Διεθνείς Λέξεις & Προσφύματα
- ab- (πρόσφυμα): < από (δηλώνει στέρηση ή προέλευση).
- abeille, bee, apis: < εμπίς (κουνούπι/έντομο).
- abime, abyss, abyssus: < άβυσσος. From “a-” (without) + “byssos” (bottom). The place so deep it has no floor.
- ablution: < από + λούω.
- abside/apse: < αψίς.
- absinthe: < άψινθος.
- acacia: < ακακία.
- Academie: < Ακαδημία.
- Acanthe: < άκανθος.
- Accabler< καταβάλλω.
- Accorder(=συμφωνώ, εναρμονίζω) < χορδή.
- accelerate: (= επιταχύνω) < κέλλω/οκέλλω = ξεκινώ, κινώ προς τα μπρος, οδηγώ πλοίο στην ξηρά. Originally “kelis” (a racing horse). To accelerate is to put the speed of that ancient Greek horse into your motion.
- ace (= άσσος) < εις (του ενός).
- acephalus: < ακέφαλος.
- acme: < ακμή. The highest point of a flower, a career, or a crisis.
- acolyte: < ακόλουθος.
- acoustique: < ακουστική.
- acro-: < άκρον.
- Acrobat < Ακροβάτης.
- -action / -ation (καταλήξεις): < άγω.
- Actor, acteur / act: < άκτωρ = οδηγός, αρχηγός.(άγω)
- acute: (= οξύς) < ακίς = αιχμή.
- ad- (πρόσφυμα): < έντε = προς.
- Adage= (παροιμία, γνωμικό, ρητό ) < Αείδω / Άδω.
- Adapter(=προσαρμόζω): < άπτω. From “apto” (to fasten, to touch, to connect). A device that “fastens” two different things together.
- adenitis: < αδήν.
- Adolescent ( έφηβος): < ad + άλω/αλδαίνω = τρέφω, αυξάνω.
- Adult (ενήλιξ): < ad+ άλω
- adultery: (= μοιχεία) < έντε<εντός + έτερος.
- ae: < αι.
- Aetherial: < αιθήρ.
- Aevus<αιών<αFών Βοιωτικόν/ αε Αττικόν
- After < Αυτάρ= μετά.
- aga (τουρκ. ) = αγάς, δασύτονο άγος που σήμαινε “άξιο τιμής και σεβασμού.
- Agacement (= ενόχλησις) <ακίς
- Age<αιών( τον της εκάστοτε ζωής χρόνον…αιών εκάστου κέκληται. Αριστοτέλης)
- Agglutiner(=συγκολλώ)<γλοιός>glue
- Agir(γαλ.)=ενεργώ /agile/agent/agency/agenda < άγω = οδηγώ, διευθύνω
- Agneau< αμνός <αβνός
- Agony < Αγωνία.
- aimer (=αγαπώ)<αμμάς=τροφός, μήτηρ/<μαίομαι=λαχταρώ, ποθώ, επιδιώκω κάτι με ζήλο>μαμά, μάτερ/μαμ
- Air<FαFήρ>αήρ
- ajouter (= προσθέτω)< ad + jungo< έντε + ζεύγνυμι
- Alius < Άλλος.
- Alley < Αλωή = κήπος στον Όμηρο-ηλιόλουστος. αλώνι- η άλως = το φωτοστέφανο >halo ΑΛΩΑΔΕΣ fαλ-σαλ-/(δ)αλ
- alibi<άλλοθι
- aliment (=τροφή)< άλω = τρέφω
- Alms<ελεημοσύνη
- Altar<ορτός ρ/λ = βωμός
- am = είμαι<ειμί
- amass<mass<μάζα<μασσω=ζυμώνω
- Amazon < Αμαζών: < α + μαζός (χωρίς μαστό).
- ambi < αμφί.
- Ambiguous(=διφορούμενος)<αμφί+άγω
- Ambrosia < Αμβροσία<α+βροτός=θνητός
- Ambulance<αμπολώ= περιφέρομαι
- Amen< ημέν /αμέ …σημαίνει αληθώς και χρησιμοποιείται στους όρκους. Άρα το “αμήν λέγω υμίν” δεν σημαίνει “σας διαβεβαιώνω”, αλλά “Αληθώς σας λέγω”.
- Η εξέλιξη του ημέν είναι το σημερινό ….. αμέ!
- amer (γαλ.=πικρός)< αμαυρός
- Ammonia < Άμμων: Από την άμμο της Λιβύης (Δίας Άμμων).
- Amoral < Α- + Moral: Το στερητικό Α (α-γνωστος, α-θεος).
- Amnesia < Αμνησία.
- Ample(=άπλετος) <α+ πίμπλημι = γεμίζω
- Anarchy < Αναρχία: < αν + αρχή.
- Angel < Άγγελος.
- Angle(= γωνία)<αγκών
- anima: (= ψυχή) < άνεμος. unanimous< ένας+άνεμος= μια ψυχή = ομόφωνος
- animus(=εχθρότητα, κίνητρο, πνεύμα: < άνω + είμι (= έρχομαι).
- annus <ενιαυτός = έτος
- ante– πρόσφυμα< άντα=πέραν, αντί
- Anthem < Αντίφωνον.
- Anthology < Ανθολογία: < άνθος + λέγω (συλλογή ανθέων/κειμένων).
- antique <άντα = πέραν
- anxiety: < άγχω.
- Apathy < Απάθεια.
- apt: (= επιτήδειος) < άπτω = συνάπτω.
- Aqua < Αγα / Ακα / Αχα/Απα/Αα: Ρίζα για το νερό (Αχ-ελώος, Αχ-έρων, Αχ-ιλλεύς).
- archives: < αρχεία.
- argent: < άργυρος.
- annus: < ενιαυτός = έτος.
- ante- / antique: < άντα = πέραν, αντί.
- AQUA: < ΑΓΑ / ΑΚΑ / ΑΧΑ/ΑΠΑ/ΑΑ = νερό.
- Αχιλλεύς: < αχα (Αχαΐα, Aqua, Αχελώος, Αχέρων = ύδατα/συναίσθημα) + από τα άχα ιλλείν το εύ (ίλλω/είλλω = συνελαύνω εντός μικράς περιφερείας).
- Ερμηνεία: Ο γιος της Θέτιδος που μέσα από τη συναισθηματική περιδίνηση βγάζει τον καλύτερο εαυτό.
- Aphrodite <Αφροδίτη < ἀφρός+δύω/βυθίζω=Ἀφροδύτη καί διά συνήθους.ἐναλλαγῆς υ,ι,Αφροδίτη/ Αφρογένεια: < αφρός + γίγνομαι. Η ανάδυση από την περιδίνηση του συναισθήματος (ελλείν/ιλλείν > έλιξ > ελίσσομαι).
- APOTHECARY / BOUTIQUE < ΑΠΟΘΗΚΗ
- An amazing journey: the “apotheke” (storage) became the French “boutique”. From a warehouse to a high-end shop!
- arable: (= αρόσιμος) < αρώ = αροτριώ-οργώνω.
- Architecture < Αρχιτεκτονική: < αρχή + τέκτων (ο πρώτος των μαστόρων).
- archives<αρχεία
- argent<άργυρος
- arcade / Ark: < άρκα (κιβωτός) < άσπρις (είδος δρυός).
- Arcadia<Αρκαδία: < αργός (λαμπρός).
- Arm< άρμος = ώμος
- Armistice(=ανακωχή)< arm+στάσις
- Armoire(=συρτάρι)<ερμάριον
- art (=τέχνη)<αραρίσκω=προσαρμόζω, κοσμώ
- article<άρθρον
- asem περσικά <ασήμιον
- Ass (=γαϊδούρι)< όσνος = όνος
- Ass/ arse < αργειακόν άρση=το πύελον/ η πύελος=λεκάνη
- Assister( =παρευρίσκομαι)<έντε+ίστημι=παρίσταμαι
- ASYMPTOMATIC < Α- (στερητικό)
- The Greek “Alpha Privative” that negates everything that follows it
- . -ation (κατάληξις)< άγω
- Atlas < Άτλας: Ο υπομένων, αυτός που κρατά το βάρος.
- Atrium<αίθριον
- aube aurora<αυγή<αFώς= ηώς
- audio…< αυδή=φωνή>άναυδος
- audition<αυς = ους = αυτί
- augment<αυξάνω <αfγ-σω=αυξάνω-αυγατίζω
- Aura < Αύρα.
- austere<αυστηρός
- authentic<αυθεντικός
- autre/other<έτερος<Fέτερος(δασεία)έτερος/Fάτερος/(δασεία)άτερος
- auxiliary=βοηθητικός< αυξάνω (δύναμη)
- aveugle=τυφλός<βανός<αFάω
- avia=γιαγιά<αFjα>αία
- avion =αεροπλάνο<άημι=πνέω, αίβετος = αητός
- axis<άξων
- Balcony < άλκαρ = προπύργιον (αλκή = άμυντική ικανότητα), έπαλξις.
BALCONY | ΑΛΚΑΡ / ΑΛΚΗ | (EL): Από το ἄλκαρ (προπύργιο, έπαλξη). Η ἀλκή είναι η άμυνα. Το μπαλκόνι είναι ένα σημείο προστασίας και άμυνας του σπιτιού. (EN): From “alkar” (bulwark/stronghold). It shares the root with “alke” (defense). A balcony was originally a defensive part of a building. |
- Bald, calvo, chauve < βαλακρός (δωρική) / φαλακρός / καραφλός.
BALD | ΒΑΛΑΚΡΟΣ | (EL): Από τη δωρική λέξη βαλακρός (φαλακρός). Δες πώς το β έγινε b (bald) και το φ έγινε c/ch (calvo). (EN): From the Doric “balakros” (bald). The “b” sound survived in English “bald”, while “f” shifted to “c” in Latin-based languages. |
- BALL < ΒΑΛΑΝΟΣ
- The acorn shape that gave us the concept of the “ball” and anything spherical.
- Ball < βαλλίζω = κινώ, γέρνω τους πόδας, μπάλλος = βαλλισμός.
BALL / BALLOON | ΒΑΛΛΙΖΩ / ΠΑΛΛΩ | (EL): Από το βαλλίζω (κινώ, γέρνω τα πόδια) και την πάλλα (σφαίρα) από το πάλλω. Η μπάλα είναι κάτι που «πάλλεται». (EN): From “ballizo” (to dance/jump) and “palla” (a ball/sphere). It’s all about motion and vibration. |
- Ball < πάλλα < πάλλω/Βάλανος = σφαίρα. The acorn shape that gave us the concept of the “ball” and anything spherical.
BALSAM | ΒΑΛΣΑΜΟΝ | (EL): Το θεραπευτικό βάλσαμον. (EN): From “balsamon”. A word that remained almost identical across languages for a healing ointment. |
- Banjo < πανδούρα = λαούτο.
BANJO | ΠΑΝΔΟΥΡΑ | (EL): Από την πανδούρα, το αρχαιοελληνικό τρίχορδο λαούτο. (EN): From “pandoura” (a three-stringed lute). The name of this musical instrument evolved from Greek to English. | ||||||
|
|
| ||||||
BARBARIAN | ΒΑΡΒΑΡΟΣ | (EL): Από τον ήχο «βαρ-βαρ» όσων δεν μιλούσαν ελληνικά. (EN): Onomatopoeic, from the sound “bar-bar” used to describe foreigners whose language was unintelligible to Greeks. | ||||||
|
|
| ||||||
BARITONE | ΒΑΡΥΤΟΝΟΣ | (EL): Από το βαρύς + τόνος. (EN): From “barys” (heavy/deep) + “tonos” (tone). | ||||||
|
|
| ||||||
BARON | ΒΑΡΥΣ | (EL): Ο «έχων βάρος», ο ισχυρός. Ο τίτλος ευγενείας κρύβει το ελληνικό βάρος της εξουσίας. (EN): Linked to “barys” (heavy). It designates a man of “weight” or importance in society. | ||||||
- Barque / barica < βάρις = ποταμόπλοιον = βαρύ πλοίο με ευρύ πυθμένα.
BARQUE / BARGE | ΒΑΡΙΣ | (EL): Από τη βάριν (βαρύ ποταμόπλοιο). Αυτό που αντέχει βάρος. (EN): From “baris” (a heavy Egyptian boat, later used in Greek). A vessel built to carry weight. | |||||||||
BARON | ΒΑΡΥΣ | (EL): Ο «έχων βάρος», ο ισχυρός. Ο τίτλος ευγενείας κρύβει το ελληνικό βάρος της εξουσίας. (EN): Linked to “barys” (heavy). It designates a man of “weight” or importance in society. | |||||||||
|
|
| |||||||||
|
|
| |||||||||
BASE / BASIS | ΒΑΣΙΣ | (EL): Από το βαίνω (πατώ). Εκεί που πατάει κανείς σταθερά. (EN): From “basis” (stepping/pedestal), from the verb “baino” (to walk/step). | |||||||||
BASIL | ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ | (EL): Ο βασιλικός, το φυτό των βασιλέων. (EN): From “basilikos” (royal). Named so for its “kingly” properties or its use in royal medicine/rituals. | |||||||||
- BASQUES (English/French/Basco Vasco Ισπανικά) < Fάσκωνες, Γάσκωνες, Ουάσκωνες.
BASQUES | FΑΣΚΩΝΕΣ | (EL): Από τους Fάσκωνες. Το αρχαίο δίγαμμα (F) έγινε “Β”. (EN): From “Waskones”. The transition of the ancient digamma sound “W/F” into “B” gave the name of the Basque people. |
- Bath, bagno, bain < βαλανείον = λουτρόν. The ancient Greek bathhouse (“balaneion”) traveled to Rome and Italy to become the modern “bagno
BATH / BAGNO | ΒΑΛΑΝΕΙΟΝ | (EL): Από το βαλανείον (δημόσιο λουτρό). (EN): Linked to “balaneion”. The practice and the place for cleansing found its way into Western languages. |
- bear < φέρω.
BEAR / BIRTH | ΦΕΡΩ / ΒΑΡΟΣ | (EL): Από το φέρω (τροπή φ/b). Το να «φέρεις» ένα βάρος ή ένα παιδί. (EN): From “phero” (to carry). The “ph” sound shifted to “b”, linking the act of carrying weight to birth. |
- Bee < εμπίς = είδος οίστρου.
BEE / APIS | ΕΜΠΙΣ | (EL): Από την ἐμπίδα (έντομο που κεντρίζει). (EN): From “empis” (a stinging insect). The Latin “Apis” and English “Bee” share this ancient stinging root. |
- Beef / boeuf / bos < βοFς–βούς / βοF-βως (οF > ου/οι/ω).
BEEF / BOEUF | ΒΟFΣ / ΒΟΥΣ | (EL): Από το αρχαίο βοFς. Το δίγαμμα (F) έδωσε τον ήχο “f” ή “v” στο beef. (EN): From “bo-Ws”. The digamma “W/F” sound led to the Latin “bos” and the modern “beef”. |
- belah (τουρκ.) < βέλιον = ατυχές, ενόχληση.
- best < βέλτιστος < Fέριστος.
ἀγαθὸς ὁ, ἡ ἀμείνων τὸ ἄμεινον ἄριστος
BEST | ΒΕΛΤΙΣΤΟΣ | (EL): Από το βέλτιστος (ο καλύτερος). Σύντομη εκδοχή της δικής μας τελειότητας. (EN): Superlative form related to “beltistos” (the best/most useful). |
- bi(s)- < βι(ς) < δι(ς) (στην αττική διάλεκτο) < δFι / δFυ / δυF.
- bicycle < δι-κύκλο.
BI- / BICYCLE | ΔΙΣ / ΔFΙ | (EL): Από το δίς (δύο φορές). Το δίγαμμα έδωσε το «bi-». (EN): From “dis” (twice) and “dWi”. The phonetic evolution created the prefix “bi-” for double things. | ||
BIBLE | ΒΙΒΛΟΣ | (EL): Από τη Βύβλο (τον πάπυρο). (EN): From “Byblos”, named after the Phoenician city that exported papyrus used for writing books. | ||
- binocular < δις + όκκος. (Τον Ήλιον ονόμασαν Οσίρη = πολύφθαλμος < όσσαι = 2 οφθαλμοί στον Όμηρο από ρίζα ΟΚ. ΟΚΚΙΑ μου στην Κέρκυρα, OCCULUS). ΟΚ-FΕ/ΣΕ ΤΟ ΚΑΠΑ ΣΙΓΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ 2 ΣΙΓΜΑ Η 2 ΚΑΠΑ)= διόπτρα
BINOCULAR | ΔΙΣ + ΟΚΚΟΣ | (EL): Από το δίς + ὄκκος (οφθαλμός). Ρίζα ΟΚ- (Όκια, Όσσιρις, oculus). (EN): From “dis” (twice) + “okkos” (eye). The root “OK-” survived in “oculus” and the Homeric “ossai” (two eyes). |
- biology < βίος + λόγος.
BIOLOGY | ΒΙΟΣ + ΛΟΓΟΣ | (EL): Η μελέτη της ζωής (βίος). (EN): From “bios” (life) + “logos” (study/word). |
- Bi(s )<βι< δί(ς).(Αττική διάλεκτος)
- biscuit < δις + coctus (πέσσω-πέπτω = ψήνω ,χωνεύω) = παξιμάδι.
BISCUIT | ΔΙΣ + COCTUS | (EL): Από το δίς + πέπτω (ψήνω). Το διπλοψημένο. (EN): From “dis” (twice) + “pepto” (to cook/bake). Literally means “twice-baked”. |
- blame / blaspheme < βλασφημώ (βλάπτω + φήμη).
BLAME | ΒΛΑΣΦΗΜΩ | (EL): Από το βλάπτω + φήμη. (EN): From “blasphemos” (harmful speech), from “blapto” (to harm) + “pheme” (reputation). | ||
BLANC / BLANK | ΒΑΛΟΣ | (EL): Από το βαλός (λευκός, φωτεινός). (EN): From “balos” (shining/white). It describes the absence of color or the presence of light. | ||
- boat < βουτίς = είδος πλοίου.
BOIRE / BEVERAGE | ΠΙFΩ / ΠΙΝΩ | (EL): Από το αρχαίο πίFω. Το δίγαμμα (F) μετατράπηκε σε “b” και “v”. (EN): From the ancient “pi-Wo” (to drink). The transition of the “p” and “w” sounds led to the modern “beverage”. |
- bomb < βόμβος.
BOMB | ΒΟΜΒΟΣ | (EL): Από τον βόμβο (βαθύς ήχος). (EN): From “bombos” (a booming or humming sound). |
- boreas < βορέας.
BOSS | ΠΟΣΣΙΣ | (EL): Από τον πόσσιν (αφέντης του σπιτιού, δεσπότης). (EN): Tracks back to “possis” (the master of the house, the lord). |
- botany < βοτάνη.
BOTANY | ΒΟΤΑΝΗ | (EL): Η επιστήμη των φυτών (βοτάνη). (EN): From “botane” (herb/plant/grass). |
- bottle < βουττίον (υποκοριστικό του βούττις = αγγείο).
- boulevard < βολή + varda (φυλάσσω).
BOULEVARD | ΒΟΛΗ + VARDA | (EL): Από τη βολή + varda (φυλάσσω). Οχυρό άμυνας. (EN): From “bole” (throw/defense line) + “varda” (guard/protect). A fortified rampart. |
- box < πυξίς=κουτί
- . Box<πύξ =δια της πυγμής
BOX / PYXIS | ΠΥΞ / ΠΥΞΙΣ | (EL): Από το πύξ (γροθιά). Κουτί από ξύλο πυξαριού. (EN): From “pyxis” (a box made of boxwood). The wood’s name comes from “pyx” (clenched fist). |
- brain < βρέγμα.
BRAIN | ΒΡΕΓΜΟΣ | (EL): Από τον βρεγμό (πρόσθιο μέρος του κρανίου). (EN): From “bregmos” (the front part of the skull). |
- branchia < βράγχια.
BRAVO | ΒΡΑΒΕΙΟΝ | (EL): Προέρχεται απευθείας από το ελληνικό βραβείο. (EN): From “brabeion” (prize/award). A cheer for a job well done. |
BRIEF | ΒΡΑΧΥΣ | (EL): Ο σύντομος. Από το βραχύς (το «χ» έγινε «f»). (EN): From “brachys” (short). The phonetic shift of “ch” to “f” gave us “brief”. |
BROTHER | ΦΡΑΤΩΡ | (EL): Από τον φράτορα (μέλος της ίδιας φρατρίας). (EN): From “phrator” (member of a brotherhood/phratry). |
BROWS | ΟΦΡΥΕΣ | (EL): Τα φρύδια. Από τη μακεδονική λέξη αβρούτες. (EN): From “ophryes” (eyebrows). The “b” sound stems from the Macedonian variant “abroutes”. |
- brilliant < βηρύλλιον.
- brontosaurus < βροντή + σαύρα.
- Brute=ζωώδης< βαρύς άλογος βρίθυς Βρίθω (=εἶμαι βαρύς, εἶμαι γεμάτος). Ἀπό ρίζα βρε- (πού δηλώνει κάτι δυνατό καί μεγάλο) + θ + ω
βρίθω. Ἀπ’ τήν ἴδια ρίζα οἱ λέξεις: βριαρός (=δυνατός),Βριάρεως (=γίγαντας μέ ἑκατό χέρια)
BRUTE | ΒΡΙΘΩ / ΒΡΙΑΡΟΣ | (EL): Από το βρίθω (είμαι βαρύς). Όπως ο γίγαντας Βριάρεως. (EN): From “brithos” (weight/heaviness) and the giant “Briareos”. |
- bubble < πομφόλυξ.
- buffalo < βούβαλος.
- bulb < βολβός.
BULB | ΒΟΛΒΟΣ | (EL): Από τον βολβό. (EN): From “bolbos” (an onion-like root or any spherical mass). |
- Burg/borough<(καταλήξεις τοπωνυμίων)< Μπούρτζι, πύργος. Burgus ήταν ένας πύργος, μία οχυρή θέση που έλεγχε μια βασική οδική αρτηρία
BURG / BURY | ΠΥΡΓΟΣ | (EL): Από τον πύργο. Το Burgus ήταν η οχυρή θέση. (EN): From “pyrgos” (tower/fortress). Found in countless city names (Hamburg). |
- bus < omnibus (λατ.) = για όλους.
- butcher < βουτύπος (= αυτός που χτυπάει βόδια).
- butter < βούτυρον (βους + τυρός).
BUTTER | ΒΟΥΤΥΡΟΝ | (EL): Από το βούς + τυρός. Το «τυρί του βοδιού». (EN): Literally “cow-cheese” (bous + tyros). |
- Cabotage =ακτοπλοΐα <, κάβος
CABOTAGE | ΚΑΒΟΣ / ΑΚΤΗ | (EL): Η ακτοπλοΐα. Από τον κάβο (το ακρωτήρι). Το ταξίδι από κάβο σε κάβο, κοντά στην ακτή. (EN): Coastal navigation. From “cavos” (cape/headland). Sailing from one cape to another. |
- cadavre (= πτώμα) < κενέβρειος = νεκρός
CADAVRE | ΚΕΝΕΒΡΕΙΟΣ | (EL): Το πτώμα. Από το κενέβρειον (νεκρό σώμα ζώου ή ανθρώπου). (EN): A dead body. From the ancient Greek “kenebreios” (carrion/corpse). |
- calamity < καλαμίτης = ακρίδα συμφορά
CALAMITY | ΚΑΛΑΜΙΤΗΣ | (EL): Η συμφορά. Από τον καλαμίτη (είδος ακρίδας που κατέστρεφε τα σπαρτά/καλάμια). Όταν ερχόταν ο «καλαμίτης», ερχόταν η απόλυτη καταστροφή. (EN): A great misfortune. From “kalamites”, a type of locust that destroyed the reeds/crops. |
- calculate, calculus-calx-calicis < ψηφίς παιχνιδιού = κάλχηξ-χάλιξ-ικος
CALCULATE / CALCULUS | ΧΑΛΙΞ / ΨΗΦΙΣ | (EL): Από τον χάλικα (πετραδάκι). Οι αρχαίοι υπολόγιζαν χρησιμοποιώντας μικρές πέτρες (ψηφίδες). (EN): To count or reckon. From “chalix” (pebble). Ancient calculations were done using small stones. |
- call < καλώ
CALL | ΚΑΛΩ | (EL): Αυτούσια η λέξη! Το ρήμα καλώ που σημαίνει ονομάζω ή προσκαλώ. (EN): From “kalo” (to call/summon). A direct linguistic link. |
- canine < κύων=σκύλος
CANINE | ΚΥΩΝ | (EL): Ο σκύλος. Από τον κύνα (γενική: κυνός). Με τροπή του κ σε c. (EN): Relating to dogs. From “kyon” (dog). |
- canteen < κάνθαρος = είδος αρχαίου ποτηριού
CANTEEN | ΚΑΝΘΑΡΟΣ | (EL): Η καντίνα/παγούρι. Από τον κάνθαρο, το αρχαιοελληνικό ποτήρι με τις δύο λαβές . (EN): From “kantharos”, a specific type of ancient Greek drinking cup. |
- Captive < Κάπτω: Καταπίνω λαίμαργα, αρπάζω.
