ύπνο της.1 Πρόσεξε την ειρωνεία, γιατί ο μύθος τη λατρεύει: ο ήρωας που σκότωσε το τέρας στον ύπνο του θα πεθάνει από ύπνο.

Αυτόν λοιπόν διάλεξε η Ήρα για δεσμοφύλακα. Και ο Δίας, ψηλά στον Όλυμπο, κοίταζε τη λευκή δαμάλα δεμένη στην ελιά — κοίταζε αυτό που είχε προκαλέσει και δεν τολμούσε να το αγγίξει. Δεν άντεχε άλλο. Φώναξε τον γιο του τον Ερμή — τον πιο γρήγορο, τον πιο πονηρό, τον μόνο θεό που μπορούσε να κλέψει και να τον χειροκροτήσουν — και του είπε δύο λέξεις: «Κλέψε την.»2

Ο Άργος ο Πανόπτης, με τα μάτια του σε αδιάκοπη βάρδια, φυλά τη λευκή δαμάλα.
Ο ήρωας που νίκησε τον ύπνο των άλλων δεν μπορούσε να κοιμηθεί ο ίδιος.

Πώς ζυγώνεις κρυφά αυτόν που δεν έχει πλάτη;

Μόνο που τον Πανόπτη δεν τον κλέβεις. Πώς ζυγώνεις κρυφά αυτόν που δεν έχει πλάτη; Από όπου κι αν έρθεις, σε βλέπει· ό,τι ώρα κι αν διαλέξεις, τα μισά του μάτια είναι ανοιχτά και σε καρτερούν. Ο Ερμής το κατάλαβε αμέσως: εδώ τα φτερωτά σανδάλια δεν ωφελούν. Και έκανε αυτό που κάνουν οι πραγματικά μεγάλοι: άφησε κάτω ό,τι τον έκανε θεό. Έκρυψε τα φτερά, παράτησε το κηρύκειο, ντύθηκε βοσκός. Και πήρε τον ανηφορικό δρόμο για τις Μυκήνες σφυρίζοντας, με μια κοπή γίδια μπροστά του και στο ζωνάρι του μια σύριγγα — τον αυλό του βοσκού με τα εφτά καλάμια.3

Ο Άργος τον είδε από μακριά — ο Άργος τα έβλεπε όλα από μακριά. Αλλά τι να φοβηθεί; Έναν γιδοβοσκό με σκονισμένα πόδια; Τον άφησε να ζυγώσει. Κι ο βοσκός κάθισε σε μια πέτρα απέναντί του, με τον σεβασμό του μικρού προς τον ξακουστό, και άρχισε να παίζει.

Ο Ερμής μεταμφιεσμένος σε γιδοβοσκό ανεβαίνει προς τον Πανόπτη με τη σύριγγα στο ζωνάρι.
Για να περάσει απαρατήρητος, ο θεός άφησε κάτω ό,τι τον έκανε θεό.

Ένα νανούρισμα για εκατό μάτια

Δεν έπαιξε εμβατήρια. Έπαιξε ό,τι παίζουν οι βοσκοί όταν βασιλεύει ο ήλιος: σκοπούς αργούς, γλυκείς, που ανεβοκατεβαίνουν σαν ανάσα κοιμισμένου. Και ανάμεσα στους σκοπούς, ιστορίες — γιατί ο Ερμής ήξερε το μεγάλο μυστικό: κανένα μάτι δεν αντιστέκεται σε καλή ιστορία που λέγεται σιγανά. Ώρες κράτησε το γλυκό πολιορκητήριο. Είκοσι μάτια βαραίνουν... σαράντα... Ο Άργος παλεύει — δεσμοφύλακας είναι, το ξέρει το καθήκον — μα ο σκοπός γυρίζει και ξαναγυρίζει, το απόγευμα χρυσώνει, η φωνή του βοσκού απαλαίνει κι άλλο...3 Και κάποια στιγμή, για πρώτη φορά στη ζωή του Πανόπτη, συνέβη το αδιανόητο: και το εκατοστό βλέφαρο έγειρε.

Ο Ερμής παίζει τη σύριγγα στο χρυσό δειλινό και τα εκατό μάτια του Άργου κλείνουν σαν κύμα.
Ο σκοπός γύριζε και ξαναγύριζε, ώσπου έγειρε και το εκατοστό βλέφαρο.
Το ισχυρότερο όπλο του Ολύμπου δεν ήταν ο κεραυνός. Ήταν ένα νανούρισμα.