- care < κήδος (δ ιωνικό σε ρ δωρικό) Deep emotional concern. From “kidos” (sorrow/care), the root that also gave us “kideia” (funeral/honoring the dead).
CARE | ΚΗΔΟΣ | (EL): Η φροντίδα, η έγνοια. Από το κῆδος (λύπη, φροντίδα για τους νεκρούς). Το δωρικό “ρ” αντικατέστησε το ιωνικό “δ”. (EN): Deep concern or sorrow. From “kidos” (sorrow/care). The root also gave us “kideia” (funeral). |
- caress < καρρέζω = χαϊδεύω, κάρα = κεφαλή αγαπημένος
CARESS | ΚΑΡΡΕΖΩ / ΚΑΡΑ | (EL): Το χάδι. Από το καρρέζω (χαϊδεύω την κεφαλή). Από την κάρα (κεφαλή). (EN): A gentle touch. From “karrezo”, meaning to stroke the head (“kara”). |
- carnival < κάρνος = βόσκημα, κρέας carna+vale = απέχω του κρέατος, απόκρεω.
CARNIVAL | ΚΑΡΝΟΣ / ΚΡΕΑΣ | (EL): Από τον κάρνο (βοσκήσιμο ζώο, κρέας). Carna + vale σημαίνει «απέχω από το κρέας» (Απόκρεω). (EN): From “karnos” (flesh/meat). Literally “farewell to meat”, exactly like the Greek “Apokreo”. |
- caustic < καυστικός
- caution < κοέω-ω = ακούω, προσέχω
CAUTION | ΚΟΕΩ | (EL): Η προσοχή. Από το κοέω-ῶ (ακούω, αντιλαμβάνομαι, προσέχω). (EN): Care taken to avoid danger. From “koeo” (to perceive/notice). |
- CAVALO < ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ < ΚΑΠΠΑ (δωρικά = ίππος) + ΔΕΧΟΜΑΙ (ιωνικά με κάπα δέκομαι), ΥΠΟΔΕΧΟΜΑΙ διότι το γιώτα δωρικά γίνεται α, η δασεία του ίππου ήταν F το οποίο γίνεται και κάπα η σίγμα π-β-φ-.
CAVALRY / CAVALO | ΚΑΠΠΑ + ΔΕΚΟΜΑΙ | (EL): Από το κάππα (δωρικά ο ίππος) + δέκομαι/δέχομαι. Ο ίππος που σε «δέχεται». Η Καππαδοκία είναι η χώρα που «δέχεται τους ίππους». (EN): From “kappa” (Doric for horse) + “dechomai” (to receive). Cappadocia literally means the land that breeds/receives horses. |
- cave < ΚΩΣ < ΚΩFΟΣ = ΚΑΒΟΥΡΙ/ΚΑΒΟΥΚΙ. Κως: Από το «Κωfoς» (το f αντιπροσωπεύει το αρχαίο δίγαμμα), το οποίο σημαίνει νήσος με πολλά σπήλαια (κοιλώματα).
CAVE / CAGE | ΚΩΣ / ΚΩFΟΣ | (EL): Η σπηλιά. Από το ΚωFος (κοίλος, κενός). Συνδέεται με την Κω και το «καβούκι». (EN): A hollow place. From “kofos” (hollow), linked to the island of Kos and a protective shell (“kavouki”). |
Cavity(=κοιλότης)<κύαρ = οπή
- cedar < κέδρος
CEILING / CIEL | ΚΟΙΛΟΣ | (EL): Το ταβάνι / Ο ουρανός. Από το κοίλος (θολωτός). Ο ουρανός ως ο μεγάλος «θόλος». (EN): From “koilos” (hollow). The sky and ceiling are perceived as a vast hollow dome. |
- celebrate < κλέος
- Celer / Accelerate < Κέλης: < κέλλω (ελαύνω), δρομικός ίππος
CELERY | ΣΕΛΙΝΟΝ | (EL): Το σέλινο. Σύμβολο δόξας (στεφάνια στα Νέμεα). (EN): From “selinon”. Used to weave victory wreaths for the Nemean Games. | ||||
CELIBACY | ΚΟΙΤΗ + ΛΕΙΠΩ | (EL): Η αγαμία. Από το κοίτη (κρεβάτι) + λείπω. Αυτός που «λείπει» από τη συζυγική κλίνη. (EN): From “koite” (bed) + “leipo” (to be absent). Absent from the marriage bed. | ||||
CELLAR / CELL | ΚΑΛΙΑ / ΚΑΛΥΠΤΩ | (EL): Το κελάρι / Το κελί. Από την καλιά (καλύβα/κρυψώνα) από το καλύπτω. (EN): From “kalia” (hut) and “kalypto” (to cover). A small, covered room. | ||||
- cemetery < κοιμητήριον
CEMETERY | ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΝ | (EL): Από το κοιμάμαι. Ο τόπος της τελευταίας ανάπαυσης. (EN): From “koimamai” (to sleep). A place of rest. |
- cenotaph < κενοτάφιον
- census < κήνσος < κεντέω-ώ (κεντρίζω τη μνήμη)
- center < κέντρον
- -ception (κατάληξις) =λήψις e.g. conception=σύλληψις
- ceramic < κεραμικός
- cereal < Κόρη (Δήμητρα)
- chanter < κανάσσω = ηχώ
- chaos < χάος From “chaino” (to gape open). It’s the vast, wide-open void that existed before order was born.
CHAOS | ΧΑΟΣ | (EL): Από το ρήμα χάσκω (μένω ανοιχτός). Το απέραντο κενό πριν τη δημιουργία. (EN): From “chasko” (to gape). The primordial void. |
- character < χαρακτήρ From “charasso” (to engrave). Your character is the permanent “imprint” carved into your soul that cannot be erased
CHARACTER | ΧΑΡΑΚΤΗΡ | (EL): Από το ρήμα χαράσσω. Το σημάδι που χαράσσεται ανεξίτηλα στην ψυχή. (EN): From “charasso” (to engrave). The enduring “imprint” on one’s soul. |
- charity < χάρις
CHARITY / CHER | ΧΑΡΙΣ / ΚΑΡΑ | (EL): Από τη χάρη και την κάρα (κεφαλή). Ο αγαπημένος (Cher) είναι αυτός που έχουμε «πάνω στο κεφάλι μας». (EN): From “charis” (grace) and “kara” (head). A beloved person is held “above our head” (precious). |
- chart < χάρτης
CHART | ΧΑΡΤΗΣ | (EL): Από τον χάρτη (φύλλο παπύρου ή χαρτιού) . (EN): From “chartes” (a leaf of papyrus or paper). |
- chasm < χάσμα
CHASM | ΧΑΣΜΑ | (EL): Από το χάσκω. Το μεγάλο άνοιγμα στη γη . (EN): From “chasma” (a wide opening/gap). |
- chemise < χιτών
CHEMISE | ΧΙΤΩΝ | (EL): Το υποκάμισο. Μια διαδρομή αιώνων: Χιτών > Tunica > Chemise. (EN): A shirt. It traces back through Latin to the Greek “chiton”. |
- cherish < χαρίζομαι
- cherry < κέρασος
CHERRY | ΚΕΡΑΣΟΣ | (EL): Το κεράσι. Από την πόλη Κερασούντα του Πόντου. (EN): From “kerasos”. Named after the city of Cerasus in Pontus. |
- chest < κίστη
CHEST | ΚΙΣΤΗ | (EL): Από την κίστη (κουτί). Το στήθος θεωρείται το «κουτί» που προστατεύει την καρδιά. (EN): From “kiste” (box). The thorax “boxes” and protects the organs. | ||
CHILE | ΦΥΛΗ | (EL): Η Χιλή. Από παραφθορά της λέξης Φυλή, που χαρακτήριζε τους γηγενείς. Το “φ” έγινε “ch”. (EN): From “Phyle” (tribe). The name refers to the indigenous people. | ||
- chimera < χίμαιρα
CHIMERA | ΧΙΜΑΙΡΑ | (EL): Το μυθολογικό ον. Σήμερα σημαίνει την ουτοπία, το ανέφικτο όνειρο . (EN): A mythological creature; an impossible or foolish fancy. |
- chirurgy < χειρουργική
CHIRURGY | ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ | (EL): Από το χείρ (χέρι) + έργον. Η εργασία που γίνεται με τα χέρια. (EN): From “cheir” (hand) + “ergon” (work). Literally “hand-work”. |
- chivalry < ίππος
CHIVALRY | ΙΠΠΟΣ / ΚΑΠΠΑ | (EL): Η ιπποσύνη. Από τον δωρικό Κάππα (ίππο). Ο ιππότης είναι ο ευγενής πάνω στο άλογο. (EN): Knighthood code. From “hippos” via the Doric “kappa” and Latin caballus. |
- choir < χορός
CHOIR / CHORUS | ΧΟΡΟΣ | (EL): Η ομάδα τραγουδιστών. Μια λέξη σχεδόν ίδια εδώ και 2.500 χρόνια. (EN): A group of singers. From “choros”, virtually unchanged for millennia. |
- cholera < χολέρα<χολή
CHOLERA | ΧΟΛΕΡΑ | (EL): Από τη χολή. Η ασθένεια των χυμών του σώματος. (EN): From “chole” (bile). Linked to the humors of the body. |
- chord < χορδή
CHORD / CORD | ΧΟΡΔΗ | (EL): Η χορδή του οργάνου ή το σχοινί . (EN): From “chorde” (string of a musical instrument). |
- chorus < χορός
- chrism < χρίσμα
- Christ < Χριστός
CHRIST | ΧΡΙΣΤΟΣ | (EL): Από το ρήμα χρίω (αλείφω με μύρο). Ο «Κεχρισμένος». (EN): From “chrio” (to anoint). The “Anointed One”. |
- chromatic < χρωματικός
- chronic < χρονικός
CHRONIC | ΧΡΟΝΙΚΟΣ | (EL): Από τον Χρόνο. Αυτό που διαρκεί πολύ . (EN): From “chronos” (time). |
- chrysalis < χρυσαλλίς
CHRYSALIS | ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ | (EL): Από το χρυσός. Το κουκούλι που λάμπει σαν χρυσάφι . (EN): From “chrysos” (gold). |
- chrysanthemum < χρυσάνθεμον
- Ciel coelum cielo<κοίλος
- cinema < κίνημα< κινέω-ώ
CINEMA | ΚΙΝΗΜΑ | (EL): Από το κινέω-ώ. Η τέχνη της κίνησης . (EN): From “kinema” (movement). |
- circle < κύκλος
CIRCLE / CIRCUS | ΚΙΡΚΟΣ | (EL): Από τον κίρκο (γεράκι που πετάει κυκλικά) ή τον κρίκο . (EN): From “kirkos” (hawk/circle). |
- cite < κινέω-ώ
- city < κείμαι (εκεί που κείσαι/κατοικείς)
CITY | ΚΕΙΜΑΙ | (EL): Εκεί που «κείσαι» (κατοικείς). Η κοινή μας κλίνη. (EN): Where you “lie” (reside). From the root of “keimai”. | |||
CLE / KEY | ΚΛΕΙΔΙ / ΚΛΑFΙΣ | (EL): Από το δωρικό κλάFις (με Δίγαμμα). Έδωσε το λατινικό clavis και το γαλλικό cle. • cle/key/clavis/clavicord< κλειδί δωρικό κλάFις>κλάις>κλάς/κλής κλέFις>κλέις (EN): From “klavis”. The root led to the Latin clavis and eventually the English “key”. | |||
- clergy < κληρικός
CLERICAL | ΚΛΗΡΙΚΟΣ | (EL): Από τον κλήρο (το κομμάτι γης ή το αξίωμα) . (EN): From “kleros” (lot/inheritance). |
- climate < κλίμα
CLIMATE | ΚΛΙΜΑ | (EL): Από το κλίνω. Η «κλίση» των ακτίνων του ήλιου. (EN): From “klimo” (to incline). The slope of the sun’s rays. |
- climax < κλίμαξ
CLIMAX | ΚΛΙΜΑΞ | (EL): Η σκάλα. Η κορύφωση σκαλί-σκαλί . (EN): From “klimax” (ladder/staircase). |
- clinic < κλινική
CLUB | ΚΛΩΒΟΣ | (EL): Από τον κλωβό (κλουβί). Ομάδα ανθρώπων σε έναν «κλειστό» κύκλο. (EN): From “klobos” (cage/enclosure). An “enclosed” social circle. |
coeur courage cordial concord< Καρδία <κῆρ και κέαρ ουδέτερον <κω=καίω < κεκράσθαι εκ ψυχρού και θερμού .
Coffin(=φέρετρο)<κόφινος
- cognoscere < γιγνώσκω γνω-κνω-κοννέω-ώ > κοέω < νους know-κονεω-κονω connaitre cognosco /// κογξ = γνώρισε. γλώσσα < γνώσα < γνώ και απο εδώ βγαίνει το γνώσκω και γιγνώσκω και στα Λατινικά έγινε Cognosco και σημαίνει γνωρίζω ( απο το τελευταίο μέρος της λέξεις το sco ) έγινε Scio που σημαίνει γνωρίζω καλά, και βεβαίως απο εκεί βγήκε το Science όπου είναι και ο επιστήμων διότι είναι αυτός που κατέχει την γνώση ( ως προς το science ) ενώ αυτός που επίσταται ως προς το Επιστήμων.
COGNOSCO / KNOW | ΓΙΓΝΩΣΚΩ | (EL): Η ρίζα ΓΝΩ- έγινε KN- στα αγγλικά. Η γνώση φέρνει την ουσία στο φως. (EN): The root “GNO-“ evolved into “KN-“. To know is to bring essence to light. |
- Colleague, college < con + λογάδες = επίλεκτοι άνδρες.
COLLEAGUE | CON + ΛΟΓΑΔΕΣ | (EL): Από το con (συν) + λογάδες (οι επίλεκτοι). Οι «επίλεκτοι άνδρες» που εργάζονται μαζί. (EN): From “con” + “logades” (the chosen/elite ones). Selected individuals working together. |
- Collection < con + λέγω
COLLECTION | CON + ΛΕΓΩ | (EL): Από το συν + λέγω (συλλέγω). Συγκέντρωση επιλεγμένων κομματιών . (EN): From “con” + “lego” (to gather/pick). |
- colline < κολώνη = λόφος
- complain/t < επλήττετο από τα κύματα (Οδυσσεύς πολυπλάζοντας) Plaint < πλάζω (κύματι πλάζετο)
COMPLAIN / PLAINT | ΠΛΑΖΩ / ΠΛΗΤΤΩ | (EL): Συνδέεται με τον Οδυσσέα τον «πολυπλάζοντα». Ο παραπονούμενος είναι αυτός που «πλήττεται» από τις συμφορές. (EN): From “plazo” (to strike). To express the feeling of being “struck” by misfortune, like Odysseus was “tossed” (plazeto). |
- complex < συν+πλεγμα = σύμπλεγμα
COMPLEX | ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ | (EL): Από το συν + πλέγμα. Αυτό που είναι πλεγμένο μαζί. (EN): From “syn” + “plegma” (web). Something interwoven. |
- con- πρόσθημα < ξυν, συν, κον (Δωρική)
CON- (PREFIX) | ΚΟΝ / ΣΥΝ | (EL): Το λατινικό πρόθεμα προέρχεται από τη δωρική μορφή κόν του σύν . (EN): The Latin prefix stems from the Doric “kon”. | ||
|
|
| ||
CONCEPTION | ΛΗΨΙΣ / ΛΑΒ- | (EL): Κατάληξη -ception σημαίνει «λήψη». Από τη ρίζα ΛΑΒ- (λαμβάνω). Conception = Σύλληψη (συν + λήψη). (EN): Suffix meaning “taking”. From “lepsis” (taking), from the root “LAB-“ (to take). | ||
- conclude < συν+περαίνω = τελειώνω con + κλείνω
CONCLUDE | ΣΥΝ + ΚΛΕΙΩ | (EL): Από το συν + κλείΩ. Το «κλείσιμο» ενός κύκλου σκέψης. (EN): To end. From “con” + “kleio” (to close). |
- concubine = παλλακίς < συν + κύβη (= κεφαλή) = κείμαι ομού
CONCUBINE | ΠΑΛΛΑΚΙΣ / ΚΥΒΗ | (EL): Από το συν + κύβη (κεφαλή). Αυτή που «κείται ομού», κεφάλι με κεφάλι. (EN): From “con” + “kybe” (head). Literally “lying head-to-head”. |
- conjunction < συν + ζεύξη
CONJUNCTION | ΣΥΝ + ΖΕΥΞΗ | (EL): Από το συν + ζεύξη (από το ζυγός). Ένωση κάτω από τον ίδιο «ζυγό» . (EN): From “syn” + “zeuxis” (yoking/joining). | ||
CORK / CORUNIA | ΕΡΚΟΣ / ΚΟΡΩΝΗ | (EL): Cork-Ireland< έρκος= τείχος. Εκεί υπήρχε φράγμα 1ο γραμματόσημο Ιρλανδίας αρχαία άρπα. Corunia LA CORUNIA (ΒΑΣΚΟΙ) ΚΟΡΩΝΑ με έμβλημα της τον Ηρακλή (EN): Cork (Ireland) from “herkos” (barrier). La Coruña (Spain) from “korone” (crown). | ||
- COSMOS < ΚΟΣΜΟΣ
- The word means “ornament”. The Greeks saw the Universe not as a mess, but as a perfectly ordered piece of jewelry.
COSMOS | ΚΟΣΜΟΣ | (EL): Το σύμπαν ως στολίδι (κοσμέω) . (EN): The universe as an ornament. | |||||||||||||||
COURAGE / COEUR | ΚΑΡΔΙΑ | (EL): Η Καρδία < Κηρ < Κω (καίω). Το όργανο που «καίει», το κέντρο της θερμότητας της ψυχής. (EN): From “kardia”. The heart is the center of vital heat. “Courage” is having “heart”. | |||||||||||||||
COWARD(=δειλός) | ΚΟΘΟΥΡΟΣ | (EL): Από το κόθουρος (αυτός που έχει την ουρά ανάμεσα στα σκέλια) . (EN): From “kothouros” (with tail between legs), a term for a coward. | |||||||||||||||
CRAB | ΚΑΡΑΒΟΣ | (EL): Από τον κάραβο (το οστρακόδερμο, το καβούρι) . (EN): From “karavos” (crustacean). | |||||||||||||||
CREAK | ΚΑΡΚΑΙΡΩ | (EL): Από το ονοματοποιημένο καρκαίρω. (EN): To rumble/quiver. From the ancient Greek “karkairo”. | |||||||||||||||
CREPUSCULE | ΚΝΕΦΑΣ | (EL): Το λυκόφως. Από το κνέφας (το σκοτάδι που πέφτει). (EN): Twilight. From “knephas” (darkness/dusk). | |||||||||||||||
CRIME | ΚΡΙΜΑ | (EL): Από το κρίμα (η απόφαση/ποινή, αποτέλεσμα της κρίσεως) . (EN): From “krima” (judgment/verdict). | |||||||||||||||
CRITERION | ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ | (EL): Το εργαλείο της κρίσεως . (EN): The tool of judgment. | |||||||||||||||
CROWN | ΚΟΡΩΝΗ | (EL): Το στέμμα. Από την κορωνίδα (το κυρτό τελείωμα) . (EN): From “korone” (curved object/crown). | |||||||||||||||
CULTURE | ΚΟΛΕΩ-Ω | (EL): Culture < κολέω-ῶ (καλλιεργώ). (EN): “Culture” from “koleo” (to cultivate). | |||||||||||||||
curator<Ομηρος:‘’δώμα κορήσετε’’=καθαρίστε το ανάκτορο
cure<κορέω-ω = σαρώνω, καθαρίζω, επιμελούμαι, φροντίζω (νεωκόρος) αντιδάνειο κούρα
- CYBER < ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ
- Every time you enter “Cyberspace”, you are using the word for the ancient Greek “Kybernitis” (the pilot/navigator).
CYBER- | ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ | (EL): Από τον αρχαίο Κυβερνήτη (τον πηδαλιούχο). Η τέχνη του «πηδαλίου». (EN): From “kybernitis” (steersman). Cybernetics is the art of steering. | ||
CYNICAL | ΚΥΝΙΚΟΣ | (EL): Από τον κύνα (σκύλο) . (EN): From “kyon” (dog). | ||
- cycle<κύκλος
- cypress<κυπάρισσος
- cyst< κύστις
- Dance < δινεύω = στροβιλίζω (δίνη)
DANCE | ΔΙΝΕΥΩ | (EL): Από το δινεύω (στροβιλίζομαι, περιστρέφομαι). Η λέξη κουβαλάει τη «δίνη» του χορού. (EN): From “dineuo” (to whirl or spin around). It shares the same root as “dini” (vortex/whirlpool). |
- Danube DNIEPER < ΔΑΝΑΗ < ΔΑΝ = ΝΕΡΟ ΥΓΡΑΣΙΑ ΔΡΟΣΙΑ ΠΟΤΑΜΟΣ (ΔΟΥΝΑΒΗΣ, ΔΝΕΙΠΕΡΟΣ) / < ΔΑ = ΓΗ + ΝΑΕΙ = ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΤΟΙΚΕΙ
- (EN): The names of these great European rivers come from the Greek root “Dan-“, linked to Danae, the one who “waters” the continent.
- (EL): Τα ονόματα των μεγάλων ποταμών της Ευρώπης προέρχονται από τη ρίζα «Δαν-», που συνδέεται με τη Δανάη και το στοιχείο του νερού που «ποτίζει» την ήπειρο.
DANUBE / DNIEPER | ΔΑΝΑΗ / ΔΑΝ | (EL): Από το Δαν, που σημαίνει νερό, υγρασία, δροσιά. Οι μεγάλοι ποταμοί της Ευρώπης έχουν το ελληνικό «υγρό» στοιχείο στο όνομά τους. (EN): From “Dan” (water/moisture). The names of these major rivers reflect the ancient root for flowing water. |
- Daughter < θυγατέρα / δυχατέρα.
DAUGHTER | ΘΥΓΑΤΗΡ | (EL): Από τη θυγατέρα. Μια λέξη που έμεινε σχεδόν απαράλλαχτη στους αιώνες. (EN): Directly from the Greek “thygater”. |
- Day < δία αιθρία / ευεξία. ευ + δια < δίFα = λαμπρή, φωτεινή, άρα ημέρα. ιν + δέα / εν + δία / διFα / δεFα / δέα / θέα > δία = μεσημβρία, ηλιόλουστη ημέρα Διός
DAY | ΔΙΑ / ΔΙΟΣ | (EL): Από τη Δία (αίθρια, μεσημβρία, ηλιόλουστη ημέρα). Συνδέεται με τον Δία (Ζευς), τον θεό του φωτός και του ουρανού. (EN): From “dia” (bright/sunny day), linked to the god Zeus (“Dios”), the deity of the bright sky. |
- De < διά, διέ (Αιολική)
- Deacon < διάκονος
- Death < δάνος με χαρακτηριστικό δ < θ στη μακεδονική διάλεκτο (Δωρική), θάνατος
DEATH | ΔΑΝΟΣ / ΘΑΝΑΤΟΣ | (EL): Από τον θάνατο. Η ρίζα θαν- έγινε deat- στα αγγλικά. Στα αρχαία ο δανός ήταν ο ξηρός, ο νεκρός. (EN): From “thanatos”. The root “than-“ evolved into “death” in English. | ||
DEBILITY | ΔΕ- / ΔΥΣ- | (EL): Η αδυναμία. Το πρόθεμα de- αντιστοιχεί στο ελληνικό δυσ- (δυσκολία, έλλειψη). (EN): Physical weakness. The prefix “de-“ correlates to the Greek “dys-“ (difficulty/lack). | ||
- Decade < δεκάς
- Decapitate (=αποκεφαλίζω)< κύβη = κεφαλή
DECENT | ΔΕΚΟΜΑΙ / ΔΕΧΟΜΑΙ | (EL): Ο αξιοπρεπής. Από το δέκομαι (δέχομαι). Αυτός που είναι «δεκτός» από την κοινωνία λόγω του ήθους του. (EN): From “dechomai” (to receive/accept). Someone who is “acceptable” or “fitting” in society. | ||
DECISION / DEICIDE | ΔΙΑ / ΔΑΙΩ | (EL): Από το δαίω (μοιράζω, κόβω). Η απόφαση είναι ένας «χωρισμός» (διά-κρισις). Το -cide (φόνος) από το κτονία). (EN): From “daio” (to divide/cut). A decision is a “cutting away” of options. | ||
- Decimate < αποδεκατίζω
- DECORATE < διε + κόσμος / κόρμος (εσωτερικός ρωτακισμός).
DECOR / DECORUM | ΔΟΚΩ / ΔΟΞΑ | (EL): Η διακόσμηση. Από το δοκῶ (φαίνομαι). Συνδέεται με τη δόξα (την καλή εμφάνιση, την τιμή). (EN): From “doko” (to seem/appear). Linked to “doxa” (reputation/glory/appearance). |
- Dehim (Περσικά) < διάδημα.
DELECTABLE | ΔΙΕ + ΛΕΓΩ | (EL): Ο εκλεκτός. Από το αιολικό διε (δια) + λέγω (συλλέγω). Η διαδικασία της επιλογής του καλύτερου. (EN): From “dia” + “lego” (to pick/gather/select). |
- Deleggo = μαζεύω / δελέγγω < (αιολ.) διε (αττ.) δια + λέ–γω / fω / jω = συλλέγω
- Delete < δηλέομαι = φθείρω, βλάπτω
- Delirious < λήρος = ανόητη ομιλία (παραληρώ).
DELIRIOUS | ΛΗΡΟΣ | (EL): Το παραλήρημα. Από τον λήρο (ανόητη ομιλία, ασυνάρτητα λόγια). Όταν κάποιος παραληρεί, «ληρεί». (EN): From “leros” (nonsense/idle talk). To be in a state of confusion or wild talk. | ||
DELIVERY | ΔΙΕ + ΛΥΩ | (EL): Η παράδοση/απελευθέρωση. Από το δια + λύω. Η «λύση» των δεσμών ή η μεταφορά που «λύνει» μια ανάγκη. (EN): From “dia” + “lyo” (to loosen/release). | ||
- Deluge = κατακλυσμός < διά + λούω (diluvium).
- Demagogue < δημαγωγός
DEUCE / DUO / TWO | ΔΥΟ | (EL): Από το δύο. Η ρίζα της δυάδας που γέννησε όλες τις λέξεις για τον αριθμό 2 στη Δύση. (EN): From “duo” (two). The fundamental root for duality. |
- Democracy < δημοκρατία
- Demolition(κατεδάφισις)<μώλος = σωρός χωμάτων προς την πλευρά της θάλασσας.
- Demon < δαίμων < δαήμων = ο γνωρίζων, ο σοφός < δάω = μανθάνω, διδάσκω.
- Dense < δασύς = πυκνός
- Dentist < οδούς – οδόντος
- Destiny < ιστάνω = θέτω, ορίζω
- Deuil / deleo (λατ.) = πένθος < δηλέομαι = φονεύω (δηλητήριον). Deleterious = επιβλαβής, βλαβερός.
DEUIL / DELETERIOUS | ΔΗΛΕΟΜΑΙ | (EL): Το πένθος (Deuil) και το επιβλαβές. Από το δηλέομαι (φονεύω, βλάπτω). Η ρίζα για το δηλητήριο. (EN): From “deleomai” (to hurt/damage/destroy). |
- Deux duo two < δfω > δύfω > δύω > δύο < δυγόν, ζυγόν > yoga
- Devil < διάβολος
DEVIL | ΔΙΑΒΟΛΟΣ | (EL): Από το διαβάλλω (ρίπτω διά, συκοφαντώ). (EN): From “diabolos” (slanderer/accuser). |
- Destroy < Εστορείν: «Εστόρεσαν δύναμιν» (κατέστρεψαν τη δύναμη).
- Dexterity < Δεξιότητα.
- Dictionary < Δείκνυμι: < dictio (λέγω) < ρίζα δεικ- (δείχνω με λόγια).
Disque / Disk < Δίσκος.
- Devour < βρώσκω (βορά)
- Dexterous / Dexterity < δεξιός
- Dictc < –δεικνύω (predict, indict, contradict, edict)
- Dieu, dues, dio < θεσός > θεFός > διFjός > δίFος > δίος > θεός. ΔέFος > Δ’ιος = Δίας.
- Differ < διαφέρω
DIFFICULT | ΔΥΣ + FACILIS | (EL): Από το δυσ- (δυσκολία) + facilis (εύκολος). Κάτι που γίνεται με δυσκολία. (EN): From “dys-“ (difficulty) combined with the Latin for “easy”. |
- Dilute = αραιώνω < δια – λούω
- Direct < δια + ορέγω, ορέγω = εκτείνω την χείρα και διευθύνω
- Disaster < δυς + αστήρ (κακή επήρεια των άστρων).
- Discern < δια – κρίνω
- Disperse < δια – σπείρω
- Distance < δι – ίσταμαι
- Disk disque < δίσκος / λίσκος
- Distill (=αποστάζω)< στίλη = στάλα
- Doctor < δάω, δάσκω = διδάσκω
- DOCTEUR < δοκώ = μου φαίνεται καλό.
DOLL | ΕΙΔΩΛΟΝ | (EL): Η κούκλα. Από το εἴδωλον (ομοίωμα). Η λέξη έγινε Idol και κατέληξε Doll. (EN): From “eidolon” (image/idol). The word evolved into “idol” and was eventually shortened/altered to “doll”. |
Dollar<τάλαρος (κάλαθος για προϊόντα με τα οποία γινόταν ανταλλαγή)
- Dolphin < ΔΕΛΦΙΣ
- (EN): From “delphys” (womb). The Greeks identified the dolphin as a mammal with a womb, unlike fish.
- (EL): Από το «δελφύς» (μήτρα). Οι Έλληνες αναγνώρισαν το δελφίνι ως θηλαστικό με μήτρα, σε αντίθεση με τα ψάρια.
· DOMINANT / DOME | ΔΩΜΑ / ΔΟΜΟΣ |
|
DO OR | ΘΥΡΑ | (EL): Από τη θύρα. Με τροπή του θ σε d. Μια λέξη που άνοιξε τις πόρτες όλων των γλωσσών. (EN): From “thyra” (door). The phonetic shift from “th” to “d” created the English word. |
Donna<ζ>δ Ζανίς=η κυρία αυτού>ζυνή>γυνή ζανίδες=ηγεμονίδες (Ησύχιος). |
|
|
Donor<δοτήρ= δότης.
|
|
|
Door < δορ/τορ/θύρα ή δορά =προβιά με την οποία εκλειναν το άνοιγμα της θύρας, ή δούρειος=ξύλινος ή< δρυς δέρρις,δέρτρον |
|
|
DORMITORY | ΔΑΡΘΑΝΩ | (EL): Το υπνωτήριο. Από το ομηρικό δαρθάνω (κοιμάμαι). Dormant,dormir,Dormitory<δάρθω(παρακ.) δέδορμαι = κοιμάμαι (EN): From “darthano” (to sleep). A place dedicated to sleeping. |
DOSE | ΔΟΣΙΣ | (EL): Από το δίδωμι. Η δόσις (αυτό που δίνεται). (EN): From “dosis” (a giving), from the verb “didomi” (to give). |
DOUBT | ΔΥΟ | (EL): Η αμφιβολία. Όταν ο νους είναι μοιρασμένος στα δύο (δισταγμός). Doubt<δοιάζω, αμφιβάλλω (EN): From “duo” (two). To doubt is to be “of two minds”. |
Dowry<δώς = δώρων |
|
|
DRAGON | ΔΡΑΚΩΝ | (EL): Από το δέρκομαι (βλέπω καθαρά, ακτινοβολώ). Ο δράκων είναι αυτός που έχει «διαπεραστικό βλέμμα». (EN): From “drakon”, from “derkomai” (to see clearly). It refers to the creature’s legendary piercing gaze. |
Drag<δράξ = το κοίλον της παλάμης (δραχμή) |
|
|
DRAMA | ΔΡΑΜΑ | (EL): Από το δράω-ῶ (πράττω). Το δράμα είναι η πράξη επί σκηνής. (EN): From “drao” (to do/act). A dramatic performance is an “action”. |
• Drastic < Δραστικός: < δράω-ώ (κάνω, ενεργώ). • Dry < Τέρσομαι: < δρύος (ξερός). • Dual / Duo < Δύο / Δυϊκός.
|
|
|
DRAW / DRAG | ΔΡΑΣΣΟΜΑΙ | (EL): Σύρω, τραβώ. Από το δράσσομαι (αρπάζω, πιάνω σφιχτά). (EN): To pull or haul. From “drassomai” (to grasp/seize). |
DRY | ΔΡΟΣΟΣ | (EL): Ο ξηρός. Από τη δρόσο (μέσω της έννοιας της έλλειψης δροσιάς/υγρασίας). (EN): Linked to “drosos” (dew/moisture), evolved to describe its opposite. |
• Druid<δάρυλοςΔρυςδρύfυς=δρυς Η ΔΡΥΣ ΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ-ΔΩΡΙΚΑ ΕΛΕΓΕΤΟ ΔΑΡΥΛΟΣ>tree
|
|
|
dulcis<γλεF/δλεF/δελF/δυλF/δυFλ/δυλ/γλυκύς |
|
|
Dual / Duo < Δύο / Δυϊκός.
|
|
|
DYNAMITE | ΔΥΝΑΜΙΣ | (EL): Από τη δύναμη. (EN): From “dynamis” (power/strength). |
Duration< διάρκεια
- ear < αύς = ούς = αυτί
EAR | ΑΥΣ / ΟΥΣ | (EL): Από το αρχαίο αὖς (ή οὖς), που σημαίνει αυτί. (EN): From the ancient Greek “aus” or “ous”, meaning the ear. |
- earth < έρα = γη
EARTH | ΕΡΑ | (EL): Από την ἔρα, που σημαίνει τη γη, το έδαφος. (EN): From “era”, an ancient word for the ground or earth. |
- eau < ύδωρ, fυδωρ, ύει = βρέχει
EAU (FR) | ΥΔΩΡ / ΥΕΙ | (EL): Το γαλλικό νερό προέρχεται από το ὕδωρ (με το αρχαίο δίγαμμα Fὕδωρ) και το ρήμα ὕει (βρέχει). (EN): From “hydor” (ancient “Fhydor”) and “yei” (to rain). | ||
Echo < Ηχώ: Η νύμφη που επαναλάμβανε τους ήχους.
|
|
| ||
ECO / ECONOMY | ΟΙΚΟΣ + ΝΕΜΩ | (EL): Από τον οἶκο (Fοἶκος). Η οικονομία είναι η διανομή (νέμω) και διαχείριση των πόρων του οίκου. (EN): From “oikos” (house) + “nemo” (to distribute/manage). | ||
- eco < Οίκος < Fοίκος
- ecole / school / scuola < Σχολείον. Μεταγενέστερο εκ του “σχόλη” που σήμαινε την ανάπαυση, την απραξία, την αργία… αλλά επίσης και ένα έργο στο οποίο μπορεί να αφιερώσει κανείς τις ελεύθερες του ώρες, μία σπουδαία μελέτη ή συζήτηση. Με τον καιρό άρχισε να σημαίνει τον χώρο που μπορούν να γίνουν αυτές οι συζητήσεις/διαλέξεις, προστέθηκε η χαρακτηριστική παραγωγική κατάληξη που δηλώνει τον τόπο (-είον) και με αυτή τη σημασία πέρασε και σε άλλες γλώσσες.
ECOLE / SCHOOL | ΣΧΟΛΕΙΟΝ / ΣΧΟΛΗ | (EL): Συγκλονιστικό! Προέρχεται από τη σχόλη, που αρχικά σήμαινε ανάπαυση και αργία. Ήταν ο ελεύθερος χρόνος που αφιέρωνε κανείς στη μελέτη. (EN): From “schole”, which originally meant leisure or rest. It was the free time dedicated to learning and discussion. |
Edible < Εδώδιμος: < έδω (τρώω).
EGO | ΕΓΩ | (EL): Αυτούσια η λέξη που ορίζει τον εαυτό μας. (EN): Directly from the Greek “ego” (I). |
- ecouter < κοFέω = ακούω
- ecu (νόμισμα) < σκούδο = νόμισμα με χαραγμένη μια ασπίδα ως θυρεό (σκύτος) δέρμα από το οποίο κατασκευάζοντο οι ασπίδες.
- Edible < εδώδιμος = φαγώσιμος
- edifice < αίθω = καίω. αίθουσα = αρχικώς στοά στραμμένη πρός ανατολάς εκτεθειμένη στον ήλιο.
- eel < έγχελις
ELEMENT | ΕΙΛΩ / ΕΙΛΗ | (EL): Από το εἴλω (συστρέφω, περιορίζω). Το στοιχείο ως η βασική, συμπυκνωμένη μονάδα της ύλης. (EN): From “eilo” (to roll up/confine). It represents the fundamental, “compressed” unit of matter. |
- elephant < ελέφας. Μυκηναϊκή ελληνική ως e-re-pa και e-re-pa-to στην συλλαβική Γραμμική Β.
- eloquence<ευγλωττία
- elude<λίζω = παίζω
- embalm<εν + βαλσαμώ = ταριχεύω
- embrace=εναγκαλίζομαι< εν + βραχίων
- Employ<Εν/μ – πλέκω
EMPIRE | ΕΝ + ΠΕΙΡΑ | (EL): Από το ἐν + πεῖρα. Αυτός που έχει την εμπειρία και την ικανότητα να διοικεί (Imperator). (EN): From “en” + “peira” (experience/trial). The one who has the experience to lead. |
emulsion< αμέλγω = αρμέγω en- πρόσφυμα< εν-/ιν (Δωρική) |
|
|
en- πρόσφυμα< εν-/ιν (Δωρική) |
|
|
END | ΑΝΤΑ | (EL): Το τέλος. Από το ἄντα (αντίκρυ, απέναντι). Το σημείο όπου φτάνεις «απέναντι», στο τέρμα. (EN): From “anta” (opposite/facing). The point where you face the finish line. |
- endelachia / entelechy < εν + τέλος + έχειν. Η κατάσταση στην οποία ένα ον έχει φτάσει στο πλήρες δυναμικό του, στο σκοπό του (από τον Αριστοτέλη). Το τέλος, η ολοκλήρωση, η τελειοποίηση κάθε όντος είναι η θεμελιακή αρχή της αριστοτελικής φιλοσοφίας
ENERGY | ΕΝ + ΕΡΓΟΝ | (EL): Η δύναμη που βρίσκεται «εν τω έργω». (EN): From “en” (in) + “ergon” (work). Power in action. |
enormouς<ex – norma< εξ – γνώμων = έξω του μέτρου
entelechy<εντελέχεια [ η λέξις επλάσθει από τον (Αριστοτέλη)]
Το τέλος, η ολοκλήρωση, η τελειοποίηση κάθε όντος είναι η θεμελιακή αρχή της αριστοτελικής φιλοσοφίας.
- enthusiasm < ένας θεός μέσα μας(EN): A divine spark! To be enthusiastic means to have a “god within” (en-theos), a state of divine inspiration.
- (EL): Μια θεϊκή σπίθα! Ο ενθουσιασμός σημαίνει να έχεις τον «Θεό μέσα σου» (εν-θεός), μια κατάσταση ιεράς έμπνευσης
- entity < οντότης
ENTITY | ΟΝ / ΟΝΤΟΣ | (EL): Από το ὄν (γενική: ὄντος), μετοχή του ρήματος εἰμί (είμαι). Η ουσία της ύπαρξης. (EN): From “on” (being). It refers to the core essence of existence. |
- Enzyme < Ένζυμον: < εν + ζύμη.
- Epoux / spouse / esposo < ασπάζομαι
- Equal < Ανδρείκελον < ανηρ + είκελον
- Equus < i-qo = ίπποι. q+o > χειλικόν. qF = K+w. ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ < ΚΑΠΠΑ δωρικά = ίππος + ΔΈΧΟΜΑΙ ιωνικά με κάπα δέκομαι, ΥΠΟΔΕΧΟΜΑΙ διότι τo γιώτα δωρικά γίνεται α / η δασεία του ίππου ήταν F το οποίο γίνεται και κάπα η σίγμα. ικκέja, ιππέjα, ικκεία, ιππεία (μυκηναϊκό Q κόππα) (αττικό π). Τροπή σ > κ.
- eradicate / extradix < ράδιξ = κλάδος
- erect < ορέγω = εκτείνω, φθάνω με το χέρι, τεντώνω.
- Eros < εσρεί – ερως
EROS | ΕΣΡΕΙ -> ΕΡΩΣ | (EL): Από τη ρίζα ἐσ-ρεῖ (αυτό που ρέει ορμητικά προς τα μέσα). Η δύναμη που κινεί την ψυχή. (EN): From the root “es-rei” (that which flows inwardly with force). |
- err < έρρω = βαδίζω, πλανώμαι = σφάλλομαι.
- escema < σχήμα
- Essence < Εσ-: Ρίζα του ειμί (είμαι) / ουσία.
- estero < στατήρ
- -esse (κατάληξη) < -ίσσα
-ESSE (SUFFIX) | -ΙΣΣΑ | (EL): Η κατάληξη για το θηλυκό (Princess, Goddess). Από το αρχαίο -ίσσα (βασίλισσα, προφήτισσα). (EN): The feminine suffix “-esse” originates from the ancient Greek “-issa”. |
- estratego < στρατηγός
ESTRATEGO (SP) | ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ | (EL): Από το στρατός + ἄγω (αυτός που οδηγεί τον στρατό). (EN): From “stratos” (army) + “ago” (to lead). |
Ete< τέριος(κρητ.) τ/θ θέρος
Ether < Αἰθήρ: < αἴθω (φλέγω, λάμπω).
Ethos< σfεθ-/σfαθ/σfοθ-/σfιθ
EU-<ΕΥ-< έως-Ηώς= αυγή< έω= κινούμαι στο φως
Euf,euv,auf,auv<προέρχονται από ευφ
Et(=και)<έτι = ακόμη
- eu < εF
EU- / EUF / AUF | ΕΥ / ΗΩΣ | (EL): Το πρόθεμα εὖ- (καλό). Συνδέεται με την Ἠώ (Αυγή) και το ρήμα ἕω (κινούμαι στο φως). Το «ευ» είναι ό,τι κινείται προς το φως. (EN): The prefix “eu-“ (good). Linked to “Eos” (Dawn) and the verb “eo” (to move in the light). | ||
EUPHORIA | ΕΥ + ΦΕΡΩ | (EL): Από το εὖ + φέρω. Η κατάσταση όπου «φέρεσαι καλά», η ψυχική ευφορία. (EN): From “eu” (well) + “phero” (to bear/carry). The state of bearing oneself well. | ||
EUROPE | ΕΥΡΥΣ + ΩΨ | (EL): Από το εὐρύς (πλατύς) + ὤψ (μάτι/πρόσωπο). Αυτή που έχει «ευρύ βλέμμα». (EN): From “eurys” (wide) + “ops” (eye/face). She who has a broad vision. | ||
EVIDENCE | ΕΙΔΩ / ΙΔΕΙΝ | (EL): Η απόδειξη. Από το εἴδω (βλέπω/γνωρίζω). Από εκεί και το λατινικό Video. (EN): From “eido” (to see/know). Evidence is what is “seen” and clearly known. | ||
|
|
| ||
EYE | ΟΨ / ΟΣΣΕ | (EL): Από την ὄψ (όραση) και το ὄσσε (τα δύο μάτια). (EN): From “ops” (vision) and “osse” (the two eyes). | ||
excavate< εκ – σκάπτω
excel<εξ + κέλλω = κινώ πρός τα μπρός
except<εξ + άπτω
excite<εξ + κίω = πορεύομαι, κινούμαι
Exfolιate<εκ + φύλλο
exiger=απαιτώ< εξ+ άγω
exist<εξ + ίστημι
exonerate= απαλλάσσω,αθωώνω< εξ + ονία = βάρος
exorcise<εξ + ορκίζω
expel<εξ + πάλλω = κραδαίνω, σείω
expert<εξ+ πείρα
extenuate= μετριάζω<εξ + τείνω
eye<όκκος = οφθαλμός
- Fable < φάσκω
FABLE | ΦΑΣΚΩ | (EL): Από το φάσκω (λέγω, ισχυρίζομαι). Ο μύθος ως κάτι που λέγεται. (EN): From “phasko” (to say/assert). A story that is told. | ||
FALSE | ΦΗΛΟΣ | (EL): Από το φήλος (απατηλός, ψεύτικος). (EN): From “phelos” (deceitful/treacherous). | ||
- fame < ΦΗΜΗ δωρικά ΦΑΜΑ.
FAME | ΦΗΜΗ / ΦΑΜΑ | (EL): Από τη φήμη (δωρικά: φάμα). Αυτό που λέγεται για κάποιον. (EN): From “pheme” (Doric: “phama”). Reputation or talk. |
- Farine < αλεfαρ > άλειαρ,
- Farn = αρνί (Αρμένικα) < αρνί Fαρνίον,
- Fate < φάτις = μοίρα
FATE | ΦΑΤΙΣ | (EL): Η μοίρα. Από το φάτις (λόγος, προφητεία, θέσφατο). (EN): From “phatis” (utterance/destiny). That which is “spoken” by the gods. |
- Father < πατήρ / πάτερ (κλητική)
FATHER | ΠΑΤΗΡ | (EL): Ο προστάτης. Από το πατήρ / πάτερ. Τροπή του Π σε F. (EN): From “pater”. The phonetic shift from “p” to “f” is a classic linguistic transition. |
- Favour < ευφημώ = ευνοώ
- Fax < φέγγω – φαίνω = φανερώνω, εκθέτω
- Fecund / fertile < φύω
FECUND / FERTILE / FUTURE | ΦΥΩ | (EL): Γόνιμος / Μελλοντικός. Από το ρήμα φύω (γεννώ, βλαστάνω, φέρνω στο φως). (EN): From “phyo” (to produce/grow/bring forth). |
- female / foetus < φύω
- ferocious / fierce / tier < θήρ = θήριον / θήρες / φήρες (Αιολική) = κυνηγοί < φέρω
- (EN): The transformation of the Greek sound “Th” (Θ) to the Latin “F”. A ferocious person acts like a wild beast (“ther”).
- (EL): Η τροπή του ελληνικού «Θ» στο λατινικό «F». Ο «ferocious» (άγριος) είναι αυτός που συμπεριφέρεται σαν άγριο θηρίο
FECUND / FERTILE / FUTURE | ΦΥΩ | (EL): Γόνιμος / Μελλοντικός. Από το ρήμα φύω (γεννώ, βλαστάνω, φέρνω στο φως). (EN): From “phyo” (to produce/grow/bring forth). | ||
|
|
| ||
FEROCIOUS / FIERCE | ΘΗΡ | (EL): Ο άγριος. Εδώ έχουμε την τροπή του ελληνικού «Θ» στο λατινικό «F». Από το θήρ / θηρίον (άγριο ζώο). (EN): From “ther” (wild beast). The Greek “th” sound shifted to the Latin “f”. | ||
- Fertile < φέρω
FEVER | ΘΕΡΜΗ / ΦΕΡΒΩ | (EL): Ο πυρετός. Από τη θέρμη (ζέστη) ή το φέρβω (τρέφω/φλέγω). (EN): From “therme” (heat). Linked to the burning sensation of a fever. |
- Fil, filum < νήμα, έριον, FερFος > FέλFος
- Fine < φήνον = λαμπρόν
- Fire < πυρ
FIRE | ΠΥΡ | (EL): Η φωτιά. Άλλη μια τροπή του Π σε F (Πύρ > Fire). (EN): From “pyr” (fire). One of the most direct elemental links. |
- Flame < φλέγμα = φλοξ
- flat < πλατύς
FLAT | ΠΛΑΤΥΣ | (EL): Από το πλατύς. Η τροπή του Π σε F (όπως και στο Fire/Πυρ). (EN): From “platys” (wide/broad/flat). |
- flatter < θωπεύω με την παλάμη (κολακεύω)
- Fleuve, flow, fluo < φλύω – βλύω Αναβλύζω, ρέω με ορμή.
- flirt < φλύω = φλυαρώ
- flower < φλόος = ανθός
- Foil / folium < έλασμα < Fελ- / Fολ- Fειλέω = τυλίγω
- foliage < φύλλωμα
FOLIAGE / FOLIUM | ΦΥΛΛΩΜΑ / ΦΥΛΛΟΝ | (EL): Από το φύλλον και το φύλλωμα. (EN): Directly from the Greek “phyllon” (leaf). |
- foot < πούς – ποδός
FOOT | ΠΟΥΣ / ΠΟΔΟΣ | (EL): Από τον πόδα. Το Π έγινε F και ο Πούς έγινε Foot. (EN): From “pous” (genitive: podos). The “p” to “f” transition once again. |
- fork < Γαία + Πόντος = Φόρκυς – Φόρκυνος (Τιτάν με σύμβολο την Τρίαινα)
- form < μορφή (αναγραμματισμός)
- Fortress<Fορ-,φορ-,φρου-
- Fortune < φέρω (αυτά που σου φέρνει η τύχη)
- Fraction /fracture<φρήγνυμι = θραύομαι
- Fragile, fragment < ρήγνυμι (Fρήγνυμι)
FRAGILE | ΡΗΓΝΥΜΙ | (EL): Ο εύθραυστος. Από το ρήγνυμι (σπάω). Το αρχαίο δίγαμμα Fρήγνυμι έδωσε το λατινικό fragilis. (EN): From “rhegnymi” (to break/shatter). The ancient digamma “F” survived in the Latin fragilis. |
- Frater FRATERNITY / BROTHER < ΦΡΑΤΩΡ (μέλος φρατρίας)
< φράτωρ(μέλος φρατρίας) • Fratelo,fraternity,frère,brother<fράτωρ>φράτωρ αττική /βρήτωρ
- (EN): The “Brotherhood of Language”. The Greek “Phrater” (member of a clan) gave us the Latin “Frater” and the English “Brother”.