Ο μύθος εδώ δεν κρύβει το τίμημα: ο Ερμής δεν τον κοίμισε μόνο. Σήκωσε μια πέτρα και τελείωσε τον φύλακα εκεί που καθόταν — απότομα, βοσκίστικα, οριστικά.4 Οι θεοί των Ελλήνων δεν είναι παραμυθένιοι· γι' αυτό και οι ιστορίες τους δεν ξεθωριάζουν. Από εκείνη τη μέρα ο Ερμής κουβαλά στο όνομά του την πράξη: Αργειφόντης, ο φονιάς του Άργου — παρωνύμιο τόσο παλιό που ήδη ο Όμηρος το λέει μηχανικά, σαν επώνυμο.5

Η Ήρα δεν έκλαψε όπως κλαίνε οι θνητοί. Έκανε κάτι βασιλικότερο: μάζεψε ένα-ένα τα εκατό μάτια του πιστού της φύλακα και τα έσπειρε στην ουρά του αγαπημένου της πουλιού. Κοίταξε ένα παγώνι σήμερα — οποιοδήποτε παγώνι, σε οποιοδήποτε πάρκο του κόσμου. Αυτοί οι εκατό «οφθαλμοί» που ανοίγουν βεντάλια στον ήλιο είναι το μνημόσυνο του Άργου: μάτια που δεν κοιμούνται πια ποτέ, γιατί δεν κλείνουν πια ποτέ.6 Το πουλί που είδες στο περβάζι του Ηραίου στο Επεισόδιο 1; Τώρα ξέρεις γιατί η ουρά του ήταν ακόμα άδεια.

Η δαμάλα ήταν ελεύθερη. Για μια στιγμή — μία — ανάσανε.

Κάτι που δεν ακούει αυλούς

Και τότε η Ήρα έστειλε το τελευταίο της δώρο. Δεν ήταν φύλακας αυτή τη φορά· τους φύλακες τους νανουρίζουν. Ήταν κάτι μικροσκοπικό, φτερωτό, αδιόρατο — ένας οίστρος: η αλογόμυγα με το πυρωμένο κεντρί. Κάτι που δεν κοιμάται, δεν διαπραγματεύεται, δεν ακούει αυλούς. Στο πρώτο κέντρισμα, η λευκή δαμάλα τινάχτηκε σαν να την άγγιξε κεραυνός — και άρχισε να τρέχει.7

Η λευκή δαμάλα τινάζεται και αρχίζει τη φυγή της, κυνηγημένη από τον οίστρο της Ήρας.
Ελεύθερη από τον φύλακα — όχι όμως από τη φυγή.

Έτρεχε προς τα βόρεια, έξω από τον κάμπο, έξω από τον κόσμο που ήξερε. Και δεν θα σταματούσε — ω, δεν θα σταματούσε — ώσπου δύο θάλασσες και ένα πέρασμα ανάμεσα σε δύο ηπείρους να πάρουν το όνομά της.

Από τον Πανόπτη στο Panopticon

ΠΑΝΟΠΤΗΣ → PANOPTICON

Το 1791 ο φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ σχεδίασε μια φυλακή όπου ένας αόρατος φύλακας βλέπει τους πάντες: την ονόμασε Panopticon — παν + ὄψις, κατευθείαν από το παρωνύμιο του δικού μας γίγαντα. Σήμερα η λέξη είναι διεθνής όρος για την εποχή των καμερών και της επιτήρησης. Κάθε συζήτηση περί surveillance στον πλανήτη γίνεται στη σκιά του Άργου. [Α΄]

ΣΥΡΙΓΞ → ΣΥΡΙΓΓΑ → SYRINGE

Ο αυλός του βοσκού — η σύριγξ με τα κούφια καλάμια — χάρισε το όνομά του σε κάθε κούφιο σωληνάκι: έτσι η ένεση του γιατρού λέγεται μέχρι σήμερα σύριγγα, και στα αγγλικά syringe. Το εργαλείο που κοίμισε τον Πανόπτη είναι μακρινός πρόγονος του εργαλείου που... σε τσιμπάει στο ιατρείο. [Α΄]

ΑΡΓΕΙΦΟΝΤΗΣ

«Ο φονεύς του Άργου» κατά την αρχαία κατανόηση — αν και οι γλωσσολόγοι ερίζουν ώς σήμερα για την πρώτη ρίζα του παρωνυμίου. Το κρατάμε όπως το κράτησε ο Όμηρος: αίνιγμα με πιστοποιητικό αρχαιότητας. [Β΄]

Εικονογραφημένη κάρτα με τις λέξεις που ταξιδεύουν και τις πηγές του επεισοδίου.
Οι λέξεις συνεχίζουν το ταξίδι όταν η αφήγηση σωπαίνει.

Επεισόδιο 4

Δύο θάλασσες και ένα πέρασμα ανάμεσα σε δύο ηπείρους θα πάρουν το όνομά της.

Επιστροφή στην αρχή ↑