- (EL): Η «Αδελφότητα της Γλώσσας». Ο αρχαίος «Φράτωρ» (μέλος της φρατρίας) έγινε το λατινικό “Frater” και το αγγλικό “Brother”
- Freeze / froid < ρίγος (Fρίγος)
FRENZY | ΦΡΕΝΙΤΗΣ | (EL): Το παραλήρημα. Από τις φρένες (το μυαλό, η διάνοια). (EN): From “phrenitis” (inflammation of the brain), from “phren” (mind). |
FRIGID | ΡΙΓΟΣ | (EL): Ο παγωμένος. Από το ῥῖγος (κρύο που προκαλεί τρέμουλο). Με το δίγαμμα έγινε Fρίγος. (EN): From “rhigos” (frost/shivering cold). The initial “F” sound led to the modern word. |
FROMAGE<φορμός του Κύκλωπος Πολυφήμου
Free< Φρύγες>Βρύγες=ελεύθεροι
frenzy< φρενίτης
Frigid<ρίγος<Fριγος-(δασεία) ρίγος
fry<φρύγω = ξεροψήνω
Fugitive,centrifugal,refugee etc<φυγή
furtive<φώρ = κλέπτης, φωρά = κλοπή (επ’αυτοφώρο)
- Fruit / frugal < φρυκτόν (καρπός) < φρύγω = ψήνω, ωριμάζω στον ήλιο.
FUGITIVE / CENTRIFUGAL | ΦΥΓΗ | (EL): Ο φυγάς, ο φυγόκεντρος. Από τη φυγή. (EN): From “phyge” (flight/escape). |
- Fume / fumee < θυμός (με την έννοια της αναθυμίασης)
FUR / FURTIVE | ΦΩΡ | (EL): Η γούνα (που «κρύβει») και ο κλέφτης. Από τον φώρα (κλέφτης, εξ ου και το «επ’ αυτοφώρω»). (EN): From “phor” (thief). Furtive means acting like a thief. |
- future < φύω
GALAXY | ΓΑΛΑΞΙΑΣ | (EL): Από το γάλα. Ο «κύκλος του γάλακτος» στον ουρανό. (EN): From “gala” (milk). The milky path across the heavens. |
- Galapagos < σύνθετη λέξη εκ των γάλα καί πάγος, που θα πει λευκοί βράχοι.
GALAPAGOS | ΚΑΛΠΗ / ΚΑΛΠΑΖΩ | (EL): Από την κάλπη (το καβούκι της χελώνας που μοιάζει με αγγείο). Το Κ έγινε G. (EN): From “kalpe” (urn/vessel), referring to the tortoise shell’s shape. |
- Gap < εγκοπή
- Gay < γαίω = χαίρομαι
GAY | ΓΑΙΩ | (EL): Από το γαίω (λάμπω από ευτυχία, αγάλλομαι). (EN): From “gaio” (to rejoice/be glad/shine with happiness). |
- gender / generation / generous / genitive / genius / genocide / genomics / gentility / gentleman < γένος
GENE / GENETICS | ΓΕΝΟΣ / ΓΕΝΕΣΙΣ | (EL): Από το γίγνομαι. Η πηγή της ζωής και της καταγωγής. (EN): From “genos” and “genesis” (birth/origin). |
- genoux < γονfυ > γόνυ > αιολικό γόννα
GEOGRAPHY / GEOLOGY | ΓΗ (ΓΑΙΑ) + ΓΡΑΦΩ | (EL): Η περιγραφή και η μελέτη της Γης μας. (EN): From “Ge” (Earth) + “grapho” (to write) or “logos” (study). |
Geometry < Γεωμετρία: < γη + μετρώ.
- giant < γίγας
GIANT | ΓΙΓΑΣ | (EL): Από το Γίγας / Γίγαντος. Οι γιοι της Γης. (EN): From “Gigas” (Giant). Legendarily, the sons of Gaia (Earth). | ||
GLAMOUR | ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ | (EL): Note: Η μεγάλη ζαβολιά! Προέρχεται από το Grammar. Στον Μεσαίωνα, όποιος ήξερε γράμματα θεωρούνταν ότι κατέχει «μαγική» γοητεία. (EN): From “Grammar”. In the Middle Ages, literacy was so rare it was associated with occult spells and charm. | ||
- glance / glare / glimpse / glasses / gl- < βλέπω / δωρική γλέπω
- Glava γκλάβα (Σερβικα) γαβαλά (μακ) γ/α/β γλάβα
- Glory < κλέος = δόξα
GLOSSARY | ΓΛΩΣΣΑ | (EL): Το λεξιλόγιο, η γλώσσα μας. (EN): From “glossa” (tongue/language). |
- glue < γλοιF > γλοιός / γροιός = κολλώδης ουσία
- Gnostic < Γνωστικός: < γιγνώσκω.
- Gold < γλουρός (Δωρική) χρυσός γολ (αιολικό όμικρον)
- Gomar = γαίδαρος < Fόσνος, όνος
- Gondola < κόνδυ = αρχαίο ποτήρι
- Government / govern < κυβερνώ + μενος, κυβερνώ με ψυχή/ορμή
GOVERN | ΚΥΒΕΡΝΩ | (EL): Από το κυβερνώ (πηδαλιουχώ). Εδώ το Κ τρέπεται σε G. (EN): From “kyberno” (to steer/pilot a ship). | ||
GRAD / GROUND | ΧΟΡΤΟΣ | (EL): Από τον χόρτο (περιφραγμένος τόπος/έδαφος). Η κατάληξη -grad στις πόλεις. (EN): Linked to “chortos” (enclosed plot/ground). | ||
GRAPHIC / GRAMMAR | ΓΡΑΦΩ / ΓΡΑΜΜΑ | (EL): Η τέχνη της γραφής και οι κανόνες της. (EN): From “grapho” (to write) and “gramma” (letter). | ||
GOVERN | ΚΥΒΕΡΝΩ | (EL): Από το κυβερνώ (πηδαλιουχώ). Εδώ το Κ τρέπεται σε G. (EN): From “kyberno” (to steer/pilot a ship). | ||
GRAD / GROUND | ΧΟΡΤΟΣ | (EL): Από τον χόρτο (περιφραγμένος τόπος/έδαφος). Η κατάληξη -grad στις πόλεις. (EN): Linked to “chortos” (enclosed plot/ground). | ||
GRAPHIC / GRAMMAR | ΓΡΑΦΩ / ΓΡΑΜΜΑ | (EL): Η τέχνη της γραφής και οι κανόνες της. (EN): From “grapho” (to write) and “gramma” (letter). | ||
- grass < γράστις, κράστις
- gray < γραΐς-γραύς = γραία
- gregarious < γέγρερα = συναθροίζω
- Grip < Γρίφος < γρίπος > γραπώνω (το αλιευτικό δίχτυ που ήταν τόσο περίτεχνα και πολύπλοκα δεμένο, ώστε δεν μπορούσε εύκολα να ξεμπερδευτεί).
GUITAR | ΚΙΘΑΡΙΣ | (EL): Η κιθάρα. Από την αρχαία κίθαρι. (EN): From “kitharis” (lyre/lute). |
GULLY / GORGE < ΓΑΥΛΟΣ
- (EN): From “gaulos”, a hollow vessel or bowl. It describes a hollow passage or a deep valley carved by water.
- (EL): Από τον «γαυλό», το κοίλο σκεύος. Περιγράφει το κοίλο πέρασμα ή τη χαράδρα που άνοιξε το νερό.
· GYMNASTICS | ΓΥΜΝΟΣ | (EL): Η άσκηση του σώματος (που γινόταν γυμνή στην αρχαιότητα). (EN): From “gymnos” (naked), as ancient athletes trained without clothing. |
NICARAGUA (SUFFIX -GUA) | ΓΑΙΑ / ΔΑ | (EL): Η κατάληξη -gua σημαίνει Γη. Νίκη + Γαία = Η Γη της Νίκης. (EN): Suffix meaning “earth”. Possibly links “Nike” (Victory) + “Gaia” (Earth). |
- Hair < χαίτη
- Hali (τουρκ.) < χήλιον = πλεκτόν
- halo < (δασεία)άλως = φωτοστέφανον, κύκλος ασπίδας/δίσκος/αλώνι. Φωτοστέφανος, fαλ-σαλ-/(δ)αλ.
HALO | ΑΛΩΣ | (EL): Το φωτοστέφανο. Από την ἅλω (το αλώνι, ο δίσκος, ο κύκλος). (EN): From “halos” (threshing floor/disk). It describes a circular aura of light. |
- hallo/hello/ole/allo/alo < «οὖλέ τε καὶ μέγα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν» (Να είσαι καλά και να χαίρεσαι, οι δε θεοί να σου δίδουν ευτυχία), Ομήρου Οδύσσεια, ω – 402.
- hand < χειρ = χέρι (hari Japanese).
- harmony < (δ)αρμονία, Fαρμονία.
HARMONY | ΑΡΜΟΝΙΑ | (EL): Από το fαρμονία (με αρχαίο δίγαμμα) και τον αρμό (σύνδεσμος). Η τέχνη του να ταιριάζεις τα μέρη σε ένα σύνολο. (EN): From “harmonia” (joint/agreement), from “harmos” (joint). The art of fitting things together. |
- Harpoon < αρπεδόνη = παγίδα.
- Have < έχω, σέχω > Fέχω, άπτω = εγγίζω.
- He < κείνος < χFει.
- Height/high < ύψος…, fυπ-.
- heir < χηρωστής = μακρινός συγγενής που κληρονομούσε απρόσμενα περιουσία επειδή σκοτωνόταν στον πόλεμο ή πέθαινε από φυσικά αίτια ο άντρας μιας οικογένειας και δεν υπήρχε πλησιέστερος άνδρας συγγενής (συχνά οικειοποιούνταν και τη γυναίκα του θανόντος).
- helicopter < έλιξ + πτερόν. (EN): The spiral movement. A “helicopter” is a machine with “spiral wings” (helix + pteron).
- (EL): Η σπειροειδής κίνηση. Το «ελικόπτερο» είναι η μηχανή με τα «ελικοειδή φτερά» (έλιξ + πτερόν).
HELIX / HELICOPTER | ΕΛΙΞ / ΕΛΙΣΣΟΜΑΙ | (EL): Η σπειροειδής κίνηση. Το ελικόπτερο συνδυάζει την ἕλικα και το πτερόν. (EN): From “helix” (spiral) and “pteron” (wing). The spiral movement of the soul and the wings. |
- helium < ήλιον.
- hemisphere < ημισφαίριο.
- hemorrhage < αιμορραγία.
- hepatitis < ήπαρ – ήπατος.
- herb < φορβή <φέρβω= τροφή (f>h). (ιπποφορβείο)
HERB | ΦΕΡΒΩ / ΦΟΡΒΗ | (EL): Το βότανο. Από το φέρβω (βόσκω/τρέφω). Το ελληνικό Φ τρέπεται συχνά σε H (όπως και στο Hestia). (EN): From “pherbo” (to feed/nourish). The shift from “Ph” to “H” is a common linguistic bridge. |
- heresy < αίρεση.
- heritage < κληρονομιά.
- hermetic < Ερμής.
- hero < ήρως.
HERO | ΗΡΩΣ | (EL): Ο γενναίος, ο ημίθεος. Από το ἥρως, που αρχικά σήμαινε τον προστάτη, αυτόν που φυλάσσει. (EN): From “heros” (hero/protector). One who guards and defends. |
- Heron/hirondelle<ερωδιός/χελιδόνι <Fέαρ>έαρ=άνοιξις
- herpes < έρπω.
- hesitate < ίσχω = κρατώ, σταματώ.
HESITATE | ΙΣΧΩ | (EL): Διστάζω, σταματώ. Από το ἴσχω (κρατώ, συγκρατώ). Όταν διστάζεις, «κρατάς» τον εαυτό σου από το να προχωρήσει. (EN): From “ischo” (to hold back/stop). To pause or hold oneself in check. |
- heterodox < ετερόδοξος.
- hexagon < εξάγωνο.
HEXAGON | ΕΞΑΓΩΝΟ | (EL): Το σχήμα με τις έξι γωνίες. Από το ἕξ + γωνία. (EN): From “hex” (six) + “gonia” (angle). |
- Hilarious/Hilary<(δασεία)ιλαρός σι>(δασεία)ι Ο χαρούμενος
- history < ιστορία. HISTORY < ΙΣΤΟΡΙΑ / ΙΣΤΩΡ
- (EN): From “istor” (the one who knows). History is not just a story, but knowledge gained through investigation.
- (EL): Από το «ίστωρ» (αυτός που γνωρίζει). Η ιστορία δεν είναι απλώς ένα παραμύθι, αλλά η γνώση που αποκτάται μέσω έρευνας.
HISTORY | ΙΣΤΟΡΙΑ | (EL): Από τον ἵστωρα (αυτόν που γνωρίζει/Fιδ-). Η ιστορία είναι έρευνα και γνώση, όχι ένα απλό παραμύθι. (EN): From “historia” (inquiry/knowledge), from “histor” (one who knows). It is a search for truth. |
- Hoden Αρμένικα= όζω μυρίζω<οσμή-οδμή
- holocaust < ολόκαυστον.
HOMAGE | ΟΜΑΛΟΣ | (EL): Ο φόρος τιμής. Από τον ομαλό. Σημαίνει την υποταγή, το να γίνεται κανείς «ένα» με το επίπεδο του κυρίου του, εξομαλύνοντας κάθε αντίσταση. (EN): From “homalos” (even/smooth), indicating submission and alignment with one’s lord. |
ΗΟΜΟ<χώμα
- horizon < ορίζων. <Fορίζων
HORIZON | ΟΡΙΖΩΝ | (EL): Ο ορίζοντας. Από τον ὁρίζοντα κύκλο (αυτόν που θέτει τα όρια της όρασής μας). (EN): From “horizon” (bounding circle), from “horos” (boundary/limit). |
- hormone < ορμή.
- Hornus<εφετινός,ώριμος<σορ-/Fορ-/(δασεία)ώρα
- horoscope < ώρα + σκοπώ.
- hospital < εστία.
HOSPITAL / HOST | ΕΣΤΙΑ / ΕΣΤΙΟΥΧΟΣ | (EL): Από την Εστία (το κέντρο του σπιτιού και της φιλοξενίας). Το Φ του Φεστία έγινε H. (EN): From “Hestia” (hearth/home). The center of hospitality and care for the guest. |
- host < εστιούχος.
- hour < ώρα.
- Huile,oil,oleum=έλαιον<ούαρον/ούαλον fελ- / έλαfον>έλαjον/όλαfον>έλαιον
HUMBLE | ΧΑΜΗΛΟΣ | (EL): Από το χαμαί (στο έδαφος). Ο ταπεινός είναι αυτός που βρίσκεται κοντά στη γη. (EN): From “chamailos” (on the ground), from “chamai”. To be humble is to be “lowly” or close to the earth. |
- humus < χαμαί.
Humid< χυμός
Humour<χυμός.
- hyacinth < υάκινθος.
- hydra < ύδρα.
HYDRA | ΥΔΡΑ | (EL): Το μυθολογικό ον. Από το ὕδωρ. Το πολυκέφαλο φίδι που ζούσε στα νερά της Λέρνης. (EN): From “hydor” (water). The multi-headed water serpent. |
- hygiene < υγιεινή.
- hymn < ύμνος. (EN): A song of praise. The “H” is the trace of the ancient Greek rough breathing (῞).
- (EL): Ένα τραγούδι επαίνου. Το “H” είναι το αποτύπωμα της αρχαίας ελληνικής δασείας (῞).
HYMN | ΥΜΝΟΣ | (EL): Η ιερή ωδή. Το H στην αρχή της λέξης είναι το αποτύπωμα της αρχαίας δασείας. (EN): From “hymnos”. The “H” represents the ancient Greek rough breathing (dasia). |
- hypnosis < ύπνος.
- Hypocrisy < Υπόκρισις: < υπό + κρίνω.
- =< Υπόθεσις: < υπό + τίθημι.
- hysteria < υστέρα.
ICON | ΕΙΚΩΝ | (EL): Το ομοίωμα, η αναπαράσταση. Από το εἴκω (μοιάζω). (EN): From “eikon” (image/likeness). A representation of a sacred or significant figure. |
IDEA / IDEOLOGY | ΙΔΕΑ / FΙΔ- | (EL): Από το εἶδον (είδα) και τη ρίζα Fιδ-. Η ιδέα είναι αυτό που «βλέπει» ο νους, η πνευματική μορφή των πραγμάτων. (EN): From “idea”, linked to the root “vid-/id-“ (to see). An idea is what the mind “sees” or perceives. |
- Idiot < ιδιώτης (κατά τον Αριστοτέλη “ιδιώτης” είναι αυτός που αποσύρεται από τα κοινά, με υποτιμητική σημασία). (EN): In Ancient Greece, an “idiotes” was a person who only cared about their private affairs (“idion”) and didn’t participate in public life.
- (EL): Στην Αρχαία Ελλάδα, «ιδιώτης» ήταν αυτός που κοιτούσε μόνο τις προσωπικές του υποθέσεις («ίδιον») και δεν συμμετείχε στα κοινά.
IDIOT | ΙΔΙΩΤΗΣ | (EL): Note: Εδώ η σημασία άλλαξε! Αρχικά ήταν αυτός που ιδιωτεύει, που κοιτάζει μόνο τα ἴδια (τα δικά του) και αδιαφορεί για τα κοινά. (EN): From “idiotes” (a private person). Originally, someone who kept to themselves and didn’t participate in public life. | ||
IDOL / IDYLL | ΕΙΔΟΣ / ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ | (EL): Το είδωλο (μορφή) και το ειδύλλιο (μικρή, όμορφη εικόνα). Όλα από το εἶδος (εμφάνιση). (EN): From “eidos” (form/shape). An “idol” is a representation, and an “idyll” is a short, descriptive picture of life. | ||
- Impede < εν – πεδώ.
- Impetuous =ορμητικός< εν + πίπτω.
- Impulse < εν + πάλλω.
- in- (πρόσφυμα στερητικό) < άν(ευ).
- IN < εν, στα Δωρικά ιν.
- incline = κλίνω, γέρνω < εν-κλίνω.
- indicate < εν + δείκ(νυ)ω.
INDICATE | ΕΝ + ΔΕΙΚΝΥΩ | (EL): Δείχνω κάτι που βρίσκεται ἐντός ή επισημαίνω την κατεύθυνση (δείκνυμι). (EN): From “en” (in) + “deiknyo” (to show). To point out something within or specify a direction. |
- indigenous < ενδο – γενής.
INDIGENOUS | ΕΝΔΟΓΕΝΗΣ | (EL): Ο αυτόχθων. Αυτός που το γένος του ξεκινά από ἔνδον (από μέσα από τη γη που πατάει). (EN): From “endo” (within) + “genos” (race/birth). One who is born from within the land. |
- Infamous < αν(ευ) φήμης.
- infant < νήπιος (νη – έπος, –έφατο = που δεν μίλησε ακόμη).
- inflammation < φλεγμονή.
- inflate < εν – φλόω, είμαι γεμάτος, φλύω = αναβρύω.
- innocent < άνευ – νέκυς=. ο νεκρός, το πτώμα
- insatiable <ιν+ ασάω = αισθάνομαι, κόρον.
- insist < εν + ίστημι.
INSIST | ΕΝ + ΙΣΤΗΜΙ | (EL): Επιμένω. Από το ἐν + ἵστημι (στέκομαι μέσα σε κάτι σταθερά). (EN): From “en” (in) + “histemi” (to stand). To take a firm stand “inside” a position. |
- instill < ενσταλάσσω.
- intend < εν – τείνω
- Iodine < Ιώδες: Από το χρώμα του ίου.
· IRIS | ΙΡΙΣ | (EL): Η αγγελιοφόρος των θεών (ουράνιο τόξο) και το χρώμα του ματιού μας. (EN): From “Iris”, the messenger of the gods and the personification of the rainbow. Also the colored part of the eye. |
IRONY | ΕΙΡΩΝΕΙΑ | (EL): Από τον εἴρωνα, αυτόν που προσποιείται άγνοια για να εκθέσει τον συνομιλητή του (όπως ο Σωκράτης). (EN): From “eiron”, one who feigns ignorance to provoke or reveal a truth. |
ISOSCELES / ISOTHERM | ΙΣΟΣ | (EL): Η ισότητα και η ισορροπία. Ἴσος + σκέλος (για το τρίγωνο) και ἴσος + θέρμη. (EN): From “isos” (equal). Used for “isosceles” (equal legs) and “isotherm” (equal heat). |
IOTAS | ΙΩΤΑ | (EL): Το ελάχιστο, το πιο μικρό σημάδι. Η φράση «ούτε ένα ιώτα». (EN): From “iota”, the smallest letter of the Greek alphabet. Used to denote a tiny amount. |
· IRIS | ΙΡΙΣ | (EL): Η αγγελιοφόρος των θεών (ουράνιο τόξο) και το χρώμα του ματιού μας. (EN): From “Iris”, the messenger of the gods and the personification of the rainbow. Also the colored part of the eye. |
IRONY | ΕΙΡΩΝΕΙΑ | (EL): Από τον εἴρωνα, αυτόν που προσποιείται άγνοια για να εκθέσει τον συνομιλητή του (όπως ο Σωκράτης). (EN): From “eiron”, one who feigns ignorance to provoke or reveal a truth. |
ISOSCELES / ISOTHERM | ΙΣΟΣ | (EL): Η ισότητα και η ισορροπία. Ἴσος + σκέλος (για το τρίγωνο) και ἴσος + θέρμη. (EN): From “isos” (equal). Used for “isosceles” (equal legs) and “isotherm” (equal heat). |
IOTAS | ΙΩΤΑ | (EL): Το ελάχιστο, το πιο μικρό σημάδι. Η φράση «ούτε ένα ιώτα». (EN): From “iota”, the smallest letter of the Greek alphabet. Used to denote a tiny amount. |
- Jealous < ζήλος
- Joga < ζυγός / ισορροπία
JOURNAL / JOURNEY | ΗΜΕΡΑ | (EL): Το ημερολόγιο και το ταξίδι. Από το λατινικό diurnus που πηγάζει από τη Δία / Ημέρα (όπως είδαμε στο γράμμα D). (EN): From the root for “day” (“dia/hemera”). A journey was originally a day’s travel. | ||
JOVIAL | ΔΙΟΣ (ΖΕΥΣ) | (EL): Ο χαρούμενος, ο «ζωηρός». Από τον Δία (Jove). Αυτός που έχει την εύνοια ή τον χαρακτήρα του Δία. (EN): From “Jove” (Jupiter), which is the Latin form of “Dios” (Zeus). It describes a person full of life and joy. | ||
JOY | ΓΗΘΟΣΥΝΗ / ΓΑΙΩ | (EL): Η χαρά. Από το γηθώ ή γαίω (χαίρομαι, λάμπω). Η ρίζα έδωσε το γαλλικό joie και το αγγλικό joy. (EN): From “gethosyne” or “gaio” (to rejoice/be glad). | ||
- Joy < γηθοσύνη = χαρά
- Juice < ζωμός
JUICE | ΖΩΜΟΣ | (EL): Ο ζωμός. Το υγρό των καρπών ή του φαγητού. Το ελληνικό Ζ πέρασε στο λατινικό J (Zomos > Juice). (EN): From “zomos” (broth/soup/juice). | ||
JUDGE / JUSTICE | ΔΙΚΗ | (EL): Ο δικαστής και η δικαιοσύνη. Από τη δίκη. Το ελληνικό Δ τράπηκε στο λατινικό J (Jus / Judex). (EN): From “dike” (justice/law). The phonetic shift from “D” to “J” led to the Latin jus and English “justice”. | ||
- Junction < ζυγός
JUNGLE | ΖΟΥΓΚΛΑ | (EL): Από την αρχαία ινδοευρωπαϊκή ρίζα που συνδέεται με τον ζυγό (πυκνή βλάστηση που «ζεύγνυται»). (EN): Often linked to the root of “zygos” (yoke), describing dense, interwoven vegetation. | ||||
JUPITER | ΖΕΥΣ + ΠΑΤΗΡ | (EL): Ο πατέρας των θεών. Zeus + Pater = Jupiter. (EN): A direct compound of the Greek “Zeus” and “Pater” (father). | ||||
KALEIDOSCOPE | ΚΑΛΟΣ + ΕΙΔΟΣ + ΣΚΟΠΩ | (EL): Το όργανο που μας επιτρέπει να «σκοπεύουμε» (βλέπουμε) «καλά είδη» (όμορφες μορφές). (EN): From “kalos” (beautiful) + “eidos” (form) + “skopeo” (to look at). | ||||
- Key < κλαΐς = κλείς
KEY | ΚΛΕΙΣ (ΚΛΕΙΔΙ) | (EL): Από τον δωρικό τύπο κλαΐς. Αυτό που κλείνει και ανοίγει τις πόρτες. Το αρχαίο δίγαμμα (F) έδωσε τον ήχο του “K-ey”. (EN): From “kleis” (key/bolt). The tool that locks and unlocks. |
- Khalina (Ινδικά) < χαλινός
- Khan = ηγεμών < fάναξ > χαναξ > ΑΓΑ χαν
KHAN / AGA KHAN | FΑΝΑΞ (ΑΝΑΞ) | (EL): Συγκλονιστικό! Ο Άναξ (βασιλιάς) με το αρχαίο δίγαμμα έγινε Fάναξ > Χάναξ > Khan. Ο ηγεμών της Ανατολής έχει ελληνική «κορώνα»! (EN): From “anax” (king/leader), through the ancient “w-anax” form. The title of the Eastern ruler has Greek roots. | ||
KHALINA (IND) | ΧΑΛΙΝΟΣ | (EL): Η σύνδεση με τα Ινδικά δείχνει την εξάπλωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο χαλινός παρέμεινε Khalina μέχρι σήμερα. (EN): From “chalinos” (bridle). A linguistic remnant of Alexander the Great’s influence in the East. | ||
- Kill < κήλον = βέλος, βλήμα > κηλίδα
KILL | ΚΗΛΟΝ | (EL): Το βέλος, το βλήμα. Από το κήλον. Η πράξη του να «χτυπάς» με βέλος. Συνδέεται και με την κηλίδα (το σημάδι που αφήνει το χτύπημα). (EN): Linked to “kelon” (shaft/arrow). To strike down with a projectile. |
- KILO < ΧΙΛΙΟΙ
- (EN): The prefix for a thousand. Every “Kilogram” or “Kilometer” counts 1,000 units.
- (EL): Το πρόθεμα για τη χιλιάδα. Κάθε «Κιλό» ή «Χιλιόμετρο» μετράει 1.000 μονάδες.
KINETIC | ΚΙΝΗΤΙΚΟΣ | (EL): Από το κινώ. Η ενέργεια της κίνησης. Η ίδια ρίζα έδωσε και το Cinema (Κινηματογράφος). (EN): From “kinetikos” (moving), from the verb “kino” (to move). |
- Kiss < κυνώ = φιλώ, κύσα (αόριστος) > προσκυνώ “κύσον με και την χείρα δός την δεξιάν” (Αριστοφάνη Νεφ. 81)
KISS | ΚΥΝΩ (ΠΡΟΣΚΥΝΩ) | (EL): Από το κυνώ (φιλώ). Θυμήσου τον Αριστοφάνη: «κύσον με και την χείρα δός». Το προσκυνώ είναι ακριβώς αυτό: στέλνω φιλί προς κάτι ιερό. (EN): From “kyon” (to kiss). “Proskynesis” (veneration) literally means “sending a kiss towards”. |
- Klaxon < κλαγγή = ήχος οξύς
- Know < κονέω – κονώ connaitre cognosco Κνωσσός < γνω – κνω.
- Κογξ = γνώρισε, ομ < οπμα – ομμα = βλέπε, παξ < πήγνυμι – πάγος = σιώπα. (ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ – Ο Ιεροφάντης στο τέλος της τελετής, αν και αμφίβολο).
- Kosmos < Κόσμος: Η τάξη, το στολίδι.
- Kyrie < Κύριε
KNOWLEDGE | ΓΝΩΣΙΣ / ΓΝΩ- | (EL): Η ρίζα ΓΝΩ- έγινε KN- στα αγγλικά. Η γνώση είναι η «κατάκτηση» της αλήθειας. (EN): From the Greek root “GNO-“ (to know). The “G” shifted to “K” in the Germanic/English branch. | ||
KΟΝΧ-ΟΜ-PAX | ΚΟΓΞ – ΟΜ – ΠΑΞ | (EL): Οι μυστηριώδεις λέξεις των Ελευσινίων Μυστηρίων. Κογξ (Γνώρισε), Ομ (Όμμα/Δες), Παξ (Πήγνυμι/Σιώπα). «Γνώρισε, Δες, Σιώπα» — η απόλυτη μύηση! (EN): The ritual words of the Eleusinian Mysteries: “Konx” (Know), “Om” (See), “Pax” (Be silent/Fixed). | ||
- Labyrinth < λαβύρινθος > δαβύρινθος
LABYRINTH | ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ | (EL): Από τον λάβρυ (διπλό πέλεκυ), το ιερό σύμβολο του παλατιού της Κνωσού. (EN): From “labyrinthos”, historically linked to the “labrys” (double axe). |
- lacrima < λάκρυμα δάκρυ(μα)
LACRIMA (LAT) / LARME (FR) | ΔΑΚΡΥ (ΛΑΚΡΥ) | (EL): Το δάκρυ. Εδώ έχουμε την τροπή του Δ σε L. Το αρχαίο λάκρυμα έδωσε το λατινικό lacrima. (EN): From “dakry” (tear). The phonetic shift from D to L is a classic linguistic transition. |
- LAINE: Η λέξη χλαίνη, από την ομηρική εποχή, σημαίνει το μάλλινο χειμερινό, βαρύ, κατεξοχήν ανδρικό ιμάτιο. Οι Λατίνοι την είπαν laena. Η χλαίνα – laena έδωσε στους Γάλλους, Ιταλούς και Ισπανούς το «μαλλί»: laine, lana. Το «μάλλινο ύφασμα»: lainage, lanaggio, lanar.
LAINE (FR) / LANA (IT) | ΧΛΑΙΝΑ | (EL): Το μαλλί. Από την ομηρική χλαίνη (μάλλινο ιμάτιο). Οι Λατίνοι την είπαν laena. (EN): From “chlaina” (woolen cloak). The root for wool in Romance languages. |
- lake < λάκκος. LAKE < ΛΑΚΟΣ / λακίς = σχίσμα, φαράγγι.
- lament < λαίειν = κραυγάζειν
LAMENT | ΛΑΙΕΙΝ | (EL): Ο θρήνος. Από το αρχαίο λαίειν (βγάζω κραυγή, φωνάζω δυνατά). (EN): From “laiein” (to cry out/shout). An expression of deep grief. |
- lamp < λαμπάς
- lance < λόγχη
- LAND (κατάληξις) < -λας -λάος ΛΑFΑΣ = πέτρα e.g. Ireland(EN): The solid ground. Related to the stones (“laas”) from which Deucalion and Pyrrha recreated humanity.
- (EL): Το στέρεο έδαφος. Σχετίζεται με τις πέτρες («λάας») από τις οποίες ο Δευκαλίων και η Πύρρα ξαναέπλασαν την ανθρωπότητα.
LAND / IRELAND | ΛΑΑΣ (ΛΑFΑΣ) | (EL): Η γη. Η κατάληξη -land < λάας (πέτρα/βράχος). Η Ireland είναι η «Χώρα των Βράχων»! (EN): From “laas” (stone/rock). Ireland literally translates to the “Land of Rocks”. |
- Language < λείγω = γλείφω
- Lantern < λαμπτήρ
- lap < Παλλάς Αθηνά < πάλλεσθαι (οπαλλάκια το μωρό στην ποδιά μας > lap) πάλλει το δόρυ.
- lard, larder < λάρδος = το λίπος των χοίρων
LARD / LARDER | ΛΑΡΔΟΣ | (EL): Το λίπος του χοίρου και το κελάρι (εκεί που φύλαγαν το λίπος). (EN): From “lardos” (pig fat). A larder is where fat and food are stored. |
- LARME / lacrima < Λ > Δ λάκρυ > δάκρυ
- Lasagna < λάγγανον
- Last < λοίσθιον < λοίσθος = τελευταίος ή ύστατος
- Latent < λανθάνω
LAVA | ΛΑΑΣ | (EL): Η λάβα. Από το λάας (πέτρα). Είναι η «υγρή πέτρα» που ρέει. (EN): From “laas” (stone). Molten rock that flows from a volcano. |
Laurier / Laurel < Δάφνη: Τροπή δ > λ.
- laved – λέβης (Περσικά)
- lax < λαπάρα = το μαλακό μέρος μεταξύ πλευρών και ισχίων.
- lay < λέγω
|
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
- Lead < ελαύνω = οδηγώ
- League < λύγος = λυγαριά (επειδή έδεναν με αυτήν)
- Lean < κλίνω
LEARN | ΛΑΜΒΑΝΩ | (EL): Μαθαίνω. Από το λαμβάνω (γνώση). Η μάθηση είναι η διαδικασία του να «λαμβάνεις» πληροφορίες. (EN): Related to “lambano” (to take/grasp). To learn is to “grasp” knowledge. |
- lecture / legal / legend / legible / legislature / loyal < λέγω < λεγ(-lect) = τακτοποιώ, διευθετώ, ομιλώ (lego / lire) = συλλέγω, διαβάζω.
- LEFT< ΑΡΙΣΤΕΡΑ=ΕΠΙ ΤΑ ΛΑΙΑ/ΛΕFA
- Legion< λογάς = εκλεκτή ομάς
- lesto – ληστής περσικά
- lick/lecher <γλείφω» προκύπτει από το αρχαίο ρήμα «ἐκλείχω» (< αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω, απ’ όπου και οι λέξεις λειχούδης, λειχουδιά, γλειφιτζούρι, γλείψιμο.
- Lie< λέκτρον = συζ. κλίνη (ανάκλιντρο) λέχος
- Light< ελαχύς = μικρός, βραχύς, ελαφρός
- Lily< λείριον = κρίνον
- lion >λέfων> λέων
- lip <λάπτω = πίνω, ρουφώ
- lire, λόγος = σκέψη, λογική / γλώσσα / αιτία / αναλογία (μαθημ.) < λέγω < λεγ(-lect).
LEGAL / LOYAL | ΛΕΓΩ (ΛΕΓΕΩΝ) | (EL): Ο νόμος. Από το λέγω (συλλέγω, θέτω σε τάξη). Ο νόμος είναι μια «συλλογή» κανόνων. (EN): From “lego” (to gather/arrange). Law is a collection of established rules. |
- Legion < λογάς = εκλεκτή ομάς
- lesto – ληστής (Περσικά)
LET / LATE | ΛΑΘΩ (ΛΗΘΩ) | (EL): Αφήνω / Αργοπορημένος. Από το λήθω (ξεχνώ, διαφεύγω). Αυτό που «αφήνεις» να σου διαφύγει. (EN): From “letho” (to escape notice/forget). Linked to the idea of letting something slip away. |
LEVEL / LIBRA | ΛΕΠΟΣ (ΛΕΠΙ) | (EL): Η ζυγαριά / Το επίπεδο. Από το λέπος (φλούδα, λεπίδα). Κάτι λεπτό και επίπεδο. (EN): From “lepos” (scale/husk). Related to thin, flat surfaces and balance. |
- lick / lecher < «γλείφω» προκύπτει από το αρχαίο ρήμα «ἐκλείχω» (< αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω, απ’ όπου και οι λέξεις λειχούδης, λειχουδιά, γλειφιτζούρι, γλείψιμο).
- Lie < λέκτρον = συζ. κλίνη (ανάκλιντρο) λέχος
- Light < ελαχύς = μικρός, βραχύς, ελαφρός
- Lily < λείριον = κρίνον
LILY | ΛΕΙΡΙΟΝ | (EL): Ο κρίνος. Από το αρχαίο λείριον (το λευκό, το καθαρό). (EN): From “leirion” (lily). A symbol of purity. |
- lion > λέfων > λέων
- lip < λάπτω = πίνω, ρουφώ
LIP | ΛΑΠΤΩ | (EL): Το χείλος. Από το λάπτω (ρουφώ, πίνω με τη γλώσσα). Δες την κίνηση των χειλιών! (EN): From “lapto” (to lap up/drink). Direct connection to the motion of the mouth. |
- LISBOA < ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Λισσαβώνα: Η αρχαία ιστορία της πόλης καλύπτεται από διάφορους μύθους, μεταξύ των οποίων φέρεται να ίδρυσε ο Οδυσσέας, του οποίου το λατινικό όνομα είναι “Ulysses”. Αυτό συνάγεται εκ του αρχαίου ονόματος της πόλης “Olissipo”.
- LIT(γαλλ.)κρεβάτι<λέχος (λεχώνα)λέκτρον>λεχώ>ΛΕΓΩ>λόγος.
- Lobe< λοβός
- Locust< ληκάω = πηδώ
· LOGOS / LOGIC | ΛΟΓΟΣ | (EL): Η λογική, ο λόγος, η αιτία. Η βάση της παγκόσμιας σκέψης. (EN): From “logos” (word/reason/study). The foundation of logic. |
LONG | ΔΟΛΙΧΟΣ | (EL): Μακρύς. Long< δολιχός = μακρός Δέλτα(Ιωνική)>λάμδα (Δωρική) |
Longivious /Longevity < δολιχός βίος |
|
|
LUX / LIGHT / LUCID | ΛΕΥΚΟΣ / ΛΥΚΗ | (EL): Το φως. Από το λευκός και τη λύκη (το πρώτο φως της ημέρας – λυκόφως). (EN): From “leukos” (white) and “lyke” (light). The root for all words related to illumination. |
LYRIC | ΛΥΡΑ | (EL): Ο λυρικός. Αυτός που τραγουδιέται με τη συνοδεία της λύρας. (EN): From “lyra” (lyre). Poetry meant to be sung. |
Lord Λάρισα= Πελασγικές Ακροπόλεις< λάς+ αίρω= υψώνω πέτρινα τείχη. Ηγεμών των Πελασγών τειχοποιιών ο Λαέρτης> λαρς= ηγεμών, άρχων> Lord
Lotion< λούω
LOUSITANIA<ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΛΟΥΣΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΖΑΓΡΕΩΣ.
Love<λάfω= κοιτάζω , θέλω, εύχομαι, επιθυμώ.
Lucid<λύκη = φώς
Lucifer<λύκη φέρω = Eωσφόρος
Lunar/ lunatic/moon/lune= σεληνιακός<μηνις/σέλας= οργή
Lupus/loup/wolf=λύκος< λύκη= φως
lush<λάσιος/δάσιος=δασύς /δάσος
- Mac: < οι μακρόθεν φίλοι μας… / Μακεδονία / Μακεδών. Στην πλατεία του Εδιμβούργου άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου.
MAC / MACEDONIA | ΜΑΚΟΣ (ΜΗΚΟΣ) | (EL): Από το μάκος. Μακεδόνες = οι ψηλοί, οι μακρόσωμοι. Η σύνδεση με τον Μ. Αλέξανδρο και το αποτύπωμά του παγκοσμίως. (EN): From “makos” (length). Macedonians were the “tall ones”. |
- Machine: < μαχανά = μηχανή.
MACHINE | ΜΑΧΑΝΑ (ΜΗΧΑΝΗ) | (EL): Από τη δωρική μαχανά. Το μέσο ή το τέχνασμα για να πετύχεις κάτι. (EN): From “machana” (device/contrivance). |
- Madrid / MADRE: ΜΑΔΡΙΤΗ – ΚΥΒΕΛΗ. Η μικρασιατική φρυγική θεότητα Κυβέλη (Matar Kubileya/Kubeleya “Κυβέλεια Μήτηρ”, πιθανώς “Μητέρα των Ορέων”) θεότητα δημιουργικών δυνάμεων της Γης και της γονιμότητας. Ο Πίνδαρος την προσφωνεί «Κυβέλα, μάτερ θεών». Στην πλατεία της Μαδρίτης με το άγαλμα της Cybella εορτάζει τη νίκη η REAL (κασκόλ).
MADRID / MADRE | ΜΗΤΗΡ (MATAR) | (EL): Η Μαδρίτη συνδέεται με τη θεά Κυβέλη (Matar/Μήτηρ). Η «Μητέρα των Ορέων» που λατρεύεται στην κεντρική πλατεία της πόλης. (EN): Linked to “Matar/Meteira” (Mother), specifically the goddess Cybele. |
- Magnanimous: < μέγας + άνεμος > anima = ψυχή.
MAGNANIMOUS | ΜΕΓΑΣ + ΑΝΕΜΟΣ | (EL): Από το μέγας + άνεμος (ψυχή/πνοή). Ο μεγαλόψυχος, αυτός που έχει «μεγάλη ανάσα/ψυχή». (EN): From “megas” (great) + “anemos” (wind/soul/anima). | ||
MAGIC | ΜΑΓΟΣ | (EL): Από τους Μάγους, τους σοφούς της Ανατολής που κατείχαν μυστική γνώση. (EN): From “magos” (wise man/priest). | ||
- MAGNUS-MAXIMUS: < ΜΑΚ/ΜΑΓ/ΜΑΧ > ΜΕΓΑΣ (Μακεδονία).
- Main: < μάρη = χέρι (δωρικά).
MANNER / MANUAL | ΜΑΡΗ (ΧΕΙΡ) | (EL): Από το αρχαίο μάρη (χέρι). Από εκεί και το «ευ-μαρής» (αυτό που πιάνεται εύκολα). (EN): From “mare” (hand). Related to anything done by hand. |
- Manus / main: < μάνη (αττική) < μάρη (δωρική).
- Majeur / major: < μεγjον > μέδjον > μέδδον > μέττον > μείζον.
- Make: < μάσσω = ζυμώνω (μάγειρος), made = μαγείς.
- mal / malice / malicious / malign / malignant: < μέλεος = αδιάφορος, άθλιος, μάταιος.
- Man: < μένος = ορμή, ψυχή.
- Mandate=εντολή, εξουσιοδότηση: < μανθάνω.
- Mania: < μανία.
- Marble< μάρμαρον<μαίρω = μαρμαίρω = λάμπω (εκ της κινήσεως της θαλάσσης υπό το ηλιακό φώς)
- Mare/Mary/Maria< μαίρω = μαρμαίρω = λάμπω (εκ της κινήσεως της θαλάσσης υπό το ηλιακό φώς)
MARINE | ΑΛΜΥΡΟΣ | (EL): Η θάλασσα. Από το αλμυρός (με αποβολή του πρώτου φωνήεντος και τροπή του λ σε ρ). (EN): From “almyros” (salty), referring to the sea. |
- Marvelous/merveilleux<μαρ(μάριον)- μερ-=λευκόν, λαμπρόν
- Mass: < μάζα < μάσσω.
- Master: < μήστωρ = σύμβουλος, οδηγός < μήδομαι.
- Mastic: < μαστίχη.
- maternal maternity< μήτηρ/δωρικά μάτηρ-μάταρ-μάτερ
- Mathematic: < μαθηματικός.
- Matrix: < μήτρα.
MATRIX | ΜΗΤΡΑ | (EL): Η μήτρα, το καλούπι μέσα στο οποίο δημιουργείται κάτι. (EN): From “metra” (womb). |
- Measure / meter: < μέτρον.
MEASURE / METRE | ΜΕΤΡΟΝ | (EL): Η μονάδα μέτρησης, η τάξη και η αναλογία. (EN): From “metron” (measure). |
- mediate<medium<μέσον
- Medicine: < μήδομαι = σκέφτομαι, φροντίζω, σχεδιάζω. μέδω = κυβερνώ. MEDICI ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΝΗ. MEDICINE < ΜΕΔΟΜΑΙ / ΜΕΔΩ
- (EN): From the verb “medomai” (to care for, to study, to provide a remedy). Medicine is the art of thoughtful care.
- (EL): Από το ρήμα «μέδομαι» (φροντίζω, μελετώ, παρέχω θεραπεία). Η ιατρική είναι η τέχνη της στοχαστικής φροντίδας.
- Melody < Μελωδία: < μέλος + ωδή.
- Mellow: < μειλίχιος.
MELLOW | ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ | (EL): Ο γλυκός, ο ήρεμος, ο ώριμος. Αυτός που έχει τη γλυκύτητα του μελιού. (EN): From “meilichios” (gentle/sweet). | ||
MELON | ΜΗΛΟΠΕΠΩΝ | (EL): Το «μήλο» που μοιάζει με πέπονα. (EN): From “melopepon”. | ||
- -ment (κατάληξη): < μενος = ψυχή, ορμή.
- merit: < μέρομαι = αξιούμαι.
MERIT | ΜΕΡΟΜΑΙ | (EL): Από το μέρομαι (αξιούμαι, παίρνω το μερίδιο που μου αξίζει). (EN): From “meromai” (to receive one’s share). |
- METAPHOR < ΜΕΤΑΦΟΡΑ
- (EN): From “meta” (beyond/across) + “phero” (to carry). A metaphor “carries” the meaning from one word to another. In Greece, you can still see “Metaphores” written on moving trucks!
- (EL): Από το «μετά» + «φέρω». Η μεταφορά «μεταφέρει» το νόημα από μια λέξη σε μια άλλη. Στην Ελλάδα, βλέπουμε ακόμα τη λέξη «Μεταφορές» στα φορτηγά που μετακομίζουν αντικείμενα!
- Metre < Μέτρον.
- Micro- < Μικρός.
- mild: < πράος, ήρεμος, μαλθακός.
MILD | ΜΑΛΘΑΚΟΣ | (EL): Ο πράος, ο μαλακός. (EN): From “malthakos” (soft). |
- military: < όμιλος, ομού + ίλη.
MILD | ΜΑΛΘΑΚΟΣ | (EL): Ο πράος, ο μαλακός. (EN): From “malthakos” (soft). | |||
MILITARY | ΟΜΙΛΟΣ / ΟΜΟΥ+ΙΛΗ | (EL): Από το ομού (μαζί) + ίλη (στρατιωτική μονάδα). Ο όμιλος που κινείται συντεταγμένα. (EN): From “homilos” (crowd) or “homou” + “ile” (troop). | |||
- MILK: < ΑΜΕΛΓΟΜΑΙ (ρωτακισμός) ΑΡΜΕΓΩ.
- Mind: < μέδω = σκέφτομαι, φροντίζω.
- Mine: < Μινύες.
MINE | ΜΙΝΥΕΣ | (EL): Το ορυχείο. Από τους Μινύες, τον πανάρχαιο ελληνικό λαό που ήταν οι πρώτοι δάσκαλοι της μεταλλουργίας και των αποστραγγιστικών έργων. (EN): Named after the “Minyae”, ancient Greeks famous for their advanced engineering and mining. |
- minor / minute: < μινύς = μικρός.
- misery: < μισός.
- mix: < μίσγω = αναμειγνύω.
- ΜΟΑΙ (Πολυνησία/Νότια Αμερική): < ΟΜΟΙΑ = αγάλματα (Πλάτων/Νόμοι).
- Mock: < μυκαόμαι = μορφάζω, περιπαίζω.
- Mode: < μήδος / μήχος / μάχος = σκέψις < μήδομαι = σκέπτομαι με σκοπό να φροντίσω (e.g. modus Vivendi).
- Model: < μήδος, σχέδιο, μόδα.
- Money: < μονία (επωνυμία της Ήρας· στο προαύλιο του ναού της στη Ρώμη λειτουργούσε νομισματοκοπείο. Τα νομίσματα έφεραν την παράστασή της. Συνεκδοχικά το χρήμα).
- Monitor: < μηνύτωρ = ο παρέχων πληροφορίας.
- Month: < μήνας.
- Moon: < μήνη = σελήνη.
- Morphine<Μορφεύς, υιός του Ύπνου, θεός των ονείρων.
- Mortal<ΠΑΡΙΣ<ΠΑΡ>ΒΑΡ> το βήτα γίνεται και μη π.χ.Βροτός=Μορτός(mortal)=θνητός>ΜΑΡ άρα το ρήμα ΜΑΡΝΑΜΑΙ=ΒΑΡΝΑΜΑΙ=πολεμώ
- MOTHER < ΜΗΤΗΡ
- (EN): A primordial sound. The Greek “Meter” is the root of the Latin “Mater” and the English “Mother”. It represents the source and the nurse.
- (EL): Ένας αρχέγονος ήχος. Το ελληνικό «Μήτηρ» είναι η ρίζα του λατινικού «Mater» και του αγγλικού «Mother». Αντιπροσωπεύει την πηγή και την τροφό.
- Mourn<πενθώ, μέρμερος = ο προξενών φροντίδα, ανησυχία, ολέθριος
- Mouse< μύς, ποντίκι
- Moustache< μύσταξ
- Muscle<μύς
- Muse<μούσα
- Mussel<μυς=μύδι
- MUSEUM < ΜΟΥΣΕΙΟΝ
- (EN): Originally “The House of the Muses” (the nine goddesses of arts and sciences). A place where inspiration is kept.
- (EL): Αρχικά σήμαινε «Το σπίτι των Μουσών» (των εννέα θεοτήτων των τεχνών και των επιστημών). Ένας χώρος όπου φυλάσσεται η έμπνευση.
MUSEUM / MUSIC | ΜΟΥΣΑ | (EL): Ο οίκος των Μουσών και η τέχνη τους. (EN): From “Mousa” (Muse). |
Mute< μύω = κλείω, σφίγγω τα χείλη
Mutilate< μύτιλος = περικεκομμένος, κολοβός Μυτιλήνη
- MYSTERY < ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ / ΜΥΩ
- (EN): From “myo” (to close the eyes or mouth). A mystery is something so profound that you must keep your eyes closed to initiate into its truth.
- (EL): Από το «μύω» (κλείνω τα μάτια ή το στόμα). Μυστήριο είναι κάτι τόσο βαθύ που πρέπει να κλείσεις τα μάτια για να μυηθείς στην αλήθεια του.
- Nager/swim < νέfω > νέω, νάfω νασ-/ναυ // (σ)νάfω > σνfjω, αιολικόν ναύω.
- Nail < όνυξ = νύχι.
- Name < όνομα.
NAME / NOUN | ΟΝΟΜΑ | (EL): Από το ὄνομα. Στα λατινικά έγινε nomen (χάνοντας το αρχικό Ο) και στα αγγλικά name. (EN): From “onoma”. It became nomen in Latin and evolved into “name”. |
Narcissus < Νάρκισσος: < νάρκη.
NAUSEA < ΝΑΥΤΙΑ / ΝΑΥΣ
- (EN): From “naus” (ship). Literally “seasickness”. When your body feels the movement of the ancient Greek ship.
- (EL): Από το «ναυς» (πλοίο). Κυριολεκτικά η «θαλασσομάρα». Όταν το σώμα νιώθει την κίνηση του αρχαίου πλοίου.
NAUSEA | ΝΑΥΤΙΑ | (EL): Από τη ναῦς (πλοίο). Η ζάλη που νιώθει κανείς στο καράβι. (EN): From “naus” (ship). Literally, “sea-sickness”. |
- nautical navy < ναυτικός ναF > ναυ ναυς.
NAUTILUS / NAVY | ΝΑΥΤΙΛΟΣ / ΝΑΥΤΗΣ | (EL): Από το ναῦς. Όλη η ναυτική ορολογία της Δύσης πλέει σε ελληνικά νερά. (EN): From “naus” (ship). The foundation of maritime vocabulary. |
- navigate < ναύς + άγω.
- navire, navis < πλοίο νάF-Fις.
- ne < νηνεμία < νε-/νη- + άνεμος, ne νήπιον < νε-/νη- + έπος = λόγος NH/NE/(ne) λόγιο αχώριστο αρνητικό μόριο.
- nebulous < νεφέλη.
- Necropolis < Νεκρόπολις.
- NECTAR < ΝΕΚΤΑΡ
- (EN): From “nekros” (dead) + “tar” (to overcome). The drink that allows the gods to “overcome death”.
- (EL): Από το «νεκρός» + «ταρ» (νικώ/ξεπερνώ). Το ποτό που επιτρέπει στους θεούς να «νικούν τον θάνατο».
NECTAR | ΝΕΚΤΑΡ | (EL): Από το νέκυς (νεκρός) + τάρ (ξεπερνώ). Το ποτό των θεών που σε κάνει να «ξεπερνάς τον θάνατο». (EN): From “nekys” (corpse) + “tar” (to pass over/overcome). The drink that overcomes death. | ||
NEMESIS | ΝΕΜΕΣΙΣ | (EL): Από το νέμω (διανέμω/μοιράζω). Η θεία δίκη που μοιράζει στον καθένα αυτό που του αξίζει. (EN): From “nemo” (to distribute). Divine retribution that allots what is due. | ||
- negro < νεκρομαντεία nigromantia (λατ.).
- Neon < Νέον: < νέος.
- nephew / nepotism < νέπους = νεογνός (ανεψιός).
- nervus, nerve, nervous < νεύρο σνεf-/σνευ-/νευ-.
- neuf, nine, nove < έννεfο > εννfέα > εννέα > εννιά.
- New < νέος.
NEW / NEO- | ΝΕΟΣ | (EL): Αυτούσια η λέξη. Κάθε τι New είναι ένας αρχαίος Νέος. (EN): Directly from “neos” (new/young). |
- Nice < α μακρόν νίκα ή νίκη.
- nidor (latin.) τσίκνα hnissa (Σκανδιναυικό) κνίδσα > κνίδjα > κνίση/κνίσα.
night, nuit, notte < νυξ – Νυκτός.
- (EN): The Greek “Nyx” evolved through Latin “Nox” into the English “Night”. The primordial goddess of darkness.
- (EL): Η ελληνική «Νυξ» εξελίχθηκε μέσω του λατινικού «Nox» στο αγγλικό «Night». Η αρχέγονη θεά του σκότους.
NIGHT | ΝΥΞ / ΝΥΚΤΟΣ | (EL): Από τη νύκτα. Η ρίζα νυκ- έγινε night στα αγγλικά και nuit στα γαλλικά. (EN): From “nyx” (genitive: nyktos |
- nine < εννέα.
- no, not < νη, αρνητικό μόριο.
- nocturn<νυκτερινός
- noir (γαλλ.)< niger = μαύρος
- nomad<νομαδικός
NODE / KNOT | ΝΕΥΡΟΝ | (EL): Ο κόμβος. Από το νεῦρον (τένοντας, νήμα). Κάτι που δένεται σαν νήμα. (EN): From “neuron” (sinew/string/nerve). Related to connections and ties. |
- nomade < νομάς < νέμω.
NOMAD | ΝΟΜΑΣ | (EL): Από το νέμω (βόσκω/μοιράζω). Οι άνθρωποι που μετακινούνται για να βρουν βοσκή για τα ζώα τους, «νέμονται» τη γη. (EN): From “nomas”, related to “nemo” (to pasture/allot land). | NOME / NOMOS | ΝΟΜΟΣ | (EL): Από το νέμω. Ο νόμος είναι το «μερίδιο», η τάξη που ορίζει τι αναλογεί στον καθένα. (EN): From “nomos” (law/allotment), from the root “nemo”. | |||
NOME / NOMOS | ΝΟΜΟΣ | (EL): Από το νέμω. Ο νόμος είναι το «μερίδιο», η τάξη που ορίζει τι αναλογεί στον καθένα. (EN): From “nomos” (law/allotment), from the root “nemo”. | ||||||
- noon < εννέα (η εννάτη ώρα της ημέρας).
- norm < γνώμων.
- nostalgia < νόστος + άλγος.
- note / notice < γνω-.
- Noun / Name < Όνομα: Αρκαδική: όνυμα.
- nourish < ναίω = κατοικώ, τρέφω.
- nous < νους.
- novembre < εννέα (ο ένατος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου).
NOVEMBER | ΕΝΝΕΑ | (EL): Ο ένατος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου. Από το ἐννέα (Ennea > Novem). (EN): From “ennea” (nine). It was the 9th month before the calendar changed. |
- novia= νουσα νύφη νυfός>νυfάjα>νυfαία>νυφαία>νύμφη
- novus/nuovo/nouveau/new<νέος νέFος νέfα, νέfη αττική νέα/ιωνική νέη νεfαρός
- now < νυν.
- Noxious<νέκυς = νεκρός
- Number<νέμω = μοιράζω
- nude < γυμνός.
NUDE | ΓΥΜΝΟΣ | (EL): Με την πτώση του αρχικού Γ, το (γ)υμνός έδωσε το λατινικό nudus και το αγγλικό nude. (EN): From “gymnos”. The initial “G” was dropped in the Latin transition to nudus. |
- number < νόμος = μερίδιο.
- nymph < νύμφη.
- Oar < ερετμόν = κουπί.
- OCCULUS < όκκος = οφθαλμός. Οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τους πρώτους θεούς τους, τον Ήλιο και τη Σελήνη. Τον Ήλιο ονόμασαν Οσίρη = πολύφθαλμος < όσσαι = 2 οφθαλμοί στον Όμηρο από ρίζα ΟΚ. «Οκια μου» στην Κέρκυρα. Fε/σε το κάπα σίγμα γίνεται 2 σίγμα ή 2 κάπα.
Occhi / Oφθαλμοί < σοκ- / fοκ- / όκjε < όσσε. OCULIST = οφθαλμίατρος. OCEAN < ΩΚΕΑΝΟΣ
- (EN): Named after Oceanus, the giant river that the Greeks believed encircled the entire world.
- (EL): Ονομάστηκε από τον Ωκεανό, τον γιγάντιο ποταμό που οι Έλληνες πίστευαν ότι περιέβαλλε ολόκληρο τον κόσμο.
OCEAN | ΩΚΕΑΝΟΣ | (EL): Ο γιγάντιος ποταμός που οι αρχαίοι πίστευαν ότι περιβάλλει τον κόσμο. (EN): From “Okeanos”, the great river encircling the world in mythology. | ||
OCULUS / OCCHI | ΟΚΚΟΣ / ΟΣΣΕ | (EL): Από τη ρίζα ΟΚ- (μάτι). Από εδώ και ο Oculist (οφθαλμίατρος). Οι Αιγύπτιοι ονόμασαν τον Ήλιο Οσίρη (πολύφθαλμο). (EN): From the root “OK-“ (eye). Source of “Oculist” and Italian “Occhi”. | ||
- Odious = απεχθής, μισητός < οδύσσομαι = είμαι οργισμένος με κάποιον, μισώ (Οδυσσεύς: ο μισούμενος υπό των θεών).
- Odour < Οσμή < οδμή. Το δς και σδ γίνεται και σσ και δδ. Ρήμα όζω, θέμα οδ-. Στην αττική διάλεκτο το δ τρέπεται σε σ: οδ+μη = οσμή. Στη Δωρική, Αιολική και Ιωνική διάλεκτο του Ομήρου είναι οδμή. Το ζήτα είναι 2 δέλτα / θήτα / ταυ.
ODOUR | ΟΣΜΗ / ΟΔΜΗ | (EL): Από το ρήμα ὄζω (μυρίζω), θέμα οδ-. Στην ομηρική διάλεκτο ήταν οδμή, που έγινε odour. (EN): From “ozein” (to smell), root “od-“. The Homeric “odme” led to “odour”. |
- Of < από.
- oeuf, ovum,< ωFίον>ώβεον >ωόν
- Oil < έλαιον. oliva,huile,oil< ελαία έλαιον ολιFFα έλαFjον>έλαιον
- ελάFα>ελάα /αιολικο ολαFFα/βοιωτικο
OIL / OLIVE | ΕΛΑΙΟΝ / ΕΛΑΙΑ | (EL): Από το αιολικό ὀλίfα. Ο «υγρός χρυσός» της Μεσογείου. (EN): From “elaion” and the Aeolic “oliva”. | ||
OLIGARCHY | ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ | (EL): Από το ὀλίγοι + ἄρχω. Η εξουσία των λίγων. (EN): From “oligoi” (few) + “arkhein” (to rule). | ||
- Old < όλος (αυτός που έχει συμπληρώσει τον κύκλο του).
- Oligarchy < Ολιγαρχία.
OLYMPICS | ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ | (EL): Από την Ολυμπία. Οι αγώνες που ένωναν τον ελληνισμό. (EN): From “Olympia”. |
- Omen < οίμαι = νομίζω, πιστεύω (προμήνυμα).
- ombre <(γαλλ.) σκιά, όμβρος = βροχή συννεφιά
- Onde<κύμα (δ)υδν>und-
- On < ανά.
- Οne<Εν
- Onion < έν = ένα (λόγω των επάλληλων στρωμάτων που αποτελούν ένα σώμα).
ONEROUS | ΟΝΙΑ / ΑΝΙΑ | (EL): Ο επίπονος. Από την ονία (αιολικός τύπος της ανίας), που σημαίνει στενοχώρια και βάρος. (EN): From “onia” (distress/sorrow). Used to describe something burdensome. |
ONOMATOPOEIA | ΟΝΟΜΑΤΟΠΟΙΙΑ | (EL): Από το ὄνομα + ποιέω. Η δημιουργία λέξεων που μιμούνται ήχους. (EN): From “onoma” (name) + “poiein” (to make). |
- Op- / Ob- (πρόσφυμα) < επί.
- Open < οπή.
- Operation < όπερ = έργο.
- Opinion < οίμαι.
- Opium < όπιον < οπός = χυμός φυτού.
- Optic < οπτική.
OPTICS | ΟΠΤΙΚΗ | (EL): Από το ὄπτομαι (βλέπω). Η επιστήμη του φωτός και της όρασης. (EN): From “optomai” (to see). |
opus opera< έργον
(δασεία) οπά=εργαστήρι, κατασκευή <(δασεία) έπω
= ασχολούμαι, κατασκευάζω
Or < Χρύσεα: Φρυγικά: γρούρεα.
- Oracle < αγορεύω.
- Orca<όρυξ= είδος μεγάλου ιχθύος.
- Orchard< ορχάς, οπωρώνας fεργ->έfργω>είργω=κλείνω, εγκλείω, περικλείω
- Orchestra < ορχήστρα.
ORCHESTRA | ΟΡΧΗΣΤΡΑ | (EL): Από το ὀρχέομαι (χορεύω). Ο χώρος όπου χόρευε ο χορός στο αρχαίο δράμα. (EN): From “orcheomai” (to dance). The space where the chorus performed. |
- Organ < όργανον.
ORGAN | ΟΡΓΑΝΟΝ | (EL): Από το ἔργον. Το εργαλείο με το οποίο παράγεται έργο. (EN): From “ergon” (work). A tool or instrument used to perform a task. |
- Orgasm < οργασμός.
- Orgy < όργιον.<έργον
- Orient <ορώ –εξεγείρω εξ ύπνου
- Orion < Ωρίων.
- Orphan < ορφανός.
ORPHAN | ΟΡΦΑΝΟΣ | (EL): Από το ὀρφανός. Αυτός που στερείται τους γονείς του. (EN): Directly from the Greek “orphanos”. |
- Orthodox < ορθόδοξος.
ORTHODOX | ΟΡΘΟΣ + ΔΟΞΑ | (EL): Αυτός που έχει την ορθή δόξα (σωστή πίστη/γνώμη). (EN): From “orthos” (straight/correct) + “doxa” (opinion/faith). |
Oser< τολμώ όρσω (αιολική)=τολμώ
- Ostracize < οστρακίζω.
- Ostrich<στρουθίον
- Otitis < ωτίτις.
- Out < εκ / εξ.
- Oval / Ovum < ωόν < fωόν.
- Ovary< ώβεον = ωόν = αυγό
- Oval<ώβεον = ωόν = αυγό
- Oyster<όστρακον.
- Oxygen < οξύ + γίγνομαι.
OXYGEN | ΟΞΥΓΟΝΟΝ | (EL): Από το ὀξύ + γίγνομαι. Αυτό που γεννά οξέα. (EN): From “oxys” (sharp/acid) + “gonos” (birth/producer). |
- Oyster < όστρεον.
- PACIFIC – PAX < ΠΗΓΝΥΜΙ. ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ < ΠΗΓΝΥΜΙ > ΠΑΚΤΩΣΙΣ ΠΑΓΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ > ΠΑΓΟΣ. = Βράχος π.χ. Άρειος Πάγος
PACIFIC / PEACE | ΠΗΓΝΥΜΙ | (EL): Από το πήγνυμι. Η ειρήνη ως «πάκτωσις» (στερέωση) της ηρεμίας. Ο Ειρηνικός είναι ο «παγωμένος» στην ηρεμία του. (EN): From “pegnymi” (to fix/solidify). Peace as the solidification of calm. |
- Pack < φάκελος / φακ- σφάκελος.
- Page < πήγνυμι – εμπήγω.
- Pain < πόνος.
PAIN / PENALTY | ΠΟΝΟΣ / ΠΟΙΝΗ | (EL): Από τον πόνο και την ποινή (τιμωρία/αντάλλαγμα). Ο πόνος ως το τίμημα μιας πράξης. (EN): From “ponos” (pain/toil) and “poine” (penalty/retribution). |
- Palace < Παλλαντίνος λόφος. Τον απεκάλεσε έτσι ο Αρκάς Εύανδρος (πρός τιμήν του ήρωος Πόλλακος (Πάλλας), όταν μαζί με άλλους Αρκάδες έκτισε οικισμό στον μεσαίο από τους 7 λόφους της Ρώμης).
PALACE | ΠΑΛΛΑΝΤΙΟΣ ΛΟΦΟΣ | (EL): Από τον ήρωα Πάλλαντα. Ο Αρκάς Εύανδρος ονόμασε έτσι τον λόφο της Ρώμης (Palatine), όπου χτίστηκαν τα πρώτα ανάκτορα. (EN): Named after the Arcadian hero Pallas. The Palatine Hill in Rome was the site of the first imperial palaces. |
- Pale < πελιδνός.
PALE | ΠΕΛΙΔΝΟΣ | (EL): Ο ωχρός, ο χλωμός. Από το πελιδνός. (EN): From “pelidnos” (livid/pale). |
- Palm < παλάμη.
PALM | ΠΑΛΑΜΗ | (EL): Η παλάμη του χεριού και το δέντρο (φοίνικας) που τα φύλλα του μοιάζουν με ανοιχτή παλάμη. (EN): Directly from “palame” (palm of the hand). |
- Pan < πατάνη = τηγάνι.
- Paper < πάπυρος.
PAPER | ΠΑΠΥΡΟΣ | (EL): Από τον πάπυρο, το φυτό που έδωσε την πρώτη ύλη για γραφή. (EN): From “papyros”, the ancient writing material. |
- Parochial < παροικία.
- Parsley < πετροσέλινον.
- Passion < πάθος.
PASSION | ΠΑΘΟΣ | (EL): Από το πάθος (αυτό που υφίσταται κανείς, το συναίσθημα). (EN): From “pathos” (suffering/feeling/passion). |
- Paste < πάστη = μίγμα τυριού εκ σιμιγδάλεως.
- Paste < πατέομαι, γεύομαι, τρώω.
- Pasture < πάσσομαι = τρώω.
- Paternity < πατήρ πάτας με ρωτακισμό πάταρ πατήρ πάτερ(κλητική).
- Patron < πάτρων = προστάτης.
- Pause < παύσις.
- Pauvre / poor / pauper < παώρος = πτωχός.
- Pavo < ταf > ταfώς ταώς, παγώνι.
- Pea< πίσος = μπιζέλι
- Pecora< προβατοπέκω=κουρεύω πρόβατα>ποκά = κουρά
- Pelt(δέρμα)< πέλλα = δέρμα
- Pelvis(=λεκάνη)< πελf/πελλ-(λf->λλ πέλfjα>Πέλjα>Πέλλα πύελος λεκάνη
- Penal/ penalty< ποινή
- Pepper< πέπερις = πιπέρι
- Perfume(=άρωμα)< πρό + θύω, θύω = θυσιάζω, καίω
- Permanent (=μόνιμος)< μένω
- Pernicious(=ολέθριος)< νέκυς = νεκρός
- Perplexed< περι + πλέκω
- Peru< αμερικανική ΄Ηπειροs (Περού).
- Petrify < πέτρα.
PHARMACY | ΦΑΡΜΑΚΟΝ | (EL): Από το φάρμακον. Η λέξη πέρασε αυτούσια σε όλες τις γλώσσες. (EN): From “pharmakon” (remedy/drug). |
- Physics < Φυσική.
- pied, pedestal, pedestrian < πόδι, πους > πεδ.
- Pigeon < πιππίζω = τερετίζω.
- Pine < πίτυς = πεύκο.
- Pitch < πίσσα.
- Placenta < πλακούς.
- Plage < πλαγιά.
- Plague < πληγή, δωρ. πλαγιά.
- Plaint < πλάζω (κύματι πλάζετο). complain < επλήττετο από τα κύματα (Οδυσσεύς πολυπλάζοντας).
- PLANET < ΠΛΑΝΗΤΗΣ
- (EN): From “planomai” (to wander). The planets were the “wandering stars” because they didn’t stay fixed like the others.
- (EL): Από το «πλανώμαι». Οι πλανήτες ήταν τα «περιπλανώμενα αστέρια» επειδή δεν έμεναν σταθερά όπως τα υπόλοιπα.
- plane-tree < πλάτανος.
- plaque < πλάξ.
- Plaster < έμπλαστρον.
- plex-plebis = πληβείοι < Οι πολλοί / οι πληθείς. πλήθος, πλέμπα πλείfων > πλείστος (f > σ).
- plus < πλέον.
- Ply < τυλίγω, fελ- / fλε- / fλι.
POEM / POET | ΠΟΙΗΜΑ / ΠΟΙΗΤΗΣ | (EL): Από το ποιέω (φτιάχνω, δημιουργώ). Ο ποιητής είναι ο «δημιουργός». (EN): From “poiein” (to make/create). The poet is a “maker”. |
- Poet < ποιητής.
- Poison < πότος, ποτόν.
- Pole < πάσσαλος, παλούκι. πόλος.
- Police < πολιτεία. POLICE / POLITICS < ΠΟΛΙΣ
- (EN): From “polis” (city-state). Everything regarding the organization, safety, and life of the citizens.
- (EL): Από την «πόλιν». Όλα όσα αφορούν την οργάνωση, την ασφάλεια και τη ζωή των πολιτών.
POLICE / POLICY | ΠΟΛΙΣ | (EL): Από την πόλιν. Η διαχείριση και η προστασία της οργανωμένης κοινωνίας. (EN): From “polis” (city/state). |
- Polite < πολίτης κάτοικος της πόλης άρα ευγενικός.
- Pollen < πάλη = πάσα λεπτή κόνις πάλη / παλ- / πολ- πασπαλίζω, καλύπτω ελαφρώς αλλά και συντρίβω. γύρη-πασπάλη pollen. παλύνω = πασπαλίζω, παλυνολογία = επιστήμη της γύρεως.
- pompous (=πομπώδης)< πομπή. pore πόρος
- port πείρω = διαπερνώ (Πειραιεύς, Πέραμα)
- porte (γαλλ.) πείρω = διαπερνώ
- post-posterus-pastor <ποιμήν<έπομαι (ευκτική. εποίμην)= αυτός που ακολουθεί.
- Potable<πόσιμος.
- POTENT(=ισχυρός)<ΠΟΤΗΣ/ΠΟΤΝΙΑ ΑΘΗΝΑ/ΔΕΣΠΟΤΗΣ.
- Powder< παιπάλη = λεπτότατο άλευρον
- Prime< πρόμος = πρώτος
- Prodigy<προ+άγω.
PROFESSOR | ΠΡΟ + ΦΗΜΗ | (EL): Από το πρό + φήμη (αυτός που μιλάει δημόσια ή κατέχει προγενέστερη γνώση). (EN): From “pro” (before) + “pheme” (speech/reputation). One who speaks forth. | |
Prohibit< προ + άπτω = αγγίζω Prostitute< προ + ίστημι = εκθέτω δημοσίως
|
|
| |
PROTECT | ΠΡΟ + ΣΤΕΓΩ | (EL): Από το πρό + στέγω (σκεπάζω, προφυλάσσω κάτω από στέγη). (EN): From “pro” (before) + “stego” (to cover/roof). To cover in front for safety. | |
Prune< προύνον = δαμάσκηνο |
|
| |
PSYCHE | ΨΥΧΗ | (EL): Η πνοή της ζωής. Η λέξη-θεμέλιο για την ψυχολογία παγκοσμίως. (EN): From “psyche” (soul/breath). | |
PUGILISM | ΠΥΓΜΗ / ΠΥΓΜΑΧΙΑ | (EL): Από την πυγμή (γροθιά). Η τέχνη της πάλης με τις γροθιές. (EN): From “pygme” (fist). Boxing or fist-fighting. | |
Pugnacious< πυγμή |
|
| |
Pulp< πολτός |
|
| |
Pulse< πάλλω |
|
| |
Punish< ποινή |
|
| |
PURE | ΠΑΡΘΕΝΟΣ / ΑΓΝΟΣ | (EL): Από το αγνή (δωρικά αδνή) και το αρχαίο Fαγ-. • Pure<Fαγ(ομόρριζη παρ-) Fαγνή παρθένος βριτεία>virgin Fαγνή>αγνή=αδνή (Δωρικη)<Fαγ-/(ομόρριζη )παρ->pure >παρθένος (EN): Linked to “agnos” (pure/holy) and the concept of “virgin” (parthenos). | |
PURPLE | ΠΟΡΦΥΡΑ | (EL): Το χρώμα των βασιλέων. Από την πορφύρα. (EN): From “porphyra” (purple-yielding shellfish). | |
Pus< πύον |
|
| |
QUALITY | ΠΟΙΟΤΗΣ (ΠΟΙΟΣ) | (EL): Από το Ποῖος. Στην Αττική διάλεκτο έχουμε Π (ποῖος), αλλά στην Αιολική το Π τρέπεται σε Κ (κοῖος). Αυτό το αιολικό Κ έγινε το λατινικό Q. Η ποιότητα είναι το «ποιόν» ενός πράγματος. (EN): From “Poiotes” (quality). The English Q comes from the Aeolic Greek K (koios), which shifted from the Attic P (poios). | |
- Quand < όκα / ότε. (Τ-ότε, Τ-ότα).
- quantum ≈ kantum ≈ πόσον / κόσον.
QUANTITY / QUANTUM | ΠΟΣΟΤΗΣ (ΠΟΣΟΝ) | (EL): Από το ερωτηματικό Πόσος/Πόσον. Με την ίδια αιολική μετατροπή, το Πόσον έγινε Κόσον, οδηγώντας στο λατινικό Quantum. (EN): From “Posotes” (quantity). It measures “how much” (Poson). The Greek P evolved into the Latin Q via the Aeolic K. | |||||
|
|
| |||||
QUATRE / QUART / QUARTER | ΤΕΤΤΑΡΑ (ΠΕΤΤΟΡΑ) | (EL): Ο αριθμός 4. Η αρχέγονη ρίζα ήταν petur. Στα Αιολικά έγινε πέττορα (ή πίσσυρες), στα Αττικά τέτταρα και στα Λατινικά quattuor. Δες τη διαδρομή: Π > Τ > Q. (EN): From “Tettara” (four). The original root “petur” branched into the Greek T and the Latin Q (quattuor). | |||||
- Qui? < Ποίος. Το {πι} γίνεται {κάπα} π.χ. ποίος (Αττικόν) / κοίος (Αιολικόν) / qui. kfis / τις / κις / σις.
QUIZ | ΖΗΤΩ (ΚΟΙΣ) | (EL): Μια πιθανή και γοητευτική σύνδεση με το ζητώ / ζήτησις. Η αναζήτηση της απάντησης. (EN): Potentially linked to the root of “zeto” (to seek/enquire). | ||
QUOTIENT | ΠΟΣΟΣΤΟΣ | (EL): Το πηλίκο. Από το Πόσος. Πόσες φορές χωράει ένας αριθμός σε έναν άλλο. (EN): From “Posos” (how much). It relates to the “how many times” a number is contained. | ||
- Radio < ράβδος
RADIO | ΡΑΒΔΟΣ | (EL): Η ακτίνα. Η εκπομπή των κυμάτων που απλώνονται σαν ράβδοι στον χώρο. (EN): From “rabdos” (rod/wand). Waves emitted like straight rods or beams. |
- Raisin < ράξ (ρώγα)
RAISIN | ΡΑΞ (ΡΩΓΑ) | (EL): Η σταφίδα. Από τη ράγα (ρώγα) του σταφυλιού. (EN): From “rax” (berry/grape). |
- Rare < αραιός
RARE | ΑΡΑΙΟΣ | (EL): Ο σπάνιος. Από το ἀραιός (αυτός που δεν είναι πυκνός). (EN): From “araios” (thin/porous/scanty). |
RASSASIER (FR) / SATIS | ΑΣΗ | (EL): Συγκλονιστικό! Από την ἄση (τον κόρο, την αηδία από τον υπερβολικό χορτασμό). Οι Λατίνοι το έκαναν Satis (αρκετά). (EN): From “ase” (surfeit/nausea from overfilling). Leads to Latin Satis and French Rassasier. |
Rat < άρουρα = γη – αρουραίος- re- (πρόσφυμα) < ρα εν τον άρω που υπονοεί σύνδεση εκ νέου, επανάληψη.
- Reason < ρέω = λέγω
- Red < ερυθρός
RED | ΕΡΥΘΡΟΣ | (EL): Το κόκκινο χρώμα. Από το ἐρυθρός. Η ρίζα ερυθ- έγινε red. (EN): From “erythros” (red). A simplified version of the Greek term. |
- Reptile < έρπω
- Rex < Αρήγω Ο βασιλιάς ως αυτός που βοηθά.
RHETORIC | ΡΗΤΩΡ | (EL): Η τέχνη του λόγου. Από το ρήτωρ (αυτός που λέει, από το είρω). (EN): From “rhetor” (speaker/orator). |
- RHYTHM < ΡΥΘΜΟΣ
- (EN): From “rhein” (to flow). Rhythm is “measured flow” or order in movement. The “h” reflects the Greek rough breathing (῞).
- (EL): Από το «ῥεῖν». Ρυθμός είναι η «μετρημένη ροή» ή η τάξη στην κίνηση. Το “h” είναι το αποτύπωμα της ελληνικής δασείας (῞).
RHYTHM | ΡΥΘΜΟΣ | (EL): Από το ῥεῖν (ρέω). Ρυθμός είναι η «μετρημένη ροή». (EN): From “rheîn” (to flow). Rhythm is literally “measured flow.” |
- Rice < όρυζα
- Ridiculous < κρίζω = κραυγάζω = γελώ (rire)
- riva / ripa < όχθη, ρεf > (δ)ρέπω – ερίπνη = κρημνός απότομος.
- Rival < ρύαξ εκ του ρέω – rivals = οι τω αυτώ ρείθρω χρώμενοι (αντεραστές).
- riviere / rivus / river < σρέFω > σρέω > Fρέω > (δ)ρέFω (με αντιμετάθεση). sravati (Ινδικό).
RIVER / RIVIERE | ΡΕΩ | (EL): Από το σρέfω (με δίγαμμα) που έγινε ρέω. Το λατινικό Riva (όχθη) είναι η άκρη του ποταμού που ρέει. (EN): From the root of “rheo” (to flow). | ||
ROAD | ΡΟΘΟΣ | (EL): Ο δρόμος. Από τον ρόθο (τον θόρυβο των κυμάτων ή της κίνησης). (EN): Linked to “rothos” (rushing sound/roar of waves or motion). | ||
- roam (περιφέρομαι) < fρεμ / fρομ – (δ)ρεμ / (δ)ρομ > ρόμβος (αττικόν ρύμβος).
- Roar < ρώχω = βρυχώμαι
- Rock < ρώξ = ρήγμα, σπασμένο κομμάτι
- Roof < οροφή < Fρέπω > (δ)ρέπω > ερέφω > ερέπτω = στεγάζω.
- Root < fιρίσδα > fρίσδα > (δ)ρίσδα > (δ)ρίζα (σδ > ζ).
- rope < ρόπος = ευλύγιστος κλάδος fορ>με αντιμετάθεση ροf
- Rose < ρόδον, Fρόδον
ROSE | ΡΟΔΟΝ | (EL): Το ρόδον. Η λέξη παρέμεινε σχεδόν ίδια σε όλες τις γλώσσες. (EN): Directly from “rodon” (rose). |
- Rotate<fρατανα>βρατάνα>(δ)ρατάνη/(δ)ροτάρια αιολική
- Round < ρομβέω = περιστρέφομαι
- Rower< ερέτης, κωπηλάτης
- Royal< ορέγων = ο έχων την ευθύνη
- Ruin< αρούω = κινούμαι βιαίως
- Rudra (Ινδικά) < ερυθρός
RURAL | ΑΡΟΥΡΑ | (EL): Ο αγροτικός. Από την ἄρουρα (την καλλιεργήσιμη γη, το χωράφι). (EN): From “aroura” (plowed land/field). | ||
RUST | ΕΡΥΣΙΒΗ | (EL): Η σκουριά. Από την ἐρυσίβη (την αρρώστια των φυτών που μοιάζει με σκουριά). (EN): Linked to “erysibē” (mildew/rust | ||
- Sack < σάκκος
- Sacred < άκρος = ύψιστος, (δασεία)ιερός, σιαρός > fιαρός > (δασεία)ιαρός (δωρική).
SACRED | ΙΕΡΟΣ (ΙΑΡΟΣ) | (EL): Από το ἰαρός (δωρικά). Η δασεία στην αρχή τρέπεται σε S (Sacred). Ο ιερός είναι αυτός που θεραπεύει (ἰάομαι). (EN): From “iaros” (Doric for holy). The rough breathing ( ῞ ) became “S”. |
- salary, salarium < αμοιβή (χρήματα προς αγοράν άλατος).
SALARY | ΑΛΑΣ (ΑΛΣ) | (EL): Από το ἅλς. Η αμοιβή που δινόταν στους στρατιώτες για να αγοράζουν το πολύτιμο αλάτι. (EN): From “hals” (salt). Originally the allowance given to buy salt. |
- saliva < σίελος
SALIVA | ΣΙΑΛΟΝ | (EL): Αυτούσια η λέξη. Το σάλιο. (EN): From “sialon” (spittle/saliva). |
- salt, sale, sel < άλς = αλάτι, σαλ–, Fαλ–(δασεία)αλ– άλας.
SALT / SALE / SEL | ΑΛΣ | (EL): Από το ἅλς. Η δασεία στην αρχή έγινε S σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. (EN): From “hals”. The Greek initial “H” sound (rough breathing) shifted to “S”. |
- salto < πηδώ σαλ-, Fαλ-
- salvage < σαόω = σώζω
SALVAGE / SAFE | ΣΑΟΩ (ΣΩΖΩ) | (EL): Από το σαόω (σώζω). Ο σώος, ο υγιής, ο ασφαλής. (EN): From “saoo” (to save/rescue). Root of “salvation” and “safe”. |
- sand < ψάμαθος, άμμος, Fάμος, σάμος, σάμαθος
- sanitary < σάος = σώος, υγιής
- Sans < Άνευ sans < άνευ, fαν, ανεF
- Sap < οπός = χυμός, ζωμός
- Sarcasm < σαρκάζω < σαρξ. Σαρκάζω: Εκ του “σαρξ”, κατασπαράσσω τη σάρκα όπως οι σκύλοι. SARCASM < ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ / ΣΑΡΚΑΖΩ
- (EN): From “sarx” (flesh). Literally “to tear flesh like a dog”. It describes a remark so sharp it cuts through the skin.
- (EL): Από τη «σάρκα». Κυριολεκτικά σημαίνει «ξεσκίζω τις σάρκες σαν το σκυλί». Περιγράφει ένα σχόλιο τόσο αιχμηρό που διαπερνά το δέρμα.
SARCASM | ΣΑΡΚΑΖΩ (ΣΑΡΞ) | (EL): Από το σάρξ. Σημαίνει «ξεσκίζω τη σάρκα» (όπως τα σκυλιά). Ο δηκτικός λόγος που «πονάει». (EN): From “sarx” (flesh). To tear flesh like a dog; biting wit. |
- s’asseoir, sit < σάσαι (Κύπριοι) = κάθισε, fεδ–/fεθ–/fεσ–
- satan < σατάνιος, σητάνιος ο εκκαθαρισμένος δια σήτας (κοσκίνου).
- saturable saturate,rassasier,satisfy< fαδ->σαδ->σατ
- Satisfy<ασάω SATISFY (EN) / SATISFACTION: Satis (άση/κόρος) + facio (ποιώ). Φτιάχνω την κατάσταση του χορτασμού.
- satyah ινδικά =αληθής ετεFός ετεός=αληθής>ετυμολογία
- Sauvage Savage<Σαβάζιος< Διόνυσος Ζαγρεύς(ζαγάρι;)
- Scale < σκάλα < σκάλλω = σκάβω, ανασκάπτω (βαθμίδες).
- Scandale < σκάνδαλον < σκανδαλίζω.
- Sceptre<σκήπτρο
- Scheme < σχήμα
SCENE | ΣΚΗΝΗ | (EL): Η σκηνή, το κατάλυμα. Από τη σκιά (εκεί που βρίσκεις σκιά). (EN): From “skene” (tent/stage), originally a shaded place. | ||
SCEPTIC | ΣΚΕΠΤΙΚΟΣ | (EL): Από το σκέπτομαι. Αυτός που εξετάζει προσεκτικά πριν πιστέψει. (EN): From “skeptomai” (to look/examine). | ||
SEED | ΣΗΤΟΝ (ΣΙΤΟΣ) | (EL): Ο σπόρος. Από το σιτάρι (σητόν). Η βάση της ζωής και της τροφής. (EN): Linked to “sitos” (grain/food). | ||
SERPENT | ΕΡΠΩ | (EL): Από το ἕρπω. Η δασεία έγινε S και το ερπετό έγινε Serpent. (EN): From “herpo” (to crawl). The initial “H” sound became “S”. | ||
- Schism < σχίσμα
- School < Σχολείον (EN): Originally meaning “leisure” or “free time”. For the Greeks, school was the luxury of having free time to dedicate to study and philosophy.
- (EL): Αρχικά σήμαινε «ελεύθερος χρόνος». Για τους Έλληνες, το σχολείο ήταν η πολυτέλεια του να έχεις χρόνο για να τον αφιερώσεις στη μελέτη και τη φιλοσοφία.
- Science < scio = γνωρίζω καλά < cognosco < γιγνώσκω.
- scissors<σχίζω
- Scotland<σκότος+λας
- scotoma <σκότος
- sculptor<σκάλλω = σκάπτω
- Scurvy < σκορβούτον < σκόροδον (επειδή θεραπευόταν με αυτό).
- Secret < σηκρός = χωρισμένος, απομονωμένος.
- secure<από sine + cura άφροντις, άνευ + καρέω
- sedeo,sedia<έδρα<έζομαι,ΈΔΟΜΑΙ=κάθομαι ΣΕΔΑΣ/ΚΑΘΕΔΡΑΣ/ ΚΑΤΩ+ΕΔΡΑΣ ΣΕΔ/FΕΔ/’ΕΔ
σ/Fέδομαι (δασεία)έδρα σεδ>fεδ>(δασεια),σεδ,σιδ,σιτ,fεξ
εδ/σεκ σικ,συκ
- Sediment < fέδος = έδρα, κάθισμα.
- Seed < σητόν = σιτάρι.
- Seek<σεύω=(κατά)διώκω.
- Seisme<σέfjω
- Semen < σήμα, σπέρμα.
- Semi- < ημι- (δασεία > s).
- Semolina<σεμίδαλις = σιμιγδάλι
- Senate < ένος = παλαιός, γέρων.
- Senior=παλιότερος, περασμένος <σεν>Fεν>(δασεία)ένος.
- Sentina=ο υδροσυλλέκτης του πλοίου (ακάθαρτα)<αμίς=δοχείον(Πυραμίς) σαμ-σεμ- εμ->-Fαμ>αμ
- Sequence < έπομαι (fέπομαι-/fετ-Fεκ-) = ακολουθώ.
- Series<σειρά
- Sermon< ειρμολόγιο = βιβλίο θρησκευτικών
- Serpent < έρπω (δασεία > s). -/Fερ/(δασεία)έρπω/σέρπω (δασεία) ερπετόν
- Servare/save.sauver<(σ)ερυfομαι=ερύομαι-σώζω
- Sesame<σήσαμον
- seven,sept,sette<σεπτά * επτά ( το επτά ήτο για τους Ελληνες ιερός αριθμός )
- severe<σοβαρός
- sesame<σήσαμον
- Si< ει/ότε Λυκικό σεί
- Sieur/Sior/Sir/ =Κύριε<σιορ Λάκωνες ρωτακισμός σ>θ και ι>ε άρα ΘΕΟΣ Sion=Σιών =Θεών.
- Silent< σιγηλός = σιωπηρός
- Sign < σήμα.
SIGNAL / SIGN | ΣΗΜΑ | (EL): Από το σῆμα. Η ένδειξη, το σημάδι. (EN): From “sema” (sign/mark). |
- Silence < σιγή.
SILENCE | ΣΙΓΗ | (EL): Από τη σιγή. Η απουσία θορύβου. (EN): From “sige” (silence). |
- Silo < σειρός = λάκκος για αποθήκευση σιτηρών.
- Siren < σειρήν.
- Sketch < σχέδιον.
- Skeleton < σκελετός.
- Skin<σκύτος= κατεργασμένο δέρμα
- Sleigh=έλκηθρον<σλ-/Fλ-/λ- ολισθαίνω
- Smile< μειδιώ=χαμογελώ
- Sieve<δια-τFάjω=διαιτάω σαFω=σάω/σήθω=κοσκινίζω
- Silk<σήρικος ( σκώλιξ )
- similar/simulate<σομ-/Fομ-/(δασεία)ομ. όμοιος
- Simple<απλούς (δίγαμμα, δασεία, σίγμα).
- Sinew<τένων<Fισν-(δασεία)ις-ινός
- Sinister<σίνης<Κίνα
- Snow<νίφα,νιφάδα<σνιφ->νιφ-/σναφ<σν-
- Soap/savon<σάπων=σαπουνι
- Society<σώκος = ισχυρός
- Socrus=πεθερά<FFεκυρέ>εκυρός=πενθερός
- Soil<έδος
- SOL…soleil/solar<ΣΑΛ-ΑΤΤΙΚΗ/ΣΕΛ-ΔΩΡΙΚΗ/ΣΟΛ-ΑΙΟΛΙΚΗ.(δασεία)ήλιος <αFέλιος, αβέλιος, αέλιος<F-βέλαν γέλαν, σέλας σελ(ας)-σολ κιλάριος<fαλ,Fιλ ταλώς(ντάλα<εν τάλω) δήλος,βαλιός, φαλιός/F-βέλαν,γέλαν,σέλας
- Solium=κάθισμα,θρόνος, λουτήρ όρα «αναπαυσόλια» Κέρκυρα
- Solstice<sol = ήλιος + στάση
- Solution<λύω
- Sole < όλος.
- Solid < όλος.
- Solve < λύω.
- Soma < σώμα.
- Somnambulent<ύπνος + αμπλάω = περπατώ στον ύπνο μου
- Somniferous<ύπνος + φέρω, υπνωτικός
- Son<συν->Fυν->ύν=(δασεία)ύννις ύν >υιός
- Sopio=κοιμίζω,sommeil,(δασεία)ύπνος συπν>Fυπν>Fυπν=(ν ευφωνικό)
- Sophist < σοφιστής.
- Sound < τόνος.
- Space < σπάω = εκτείνω.
- Spark < σπινθήρ.
- Spasm < σπασμός.
- Spatula < σπάθη.
- Sphere < σφαίρα.
SPHERE | ΣΦΑΙΡΑ | (EL): Το τέλειο σχήμα. Αυτούσια μεταφορά. (EN): From “sphaira” (globe/ball). |
- Spine < σπινός = λεπτός.
- Spleen < σπλήν.
- Sponge < σπόγγος.
SPONGE | ΣΠΟΓΓΟΣ | (EL): Ο σπόγγος. Η λέξη ταξίδεψε αυτούσια. (EN): From “spongos”. |
- . sponsor<σπένδω, προσφέρω σπονδή.
- Spouse < ασπάζομαι
- Spur<σπιρούνι
- squirrel<σκίουρος (ο κάμνων δια της ουράς σκιάν εις εαυτόν
- Stadium < στάδιον.
STADIUM | ΣΤΑΔΙΟΝ | (EL): Από το ἵστημι (στέκομαι). Το μέρος όπου «στέκονται» οι θεατές ή η μονάδα μέτρησης. (EN): From “stadion”, root “histemi” (to stand). |
- Stalactite < σταλακτίτης.
- -STAN(κατάληξις) π.χ. Κουρδιστάν< στίον: ψηφὶς, λίθος Αν λάβουμε την ετυμολόγηση που βρίσκουμε στο λεξικό του George W. Lemon 1783, όπου ερμηνεύει την λέξη Stone ως Πέτρα με βάση την λέξη Στίον
- Star < αστήρ.
- State<στάτος, εγκατεστημένος
- Statue < στατός < ίστημι.
- Stay<στ/ίσταμαι
- Sterile<στείρος
- Stigma < στίγμα.
- Stimulus < στιγμή, στίζω.
- Stoma stomata<στόμα
- Stomach < στόμαχος.
- Stone<στίον,ψηφίς, λίθος,
- Stonehenge< stone+ henge=hang=άγχω stone/ Stonehenge< στίον: ψηφὶς, λίθος Αν λάβουμε την ετυμολόγηση που βρίσκουμε στο λεξικό του George W. Lemon 1783, όπου ερμηνεύει την λέξη Stone ως Πέτρα με βάση την λέξη Στίον. Το δε Henge, που στα Νορβηγικά σημαίνει κρεμώ και στα αγγλικά η λέξη Hang σημαίνει κρέμασμα, πιθανόν συνδέεται ετυμολογικά με την αρχαία ελληνική λέξη ῎Αγχω <Γ 371> πνίγω, παρὰ τὸ ἄγω οὐδὲν γάρ ἐστιν ἄλλο τὸ ἄγχω ἀλλ’ ἢ τὸ ἄγω καὶ συνάγω τὸν φάρυγγα. Δηλαδή κρεμώ και πνίγω όπου κλείνει ο φάρυγγας και δεν μπορώ να αναπνεύσω».
- Stop < στυ(π)πείον / στύππη > στουμπώνω.
- Stork < πελαργός, στοργή.
- Stratioti < στρατός.
- Stratum < στρώμα.
- Stream < ρέω < FρέF > σρεF > στρέF = εκρέει. Στρυμών.
- sravanti (Σανσκριτική) = ποτάμι, ρυάκι (S > F ρέει).
- Stress < στραγγώ = σφίγγω, στράγξ = πίεσις.
- Student < studio < σπουδή, σπουδάζω (τροπή Π σε Τ).
- Style < stylatus = σταλακτός < σταλάσσω.
- SYMPTOM < ΣΥΜΠΤΩΜΑ / ΣΥΝ + ΠΙΠΤΩ
- (EN): From “syn” (together) + “pipto” (to fall). Something that “falls together” or coincides with a disease.
- (EL): Από το «συν» + «πίπτω». Κάτι που «πέφτει μαζί» ή συμπίπτει χρονικά με μια ασθένεια.
- Sucus,succulent χυμός<σαπ[Fύω>σύω>ύω συήσια>υήσια>τσίσα «Ύε,κύε» τελετουργική μυστική επίκλησις των Ελευσινίων μυστηρίων με σκοπόν την γονιμότητα. Το μεν «ύε» αναφέρεται στον Δία και σημαίνει «βρέχε», το δε ¨κύε¨αναφέρεται στην Γαία(Δήμητρα) και σημαίνει «τίκτε»
- Suffer<υπό + φέρω
- Sugar<σάκχαρον
- Suicide<εός + καίνω = κτείνω, αυτοκτονώ
- Sun<σέλας>σ>ν σελ-/συλ-/συν sun<σαν Δωρικά ΣΙΝ Βοιωτικά Σινική, Κίνα Βασίλειον Ηλίου Σελήνη< σέλας=φως Ηλίου
- Sunti/sont=(αυτοί) είναι<εισίν/εντί Fεντί<σεντί
- Super=(δασεία)υπέρ super – πρόσφυμα
- Superfluous<υπέρ + φλέω
- surunga(Ινδικά)= σύριγξ
- Swarm=σμήνος μελισσών<συρF-/sfυρ-/σFαρ-
- Sweat,sudor< σFιδ->ιδρόω
- Sweet=ηδύς<σFαδ-
- swell <σάλος=θαλασσοταραχή
- Swer=πάσσαλος<σFερ-/σFυρ-/συρ-
- Swine=χοίρος<σFυ-/ffυ-/fυ-/(δασεία)υ>ύς
SYMPTOM | ΣΥΜΠΤΩΜΑ | (EL): Από το σύν + πίπτω. Αυτό που «πέφτει μαζί» με την αρρώστια. (EN): From “syn” (together) + “pipto” (to fall). | ||
SYSTEM | ΣΥΣΤΗΜΑ | (EL): Από το σύν + ἵστημι. Αυτό που στέκεται μαζί ως ενιαίο σύνολο. (EN): From “syn” + “histemi” (to stand together). | ||
- Talent < τάλαντον = νόμισμα, ζυγαριά.
TALENT | ΤΑΛΑΝΤΟΝ | (EL): Από το τάλαντον (ζυγαριά, βάρος, νόμισμα). Η ικανότητα που «ζυγίζει» πολύ και έχει αξία. (EN): Originally a Greek unit of weight and currency (Talanton). |
- Talisman < φυλακτό, τέλεσμα.
- Tauro < ταύρος.
TAURUS | ΤΑΥΡΟΣ | (EL): Αυτούσιο. Ο ταύρος, το πανάρχαιο σύμβολο της δύναμης. (EN): From “Tauros” (bull). |
- TAVERN < ΤΑΒΛΑ / TABULA
- (EN): From the Greek “tavla” (board/table). The place where people gather around a table to eat and drink.
- (EL): Από την ελληνική «τάβλα» (σανίδα/τραπέζι). Ο χώρος όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε και να πιουν.
TEACHER | ΤΙΤΘΗ | (EL): Συγκλονιστικό! Από την τίτθη (τροφός, παραμάνα). Όπως η τροφός θηλάζει το βρέφος, ο δάσκαλος «τρέφει» πνευματικά τον μαθητή. (EN): From “Titthe” (nurse). A teacher “nourishes” the mind. |
- Tele < τηλε = μακράν.
TELE- (PREFIX) | ΤΗΛΕ | (EL): Από το τηλε- (μακράν). Η βάση για όλες τις σύγχρονες επικοινωνίες (Telephone, Television). (EN): Greek prefix meaning “far away”. |
- Tend < τεν+jω = τείνω.
- Tension < τάσις.
- Terminate < τερματίζω.
- Terra < άρα, έρα = γη.
- Terra < Τέρσομαι = Ξεραίνομαι/στεγνώνω. Ταρσός = το μέρος του ποδιού όπου εξεραίνετο το αίμα του τραύματος στη μάχη πριν χυθεί στη γη. Εξ ου και terra = γη. Ταρσός είναι η πρώτη χώρα στην Μικρά Ασία η οποία εξηράνθη μετά τον κατακλυσμό (μάλλον του Δευκαλίωνος). Ταρσός = καλαθάκι όπου στράγγιζε το τυρί. FΡέα > (δασεία)Ρέα (F = οδοντικόν Τ). Fέρjα > (δασεία)έρρα > t e r r a = γη // άρουρα.
TERRACE / TERRE (FR) | ΤΕΡΣΟΜΑΙ / ΕΡΑ | (EL): Από το τέρσομαι (ξεραίνομαι). Η γη ως το στεγνό μέρος που αναδύεται από το νερό. Συνδέεται και με την Έρα (Γη). (EN): From “tersomai” (to dry up). Land as the dry surface. |
- Terror < τάρβος = φόβος.
- Test < δοκιμασία από το κεραμεικό σκεύος μέσα στο οποίο εδοκίμαζαν τον χρυσόν οι αλχημισταί.
- Thames < Θύαμις.
- Theater < θέατρον.
- Theme < θέμα.
- Theology < θεολογία.
- Theory < θεωρία.
THEORY | ΘΕΩΡΙΑ | (EL): Από το θεωρός (αυτός που παρατηρεί). Η πνευματική θέαση των πραγμάτων. (EN): From “theoria” (contemplation/viewing). |
- Therapy < θεραπεία. THERAPY < ΘΕΡΑΠΕΙΑ / ΘΕΡΑΠΕΥΩ
- (EN): Originally “service” or “attendance”. To therapy someone is to serve them and take care of their needs.
- (EL): Αρχικά σήμαινε «υπηρεσία». Το να θεραπεύεις κάποιον σημαίνει να τον υπηρετείς και να φροντίζεις τις ανάγκες του.
- Thermal < θερμός.
- Thesis < θέσις.
THESIS | ΘΕΣΙΣ | (EL): Από το τίθημι (θέτω). Η θέση, η άποψη που καταθέτει κανείς. (EN): From “thesis” (a placing/proposition). |
- Thesaurus< θησαυρός
- Three,trios,trois<τρία τρέFες>τρέjες>τρείς η δωρικό τρής
- Throne < θρόνος.
- Thyme < θύμον-θυμάρι
- Tile < τέλος = στέγη.
- Tit < τιτθή = θηλή (θ/τ). Τίτθη, ἡ (=τροφός, παραμάνα). Ἀπ’ τό ρῆμα θάω (=θηλάζω), ἀπ’ ὅπου καί οἱ λέξεις θηλή, θηλάζω, θῆλυς, τιθήνη. Παράγωγα τοῦ τίτθη: τιτθεύω (=θηλάζω), τιτθεία, τιθευτικός, τιθεύτρια. Τιθορέα (σε τοίχο ναού αρχαιότατο σπάραγμα με 2 στήθη).
- Toast < πρόποσις, τερσαίνω = ξηραίνω. (Οι Άγγλοι βουτώντας ένα κομμάτι ψημένο ψωμί μέσα στο κύπελλο που ήγειραν εις υγείαν).
- TOIT < στέγη > τέγος (-στ > -τ).
- Tolerate / tolero < τλάω = ανέχομαι, υπομένω. Τάλας = ταλαίπωρος < τλάω = το βαστάζειν, το υπομένειν (Πολύτλας Οδυσσεύς). Ρίζα <ταλ> > τελάρο, τάλαρος, Άτλας, Αταλάντη, Τάνταλος, τελαμών, ταλανίζω = βασανίζω, τόλμη, ταλαίπωρος, ομηρική ταλαπείριος. tolero <Τάλας =ταλαίπωρος <τλάω = το βαστάζειν, το υπομένειν (Πολύτλας Οδυσσεύς)<ταλ> τελάρο , τάλαρος, Ατλας, Αταλάντη, Τάνταλος, τελαμών, ταλανίζω= βασανίζω, τόλμη, ταλαίπωρος Ομηρική ταλαπείριος
- Tomb < τύμβος.
TOMB | ΤΥΜΒΟΣ | (EL): Ο χωμάτινος λόφος του τάφου. Η λέξη ταξίδεψε σχεδόν αυτούσια. (EN): From “tymbos” (burial mound). |
- Tone < τόνος.
- Topic < τοπικός.
TOPIC | ΤΟΠΙΚΟΣ | (EL): Από τον τόπο. Το θέμα που αφορά έναν συγκεκριμένο «νοητικό τόπο» στη συζήτηση. (EN): From “topos” (place). A subject in a specific “place” of discourse. | ||
TORQUE(ροπή) | ΤΡΟΧΟΣ | (EL): Η δύναμη της περιστροφής. Από τον ελληνικό τροχό. (EN): From “trokhos” (wheel). The rotational force. | ||
- Tour < τόρνος.
TOUR / TURN | ΤΟΡΝΟΣ | (EL): Από τον τόρνο. Η κυκλική κίνηση, η περιστροφή γύρω από έναν άξονα. (EN): From “tornos” (lathe/compass). Turning in a circle. |
- tower /tour< τύρρις<τύρσις/τυρ/ταρ/Τάρας= πύργος
- Tragedy < τραγωδία.
- travailler< το μαρτύριο των τριών πασσάλων(τρίς + πάσσαλος/PALE,PALO, για τους γάλλους η εργασία παρομοιάζεται με μαρτύριο και όχι με παραγωγή έργου όπως στην ελληνική.
- Travel<το μαρτύριο των τριών πασσάλων(τρίς + πάσσαλος, PALE,PALO, γιατί τον 14ο αιώνα το ταξίδι ήταν επίπονη περιπέτεια)
- Treasure < θησαυρός.
- Tree< Η ΔΡΥΣ ΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ-ΔΩΡΙΚΑ ΕΛΕΓΕΤΟ ΔΑΡΥΛΟΣ
- Tremble< τρέμω
- Tribe< τρίφυλος, ο έκ τριών φύλων
- Trident<τρις + οδούς
- Trio / trois < τρία, τρέFες > τρέjες > τρείς ή δωρικό τρής.
- Tripod < τρίπους.
- Triumph < θρίαμβος.
TRIUMPH | ΘΡΙΑΜΒΟΣ | (EL): Ο θρίαμβος. Αρχικά ύμνος προς τον Διόνυσο, κατέληξε να σημαίνει τη μεγαλειώδη νίκη. (EN): From “thriambos” (a hymn to Bacchus/Dionysus). |
- Trophy < τρόπαιον.
- Tropic < τροπικός.
- trouver(γαλλ.)<τρόπος/επινοώ τρόπους συνθέσεως μουσικής (τροβαδούρος, τροπάριο)
- true<Fετεός>ετεός= αληθινός
- tu <Συ /Δωρικά τυ / Λάκωνες και Μυκηναΐοι ΤΟΥ.
- Turbid/turbo<τύρβη ταρ-τερ-τορ-= στροβιλισμός, αταξία, θόρυβος
- Turn/tourner< τορνεύω
- two<δύFο,δFυ- F>W
- Type < τύπος. TYPE < ΤΥΠΟΣ / ΤΥΠΤΩ
- (EN): From “typto” (to strike). Originally the “impression” or mark left by a blow (like a seal on wax).
- (EL): Από το «τύπτω» (χτυπώ). Αρχικά σήμαινε το αποτύπωμα ή το σημάδι που αφήνει ένα χτύπημα (όπως η σφραγίδα στο κερί).
TYPE | ΤΥΠΟΣ | (EL): Από το τύπτω (χτυπώ). Το αποτύπωμα που αφήνει ένα χτύπημα, η μορφή. (EN): From “typos” (impression/mark), from “typto” (to strike). |
- Tyrant < τύραννος.
- Ulcer < έλκος
ULCER | ΕΛΚΟΣ | (EL): Αυτούσιο από το αρχαίο ἕλκος (πληγή). (EN): Directly from the Greek “helkos” (a wound/sore). |
- Ulysses < Οδυσσεύς
ULYSSES | ΟΔΥΣΣΕΥΣ | (EL): Η λατινική απόδοση του ονόματος του Οδυσσέα. Το «Ο» τράπηκε σε «U». (EN): The Latinized version of the iconic hero Odysseus. |
- Umbilical < ομφάλιος
UMBILICAL | ΟΜΦΑΛΙΟΣ | (EL): Από τον ὀμφαλόν (τον αφαλό, το κέντρο). Ο ομφάλιος λώρος. (EN): Relates to “omphalos” (the navel or the center of all things). |
- Umbrella < όμβρος = βροχή
UMBRELLA | ΟΜΒΡΟΣ | (EL): Από τον ὄμβρον (τη ραγδαία βροχή). Το εργαλείο για την προστασία από τη βροχή. (EN): Your shield against the Greek “ombros” (heavy rain). |
- Unanimous < una (< μία) + anima (= ψυχή < άνεμος) = ομόφωνος
UNANIMOUS | ΜΙΑ + ΑΝΕΜΟΣ (ANIMA) | (EL): Από το λατινικό una (μία) + anima (ψυχή/πνοή), η οποία προέρχεται από τον ελληνικό ἄνεμο. Αυτός που έχει μία ψυχή, ο ομόφωνος. (EN): From “mia” (one) + “anemos” (wind/breath/soul). Of one mind. |
- Union < ένωσις
UNITE / UNION | ΕΝΩ / ΕΝΩΣΙΣ | (EL): Από το ἑνόω-ῶ (κάνω κάτι ένα). Η ρίζα είναι το εἷς, μία, ἕν. (EN): To make things “one” from the Greek verb “henoo” (from “hen” = one). |
- Unique < μοναδικός
UNIQUE | ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ (ΕΝ / UNUS) | (EL): Από το ἕν (ένα). Το λατινικό unus είναι η εξέλιξη του ελληνικού εν. (EN): From the Greek “hen” (one), leading to the Latin unus. |
- Unite < ενοώ – ενώ = ενώνω
- Uranus < Ουρανός: < fορανός.
- Urgent < Οργή / Οργώ: < οργάω-ώ (ορμώ).
URINE | ΟΥΡΟΝ | (EL): Αυτούσια η λέξη από το αρχαίο οὗρον. (EN): Directly from the Greek word “ouron”. |
URN | ΥΔΡΙΑ | (EL): Από την ὑδρίαν, το αγγείο για το ὕδωρ (νερό). (EN): Traces back to “hydria”, a water jar named after “hydor” (water). |
- Uruguay < Άρεως γη
- Utopia < ου + τόπος, ουτοπία
UTOPIA | ΟΥ + ΤΟΠΟΣ | (EL): Ο ου (δεν) + τόπος. Ο ιδανικός αλλά ανύπαρκτος «μη-τόπος». (EN): Literally “no place” from the Greek “ou” (not) + “topos” (place). |
- Vaal < (Λιβύη + Ποσειδών = Βήλος) Fήλιος > ήλιος.
- Valiant = ανδρείος < βαλιός. Φαλιός = λαμπρός. valor < βαλαών = πολύ, μέγα.
VALIANT / VALOR | ΒΑΛΙΟΣ / ΦΑΛΙΟΣ | (EL): Από το βαλιός (λαμπρός, ταχύς). Ο ανδρείος είναι αυτός που έχει εσωτερική λάμψη και δύναμη. (EN): From “valios” (bright/swift). A valiant hero has inner brilliance. |
- Vard = ρόδον (Αρμένικα) < Fρόδον > βρόδον > (δασεία)ρόδον.
- Variate < βαριός = ποικίλος.
- Vector = διάνυσμα < FοχέFειν. Vehere < μεταβαίνω < FοχέFειν.
VECTOR / VEHICLE | FΟΧΟΣ (ΟΧΗΜΑ) | (EL): Από το Fόχος (άμαξα). Το αρχαίο Δίγαμμα (F) έγινε V. Το όχημα που σε μεταφέρει. (EN): From “ochos” (chariot). The ancient Digamma (F) evolved into the modern V. |
- vehicle < Fόχος = όχος = όχημα, άμαξα, άρμα (F = χειλικόν Β) Fοχ– / οFχ– / οιχ.
- vendo, vendre < ώνια = ψώνια, Fων– / Fεν– / Fονή– / οfνή > ωνή = αγορά.
VENDO / VENDRE | ΩΝΗ / FΩΝΗ | (EL): Από την ὠνή (αγορά, ψώνια). Το ρήμα για την πώληση σε πολλές γλώσσες. (EN): From “one” (purchase/buying). |
- venir / aller / go < βαίνω. βανjω > go (Αιολικές/Δωρικές) > β > venir (Αρκαδικές).
- Vent / Wind / Άνεμος < Vent / Wind: < fέντος.
- Vepem = αφηγούμαι (Αρμενικά) < Fέπος > έπος.
- Ver = άνοιξις. primavera < Fέσαρ > έαρ (Δωρικά). Fηρ > ηρ (Ιωνικά).
- verb < έρω = ομιλώ.
- Ver, vermis, worm = σκώληξ < Fερμ / Fελμ > ρόμος / Fόρμος / Fρόμος.
- Verity < Ετυμότης: < verus (εταός).
- Verse < Βέργα / Ράβδος: < verto (στρέφω).
- Very < Fερι = ερι- / αρι- (Δωρικά) (επιτατικό μόριο). ερίτιμος = αξιότιμη. Εριφύλη (έρι:πολύ+φύλον) η έξοχη των γυναικών
- Αριάδνη< αρι+αδνή/αγνή πολύ αγνή
VERITY / VRAI (FR) | ΕΤΥΜΟΤΗΣ / FΕΡΟΣ | (EL): Από το ἔτυμος (αληθινός). Η αλήθεια, το «έτυμον». (EN): From “etymos” (true/real). The root of “etymology” and “verity”. |
- vest / vêtement < fέσ– > fέσμα > fεσ–θής > εσθής = φόρεμα. fέννυμι = ντύνω.
VEST / VETEMENT | ΕΣΘΗΣ / FΕΣΘΗΣ | (EL): Από την ἐσθῆτα (ρούχο, ένδυμα). Το F στην αρχή έγινε V. (EN): From “esthes” (clothing/garment). |
- Vesper < Fέσπερος > έσπερος.
- Vesta < Fεστία > Εστία.
VETERAN | ΕΤΟΣ / FΕΤΟΣ | (EL): Από το ἔτος. Ο παλαιός, αυτός που έχει πολλά «έτη» στην πλάτη του. (EN): From “etos” (year). One who has seen many years. |
- via / voyage / way < Fοδός > οδός.
- Vicinity=γειτνίασις<Fεξέ= κοντά
- Viper < Έρπω / Έχις
- vicus < Fοίκος > οίκος.
- videre / video / vision / view < Fιδ– / Fειδ– / Fοιδ–. Fείδον > είδον (βλέπω).
- vigne / vin / wine / vino < Fοίνος > οίνος.
- vingt = είκοσι < ε-Fίκατι > Fείκατι > βείκατι.
- virgin < βριτεία. Pure < Fαγ– (ομόρριζη παρ-) Fαγνή παρθένος.
- Vital / vita / vivacious / vivid / vivisection < βίFος > βίος.
- Violate / violent / violence < βία.
VIOLENCE / VIOLATE | ΒΙΑ | (EL): Αυτούσιο από τη Βία. Η ορμητική χρήση δύναμης. (EN): Directly from the Greek “Bia” (force/might). |
- virile / virility < fis = ρώμη / Fάρην > άρρην άνδρας.
- virous < ιός = δηλητήριο.
- Voice / vocal / voce / voix / vox / vowel < Fοκjα > Fοσσα. βάξις = προφορικός λόγος.
- Volcano < Φλέγω: < Vulcānus (Ήφαιστος), ρίζα φλεγ-.
- voleur < αυτόφωρος < αυτός + φωρ / Fολ = κλέπτης.
- Volpes, fox < Fαλ– / Fιλ / Fολ. Fαλώπηξ / αλώπηξ.
- volvo / volvere / Volumen (όγκος εκ περιστροφής) < Fειλύω / fόλfω = περιστρέφομαι. Ελίσσομαι / Ελίκη / Έλιξ < ειλλείν / ιλλείν = περιδίνησις συναισθήματος
VOMIT | ΕΜΕΩ / FΕΜΕΩ | (EL): Από το αρχαίο ρήμα ἐμέω-ῶ. Το αρχικό F- χάθηκε στα νέα ελληνικά αλλά έμεινε στο αγγλικό Vomit. (EN): From the Greek verb “emeo” (to vomit). |
VORACIOUS / -VORE | ΒΟΡΟΣ / ΒΙΒΡΩΣΚΩ | (EL): Από το βορός (λαίμαργος) και το βιβρώσκω (τρώγω). Όπως το σαρκο-βόρο (Carnivore). (EN): From “boros” (gluttonous/devouring). |
VOTE | ΕΥΧΗ / FΩΤΗ | (EL): Από την εὐχή (υπόσχεση, τάμα). Η ψήφος ως η επίσημη έκφραση μιας επιθυμίας ή ευχής. (EN): Linked to “euche” (vow/prayer/wish). |
- Vouloir/volunteer/volition/vouloir/voeux(ευχή)<Fοφ-/fοβ <βολ-jομαι> βώλομαι , βούλομαι.(δια αντεκτάσεως)βέλλομαι , βείλομαι δήλομαι ο+f=ου/ω, θ>β θέλω (Κυπριακή σι βόλε= τι θέλεις;)
- Vras<(αλβανικά)=σκοτώνω Fραίω>(δασεία)ραίω=συντρίβω, καταστρέφω
- Vulgar<Fοχλος = όχλος
- vulnerable< vulnus>Fολ-Fοκλή = ουλή
- Wagon < fοχέω = οχούμαι.
WAGON | ΟΧΕΩ (FΟΧΕΩ) | (EL): Από το fοχέω (μεταφέρω με όχημα). Η ίδια ρίζα που έδωσε και το Vehicle. (EN): From “Ocheo” (to carry/ride in a vehicle). | ||
WAR / WARDEN | ΕΡΥΩ (FΑΡΜΑΝ) | (EL): Από τη ρίζα fαρ- που δηλώνει προστασία. Συνδέεται με το ἐρύω (φυλάσσω, προστατεύω). (EN): From the root “Eryo” (to guard/protect). | ||
- Warm < σάρμοι (δωρικό σ) = θερμοί (ιωνικό θ).
- Wasu (Inkas) < Fάστυ > άστυ (με τροπή στ/σς/σ).
- Water < ύδωρ, Fυδωρ. Fέδυ, βέδυ, Fέδεσσα (Έδεσσα).
WATER | ΥΔΩΡ (FΥΔΩΡ) | (EL): Από το ὕδωρ. Το αγγλικό W είναι το «φάντασμα» του αρχαίου Διγάμματος (F) που υπήρχε στην αρχή της λέξης. (EN): From “Hydor”. The W sound is the evolution of the ancient Greek Digamma (F). |
- Weave = υφαίνω < υφόF, υφόFειν, υφόειν.
- WEST / OUEST < (δασεία)ΕΣΠΕΡΙΑ < FΕΣΠΕΡΙΑ – ΒΕΣΠ– – ΟΥΕΣΠ–. Όταν το π γίνει ταυ, έχουμε ΟΥΕΣΤ, Fεσπαρίων.
- Wet < υετός < ύω.
- Wheel < ελύω = κυλίω.
- Wind < άFημι > άημι, άω = φυσάει.
- Wine / vinus / vin < Fοίνος > οίνος.
WINE | ΟΙΝΟΣ (FΟΙΝΟΣ) | (EL): Από τον οἶνον. Το W προέρχεται από το αρχαίο Δίγαμμα (F) που προφερόταν σαν “W” (Woinos). (EN): Directly from “Oinos”. The initial W reflects the ancient Greek pronunciation. |
- Woe / vae < ουέ, φεύ < οF, εF = αλίμονο.
- Woman < Fύω > γύω > φύω > ύω = βλαστάνω > φυλή > βυλή > βανά > γυνή.
- Wool < μαλλί, έριον, Fέλfος > FέρFoς > έριον.
- Work < fέργον / Μυκηναϊκή Fοργον.
- Worm / ver / vermis < Fέρμις / Fέλμις.
Xenon < Ξένον.
- Xenophobia < ξεν+fος, ξείνος, ξένος + φοβία.
XENOPHOBIA | ΞΕΝΟΣ + ΦΟΒΟΣ | (EL): Ο φόβος προς τον ξένο. Μια λέξη που χρησιμοποιεί όλος ο πλανήτης με ελληνικές ρίζες. (EN): From “Xenos” (stranger) + “Phobos” (fear). | ||
XEROGRAPHY / XEROX | ΞΗΡΟΣ + ΓΡΑΦΩ | (EL): Από το ξηρός (στεγνός) + γράφω. Η ξηρή γραφή (χωρίς υγρά μελάνια). (EN): From “Xeros” (dry) + “Grapho” (to write). | ||
Xylophone < Ξυλόφωνον.
- Year < έτος, Fέτος > ρωτακισμός fέτορ > γέτορ.
- Yes , Yo,Yeah< γε. Από το βεβαιωτικό μόριο γε (ναί γιά).
- YOGA < ΖΥΓΟΣ / ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ. (EN): From the root “yug-” (to join/yoke). It is the absolute balance, the “yoking” of body and spirit.
- (EL): Από τη ρίζα «ζυγ-» (ζεύξη/ζυγός). Είναι η απόλυτη ισορροπία, το «ζύγιασμα» σώματος και πνεύματος.
YOKE | ΖΥΓΟΣ | (EL): Από τον ζυγό. Το ελληνικό Ζ τράπηκε στο αγγλικό Y (Zygos > Yoke). (EN): From “Zygos” (yoke/union). |
Yacht < Άκατος.
- Yell / Yo < Ιαχή / Ιάλλω.
- Yogurt < Υγρότης.
- Young < από λατ. juvenis < από ήβη.
YOUNG / YOUTH | ΗΒΗ / ΓΕΟΣ | (EL): Από την Ήβη (τη θεά της νεότητας) και το γαίος/γέος. Η ζωτική δύναμη της νιότης. (EN): Linked to “Hebe” (goddess of youth) and the root for new growth. |
ZEAL < ΖΗΛΟΣ / ΖΕΩ
- (EN): From “zeo” (to boil). Zeal is the spiritual “boiling” of the soul, a passionate fervor for something.
- (EL): Από το «ζέω» (βράζω). Ο ζήλος είναι το πνευματικό «βράσιμο» της ψυχής, ο παθιασμένος αναβρασμός για κάτι.
ZEAL / ZEALOT | ΖΗΛΟΣ | (EL): Ο έντονος ζήλος, το πάθος για κάτι. (EN): From “Zelos” (fervor/envy/emulation). | |||
|
|
| |||
- Zest < Ζέση: < ζέω.
- Zodiac / Zoo / Ζάω / Ζωή < Zoo / Zodiac: Η ζωντάνια.
- ZONE < ΖΩΝΗ
- (EN): From “zonnymi” (to gird). A zone is literally a belt or something that encircles a particular area.
- (EL): Από το «ζώννυμι» (ζώνω). Η ζώνη είναι κυριολεκτικά αυτό που σε «ζώνει» ή περιβάλλει μια συγκεκριμένη περιοχή.
ZONE | ΖΩΝΗ | (EL): Από το ζώννυμι (ζώνομαι). Μια περιοχή που «ζώνεται» από όρια. (EN): From “Zone” (belt/girdle), from the verb “zonnumi”. |
- ZOO / ZODIAC < ΖΑΩ / ΖΩΗ
- (EN): From “zoion” (living being). The “Zodiac” is the “circle of animals” (living beings) in the sky.
- (EL): Από το «ζῶον». Ο «Ζωδιακός» είναι ο κύκλος των ζώων (ζωντανών υπάρξεων) στον ουρανό.
Zygote < Ζυγωτόν: < ζυγός.
